Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2009

Όλα εδώ πληρώνονται…



Τα αποτελέσματα είναι οδυνηρά, η διαδικασία παραγωγής τους σύνθετη, αλλά η διάγνωση είναι απλή, σχεδόν τετριμμένη πλέον: ο πραγματικός εμπρηστής των δασών μας είναι το χρεοκοπημένο πολιτικό σύστημα. Αυτό το σύστημα συντηρεί ένα, κατά περίπτωση, αποδιοργανωμένο, υποχρηματοδοτημένο, διεφθαρμένο, και κομματικοποιημένο κράτος, το οποίο αποτελεί το χρόνιο αντικείμενο πελατειακών σχέσεων μεταξύ εξαχρειωμένων πολιτών και εκμαυλιστών πολιτικών. Αυτό που μεθοδικά καταστρέφει τη χώρα είναι ο φαύλος πελατειακός κύκλος κυβερνώντων-κυβερνωμένων (σε όλα τα επίπεδα). Οι καταστροφικές δασικές πυρκαγιές στην Αττική είναι το ορθολογικό αποτέλεσμα ενός βαθιά ανορθολογικού συστήματος.

Οι πολίτες αντιλαμβάνονται την καταστροφή συνήθως όταν θίγονται τα προσωπικά τους συμφέροντα – όταν λ.χ. καίγεται το σπίτι τους. Τον υπόλοιπο καιρό, ως (ψευδο-) ορθολογικώς σκεπτόμενα άτομα, παίζουν συνήθως με τους όρους του κυρίαρχου πελατειακού παιχνιδιού, ευελπιστώντας στη μεγιστοποίηση των ατομικών τους ωφελειών. Αυτό όμως που συνιστά ένα ατομικό όφελος (π.χ. σπίτι στο δάσος) αποδεικνύεται, στην κατάλληλη συγκυρία, πρόσκαιρο και επισφαλές, όταν δεν συνοδεύεται από ορθολογικά λειτουργούντες δημόσιους θεσμούς, οι οποίοι ορίζουν και διαχειρίζονται το πλαίσιο των ατομικών ωφελειών (π.χ. δασικοί χάρτες, όροι δόμησης, πρόληψη και διαχείριση πυρκαγιών, κλπ).

Πολύ απλά: τα ατομικά αγαθά προστατεύονται αποτελεσματικά στο μέτρο που συναρθρώνονται με συλλογικά αγαθά, των οποίων διαχειριστές είναι οι δημόσιοι θεσμοί. Αν ως ιδιώτης θέλεις να σώσεις το φλεγόμενο σπίτι σου, πρέπει διαρκώς να μεριμνάς ως πολίτης να λειτουργεί καλά η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Να ζητάς από τους πολιτικούς εκπροσώπους σου να συμπεριφέρονται ορθολογικά (δηλαδή: μη πελατειακά) έναντι των δημόσιων θεσμών, και να αξιολογείς τη συμπεριφορά τους (πολιτικών και θεσμών) με ορθολογικά κριτήρια (δηλαδή: την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος).

Τα ατομικά αγαθά, βέβαια, έχουν συγκεκριμένο ιδιοκτήτη και βραχυχρόνιο ορίζοντα αναφοράς (π.χ. να σώσω το σπίτι μου τώρα, να χτίσω γρήγορα), ενώ τα συλλογικά αγαθά ανήκουν σε όλους και η καλή λειτουργία των θεσμών εμπεδώνεται μακροχρόνια. Η ασυμμετρία αυτή εν μέρει αίρεται στο μέτρο που τα άτομα αναπτύσσουν συνείδηση πολίτη (όχι αυθαίρετου ιδιώτη) και, συγχρόνως, οι θεσμοί συμπεριφέρονται με τρόπο που να αποσπούν την εμπιστοσύνη των πολιτών. Όταν οι θεσμοί απαξιώνονται, κομματικοποιούνται, ή απλώς αφήνονται να αποδιοργανωθούν, η εμπιστοσύνη θραύεται, οι θεσμοί παρακάμπτονται, και τα άτομα συμπεριφέρονται «τυφλά» ως βραχυχρόνιοι μεγιστοποιητές.

Κάθε μεγάλη κρίση απο-καλύπτει• μας επιτρέπει να δούμε πως λειτουργούν οι οργανωμένες συλλογικότητες, κάτι που δεν μπορούμε να δούμε καθαρά σε περιόδους ομαλής λειτουργίας. Η πρόσφατη μεγαπυρκαγιά στην Αττική ήταν απο-κάλυψη στο μέτρο που επέτρεψε, ακόμη μια φορά, να γίνουν ορατά: όλο και περισσότερα σπίτια (αυθαίρετα κα μη) χτισμένα σε πρώην ή νυν δασικές εκτάσεις, αναρίθμητες αυτοσχέδιες χωματερές μέσα στα δάση, τραγελαφική ασυνεννοησία δημοσίων υπηρεσιών (π.χ. Δασαρχεία-Δήμοι), πλημμελής συντονισμός των δυνάμεων πυρόσβεσης, ανύπαρκτη πολιτική πρόληψης των πυρκαγιών, συστηματική υποβάθμιση της Δασικής Υπηρεσίας, απουσία σαφών σημείων λήψης αποφάσεων, προβληματική λειτουργία του Πυροσβεστικού Σώματος. Αυτό που πονάει περισσότερο είναι ότι αυτή η απο-κάλυψη κάθε άλλο παρά καινούρια είναι. Γιατί δεν μας κινητοποιεί;

Ναι, καταστροφικές πυρκαγιές γίνονται και στις πιο οργανωμένες κοινωνίες, αλλά δεν θα δείτε υπουργούς Δημόσιας Τάξης σαν τον Πολύδωρα, το Βουλγαράκη ή τον Μαρκογιαννάκη σε μια προηγμένη δυτική χώρα• δεν θα δείτε υπουργό σαν τον Μαγγίνα να χτίζει αυθαίρετη έπαυλη στους πρόποδες του Υμηττού και να μην παραιτείται από βουλευτής, ούτε να διαγράφεται από το κόμμα του• δεν θα δείτε ένα αυτιστικό πολιτικό σύστημα να συζητά αενάως την πιθανή ημερομηνία των επόμενων εκλογών, ούτε κυβερνητικούς κύκλους να κατηγορούν ψυχωσικά την αξιωματική αντιπολίτευση για εμπρησμούς. Οι καταστροφές απο-καλύπτουν και την ποιότητα των πολιτικών. Αν οργιζόμαστε μετά από κάθε φυσική καταστροφή, είναι γιατί οι κυβερνήτες μας μας ξαναθυμίζουν πόσο ανεπαρκείς είναι. Γιατί τους ανεχόμαστε;

Οι προηγμένες δημοκρατίες έχουν την ικανότητα να μαθαίνουν, γιατί οι θεσμοί τους λειτουργούν ορθολογικά. Μετά από κάθε μεγάλη φυσική καταστροφή στην Αμερική λ.χ. διεξάγεται ενδελεχής δημόσια έρευνα (όχι γελοίες ΕΔΕ όπως εδώ), της οποίας τα πορίσματα συζητούνται ευρέως από ερευνητές, δημόσιους φορείς, κοινοβουλευτικά όργανα, και ενσωματώνονται στη δημόσια πολιτική. Στη χώρα μας κανένα παρόμοιο πόρισμα δεν εκδόθηκε ποτέ. Στις πολιτικά υπανάπτυκτες δημοκρατίες κανείς αρμόδιος φορέας δεν νοιάζεται να μάθει τίποτα, αφού δεν κρίνεται τόσο για τις επιδόσεις του, όσο για τη συμμόρφωσή του με το κυρίαρχο σύστημα εξουσίας.

Η Ελλάδα ψυχορραγεί. Διοικείται, εν πολλοίς, από φαύλους πολιτικάντηδες, οι οποίοι εκλέγονται από συνήθως φενακισμένους ψηφοφόρους με περιορισμένη συνείδηση πολίτη. Ο νεοέλληνας θέλει να ζει σαν πλούσιος Αμερικανός αλλά έχει τη νοοτροπία πονηρού Ανατολίτη. Η ελλαδική σχιζοφρένεια μόνο αποκαΐδια, δάκρυα και αίμα μπορεί να παράγει. Το δράμα δεν έχει ακόμη κορυφωθεί…

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2009

Σοφιστεία, ιδιοτέλεια, και ερμηνεία του Συντάγματος


Η θεσμική παρακμή μιας κοινωνίας αποτυπώνεται πρωτίστως στη γλώσσα με την οποία διεξάγεται η πολιτική επικοινωνία. Όπως προσφυώς παρατήρησε ο Τζώρτζ Όργουελ, όταν παρακμάζει η πολιτική ζωή διαστρέφεται η γλώσσα, κι όταν διαστρέφεται η γλώσσα διαφθείρεται η σκέψη.

Στο Σύνταγμα της Ελλάδος ορίζεται ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Το Σύνταγμα, όπως κάθε κείμενο, υπόκειται σε ερμηνεία. Η ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου όπως το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ατομική υπόθεση, αλλά απότοκος ιστορικών εθισμών με τις οποίες τα κόμματα έχουν διαμορφώσει τη γνωστική- ερμηνευτική τους ικανότητα και πολιτική πρακτική.

Ο Ουμπέρτο Εκο κάνει δύο συναφείς διακρίσεις: πρώτον μεταξύ της «πρόθεσης του κειμένου» και της «πρόθεσης του αναγνώστη»• και δεύτερον, μεταξύ «ερμηνείας» και «χρήσης» ενός κειμένου. Και οι δύο διακρίσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Ο αναγνώστης μπορεί να δει ό,τι θέλει σε ένα κείμενο, ωστόσο η ερμηνευτική του ελευθεριότητα περιορίζεται από την «πρόθεση του κειμένου». Η τελευταία δεν είναι άμεσα ορατή• πρέπει να αναζητηθεί από τον αναγνώστη, διατυπώνοντας σχετικές εικασίες. Πως όμως ελέγχεται η αληθοφάνεια των εικασιών; Με τη σύγκρισή τους με το νοηματικό σύστημα του κειμένου. Η εσωτερική νοηματική συνοχή του κειμένου ελέγχει τις υποκειμενικές ερμηνευτικές παρορμήσεις του αναγνώστη.

Αν π.χ., όπως παρατηρεί ο Εκο, στο ποίημα του Γουόρντσγουορθ «Περιπλανώμαι μόνος σα σύννεφο», διαβάσω τη λέξη «gay» με τη σημερινή της σημασία, τότε αυθαιρετώ έναντι του κειμένου, αφού τον 19ο αιώνα η λέξη «gay» δεν είχε σεξουαλικές υποδηλώσεις. Άλλο πράγμα η «ερμηνεία» ενός κειμένου κι άλλο η «χρήση» του. Όταν ερμηνεύω πρέπει να σέβομαι την «πρόθεση του κειμένου», ενώ όταν το χρησιμοποιώ μπορώ να το προσαρμόζω ανεξέλεγκτα στις δικές μου χρηστικές προθέσεις.

Ας έρθουμε τώρα στο Σύνταγμα. Το κορυφαίο νομικό κείμενο της Δημοκρατίας μας θέλει τον ανώτατο άρχοντα της χώρας «ρυθμιστή του πολιτεύματος» και γι αυτό απαιτεί, κατ’ αρχήν, αυξημένες (δηλαδή διακομματικές) κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες για την εκλογή του. Αυτή είναι μια αντίληψη που συναντάται και σε άλλα σημεία του Συντάγματος, όπου επιδιώκονται ευρύτερες συναινέσεις για κρίσιμα θέματα λειτουργίας του πολιτεύματος. Όταν ένα κόμμα σέβεται το Σύνταγμα – σέβεται δηλαδή την εσωτερική του λογική και τις αρχές που το διέπουν - αναζητά υποψήφιους για την προεδρία της Δημοκρατίας πρόσωπα ικανά να δημιουργήσουν διακομματική συναίνεση. Μόνο όταν αυτή είναι ανέφικτη, οπότε η αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθίσταται αδύνατη, το Σύνταγμα προνοεί προσφυγή σε εκλογές, προκειμένου να αρθεί το σχετικό αδιέξοδο.

Όταν το ΠΑΣΟΚ δηλώνει δημοσίως ότι συμφωνεί με τη ΝΔ για την ανανέωση της θητείας του σημερινού Προέδρου, τότε έχει προφανώς επιτευχθεί συναίνεση, οπότε δεν χρειάζεται προσφυγή σε εκλογές. Το Σύνταγμα δεν λέει πουθενά ότι ο πρόεδρος πρέπει να εκλεγεί από μια Βουλή με «νωπή λαϊκή εντολή», αλλά από την εκάστοτε υπάρχουσα Βουλή, εφόσον αυτό είναι εφικτό. Εκλογή από νέα Βουλή χρειάζεται μόνο όταν η υπάρχουσα οδηγείται σε αδιέξοδο. Στο μέτρο που το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι δεν θα ανανεώσει τη θητεία του σημερινού Προέδρου (τον οποίο ωστόσο υποστηρίζει!) παρά μόνο αφού προηγηθούν εκλογές, εισάγει ad hoc κριτήρια για να υπηρετήσει ιδιοτελείς σκοπούς. Με τον τρόπο αυτό δεν «ερμηνεύει», αλλά «χρησιμοποιεί» εργαλειακά το Σύνταγμα.

Φυσικά τίποτα από όλα αυτά δεν εκπλήσσει, όπως δεν εκπλήσσουν οι σύγχρονοι σοφιστές, οι οποίοι παραβλέπουν τη δεσμευτική «πρόθεση του κειμένου», υιοθετώντας ερμηνευτικά στρατηγήματα για να στηρίξουν την ανεξέλεγκτη «πρόθεση του αναγνώστη». Η δυνατότητα προκήρυξης εκλογών δεν είναι, κατά το Σύνταγμα, «αντίβαρο» στην παντοκρατορία του πρωθυπουργού, όπως λέγεται, στο μέτρο που δεν ανήκει στην πρόθεση του συνταγματικού κειμένου κάτι τέτοιο. Ότι μπορεί η προσφυγή στις εκλογές να ιδωθεί ως «αντίβαρο», δεν την καθιστά ερμηνευτικά πιο έγκυρη απ’ ότι η θεώρηση του πανεπιστημιακού ασύλου από ακροαριστερές ομάδες ως «αντίβαρο» στην κρατική εξουσία. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε εργαλειακή χρήση του νόμου, όχι όμως ερμηνεία του.

Δεν θα περίμενα από τους κκ.Ρόβλια και Παπουτσή να κατανοήσουν το παραπάνω επιχείρημα, όπως δεν περιμένω από τους «γαλάζιους» και «πράσινους» πολιτικάντηδες να επιδείξουν σεβασμό στους θεσμούς. Οι άνθρωποι είναι απλώς τεχνικοί της εξουσίας: το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να επικρατήσουν στον άνευ αρχών αγώνα για ισχύ. Οι ιστορικοί εθισμοί τους είναι τέτοιοι που δεν αισθάνονται ότι πρέπει να υπάγουν τη συμπεριφορά τους σε κοινούς κανόνες, ούτε δεσμεύονται από υπερκείμενες αρχές. Προσαρμόζουν τα πάντα στα κομματικά μέτρα τους• ενεργούν ως «ιδιώτες», αρνούμενοι να συνεννοηθούν ακόμη και για τα στοιχειώδη. Το Σύνταγμα γι αυτούς έχει την ίδια αξία που έχουν οι προεκλογικές υποσχέσεις τους.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2009

Τα διπλά βιβλία και το διπλό πρόσωπο του ΠΑΣΟΚ


Πως τακτοποιείς τους λογαριασμούς σου με το παρελθόν; Όταν κοιτάς πίσω και βλέπεις, ή έστω υποψιάζεσαι, τα λάθη που έκανες, πως ενσωματώνεις αυτή την αποτίμηση στη σημερινή αυτοεικόνα σου; Αν υποτίθεται ότι αναγνωρίζεις τα λάθη σου, πως φαίνεται αυτό στη συμπεριφορά σου; Όχι, δεν χρειάζεται να είσαι ψυχαναλυτής για να θέσεις τέτοια ερωτήματα, ούτε αυτά αφορούν άτομα μόνο. Αφορούν κατ’ εξοχήν οργανωμένες συλλογικότητες ανθρώπων – από επιχειρήσεις μέχρι κόμματα.

Η συνήθης αντίδραση ενός οργανισμού όταν αντιμετωπίζει κριτική για αθέμιτες συμπεριφορές είναι η άρνηση: ‘δεν είδαμε, δεν ξέρουμε, δεν κάναμε’. Δεκαετίες ολόκληρες η Καθολική Εκκλησία αρνούνταν να εξετάσει σοβαρά τις καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων από ιερείς της, μέχρι τη στιγμή που η χιονοστιβάδα των αποκαλύψεων δεν άφηνε περιθώρια για περαιτέρω άρνηση. Το ΠΑΣΟΚ σήμερα αρνείται ότι πήρε χρήματα από τη Ζίμενς το 1999, παρά την ομολογία του τότε πανίσχυρου στελέχους Θ. Τσουκάτου ότι εισέπραξε για λογαριασμό του κόμματος 1 εκατομμύριο μάρκα.

Η άρνηση δείχνει την αδυναμία του φορέα της να εγκύψει αναστοχαστικά στη συμπεριφορά του. Όταν ο αρνητής γνωρίζει ότι έσφαλλε αλλά διατείνεται το αντίθετο, υποκρίνεται. Η υποκρισία έχει κόστος: διαχειριστικό και ηθικό. Από διαχειριστικής απόψεως, ο υποκριτής πρέπει να ξοδεύει πολιτικό κεφάλαιο για να συντηρεί την εικόνα του, οπότε αναγκάζεται να ψεύδεται ή να κατασκευάζει γελοία αυτοεξυπηρετικές δικαιολογίες, επιβαρύνοντας τη θέση του. Από ηθικής απόψεως, το κύρος του υποκριτή απομειώνεται, η πειθώς του κλονίζεται.

Κοιτάξτε τι κάνει το ΠΑΣΟΚ σήμερα: για να αποδείξει ότι το 1εκατομμύριο μάρκα ουδέποτε έφθασε στα ταμεία του, δημοσιοποίησε μια χειρόγραφη φωτοτυπία του βιβλίου εισόδων του το 1999, από αυτά που ούτε ένα σουβλατζίδικο δεν τηρεί. Αν ένας μανάβης δείξει ένα τέτοιο τεφτέρι στην εφορία, θα τον κλείσουν. Ένα μεγάλο κόμμα με δεκάδες χιλιάδες μέλη, πληθώρα ιδιωτικών εισφορών, και δεκάδες εκατομμύρια ευρώ κρατικών επιδοτήσεων το χρόνο (τα έσοδά του το 1999 ανήλθαν σε 549 εκατομμύρια δραχμές!), δεν έχει ούτε ένα στοιχειωδώς επαγγελματικό λογιστικό σύστημα. Ακόμη χειρότερο: δεν ντρέπεται να το δείχνει! Ακόμη πιο εξωφρενικό: περιμένει να γίνει πιστευτό! Εικόνα σου είμαι Ελλάδα και σου μοιάζω!

Το ΠΑΣΟΚ δυσκολεύεται να ξαναδεί με ειλικρίνεια τις προβληματικές πρακτικές του παρελθόντος, γι αυτό και δεν διδάσκεται από τις παλιές αμαρτίες του. Ο τότε γραμματέας του κόμματος κ.Κ.Σκανδαλίδης δήλωσε άγνοια για τη χρηματοδότηση από τη Ζίμενς. Κλασική απάντηση γραφειοκράτη ο οποίος, προκειμένου να επιβιώσει, δεν διστάζει να ευτελίζει το ρόλο του. Ο κ.Σημίτης σιωπά…Στις καταθέσεις τους στον ανακριτή, οι προ δεκαετίας ταμίες του ΠΑΣΟΚ, κ.Σ.Αυγερινός και κυρία Δ.Παπαχρήστου, ουσιαστικά δεν διέψευσαν τον ισχυρισμό του κ.Τσουκάτου, ότι δηλαδή το κόμμα, σαν κάθε «καλή» μικρομεσαία ελλαδική επιχείρηση, κρατούσε διπλά λογιστικά βιβλία. Ο κ.Τ.Χυτήρης, ταμίας του ΠΑΣΟΚ μετά το 2004, δήλωσε ότι «διπλά βιβλία στο ΠΑΣΟΚ, σήμερα δεν υπάρχουν». Προσέξτε: «σήμερα», χθες ίσως…

Υπήρξαν και παράταιρες φωνές, οι οποίες πνίγηκαν από τον αυτοεξυπηρετικό κομματικό πατριωτισμό. Το μέλος του πολιτικού συμβουλίου κ.Π.Μπεγλίτης πρότεινε να ζητηθεί από τον πρώην πρωθυπουργό κ.Σημίτη να δώσει εξηγήσεις για τη χρηματοδότηση του κόμματος την εποχή της προεδρίας του. Εξόχως ορθολογική πρόταση• φυσικά απερρίφθη από την κομματική γραφειοκρατία…

Το κλειδί για την κατανόηση της αμήχανα ενοχικής στάση του ΠΑΣΟΚ (‘μάλλον κάτι κάναμε λάθος στο παρελθόν, αλλά ας μην το σκαλίσουμε’) το δίνει ο εκπρόσωπός του. Ερωτηθείς εάν ο κ. Τσουκάτος λέει την αλήθεια, ο κ.Παπακωνσταντίνου απάντησε: «είναι θέμα που θα κριθεί από τη Δικαιοσύνη». Προσέξτε τη σιωπηλή παραδοχή: η αλήθεια δεν είναι κάτι που αφορά εμάς, αλλά τρίτους (τη Δικαιοσύνη). Λες και ό,τι συνέβη, συνέβη σε άλλους…Η μητρική Ζίμενς υπήρξε πολύ πιο ειλικρινής: δεν περίμενε να αποφανθεί η Γερμανική Δικαιοσύνη, αλλά ζήτησε από διακεκριμένη Αμερικανική δικηγορική εταιρία να αναλάβει την έρευνα των διαβόητων «μαύρων ταμείων» της. Έτσι ενεργεί όποιος γνωρίζει ότι η απώλεια της φήμης του απειλεί δυνητικά την ύπαρξή του.

Όποιος παθιάζεται για την αλήθεια το δείχνει: αναψηλαφεί τα γεγονότα, αναδέχεται τα σφάλματά του, επαναφηγείται την ιστορία του. Η επαναφήγηση είναι, τελικά, το μείζον, γιατί ο φορέας της, αναστοχαζόμενος την παρελθούσα συμπεριφορά του, αλλάζει και, συγχρόνως, δείχνει ότι αλλάζει, αυξάνοντας έτσι την αξιοπιστία του. Το ΠΑΣΟΚ, ένα κληρονομικό κόμμα-χαμαιλέων, σπάνια αναστοχάστηκε ποτέ οτιδήποτε στην 35χρονη ιστορία του. Η στάση του δεν εκπλήσσει αφού το κόμμα αυτό απεικονίζει όσο κανένα άλλο την κυρίαρχη ελλαδική νοοτροπία: διπλοπρόσωπο, «μπαγάσικο», σαγηνευτικό, ανοργάνωτο, χαρισματικό, διαπλεκόμενο, ιδιοτελές, λαϊκιστικό, φατριαστικό, ετσιθελικό, macho, αντιφατικό, καιροσκοπικό και, φυσικά, «προοδευτικό»...

Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Ανθρωπιστές στους λαθρομετανάστες, σκληροί στη λαθρομετανάστευση


Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σύνθετο, αλλά οι κυρίαρχες γλώσσες περιγραφής του απλοϊκές. Από τη μια μεριά είναι οι επαγγελματίες εθνοκάπηλοι, από την άλλοι οι αφελείς διεθνιστές. Και στη μέση, οι χρονίως αμήχανοι κυβερνήτες (τωρινοί και μελλοντικοί).

Η διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης μπορεί να ήλθε συγκυριακά στην επικαιρότητα, αλλά είναι ένα πρόβλημα με ζωή τουλάχιστον 20 ετών. Ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα που έρχεται από το παγκοσμιοποιημένο μέλλον. Τι κάνουμε; Πως το αντιμετωπίζουμε;

Η λαϊκιστική δεξιά και η παπανδρεϊκή κεντροαριστερά (!) μας καλούν να επιδείξουμε «μηδενική ανοχή» στη λαθρομετανάστευση. Πρόκειται για περίεργο σύνθημα από τη στιγμή που, από το 1998 και μετά, η Ελλάδα έχει νομιμοποιήσει περίπου 700.000 παράνομους μετανάστες. Το σύνθημα της «μηδενικής ανοχής» είναι τόσο ρεαλιστικό, όσο η προτροπή των θρησκόληπτων να απέχουν οι νέοι από το σεξ για να μη μεταδίδεται το AIDS! Λίγος πραγματισμός δεν βλάπτει!

Η λαθρομετανάστευση μας φέρνει αντιμέτωπους με τις προκαταλήψεις μας. Για τη σύγχρονη εκδοχή της εθνικοφροσύνης δοκιμάζεται η φυλετική και πολιτισμική μας καθαρότητα. Η «ελληνική κοινωνία», λένε, «δεν έχει ερωτηθεί αν θέλει να είναι πολυπολιτισμική», λες και η «πολυπολιτισμικότητα» είναι ιδιότητα την οποία αποκτά μια κοινωνία κατόπιν αιτήσεως, κι όχι κάτι που προκύπτει. Δεν μας ρώτησαν οι πρώτοι Αλβανοί λαθρομετανάστες αν τους θέλουμε, μας ήρθαν. Γίναμε «πολυπολιτισμικοί» γιατί έτσι το έφεραν οι γεωπολιτικές εξελίξεις, όχι γιατί το επιλέξαμε. Σπάνια διαλέγουμε τα «προβλήματά» μας• εκείνα μας επιλέγουν.

Για την ιδεοληπτική αριστερά δοκιμάζεται η αφηρημένη διεθνιστική μας αλληλεγγύη. Η πολιτική ορθότητα είναι η «μάντρα» της αριστεράς: αποφεύγει εμμόνως τον όρο «λαθρομετανάστευση», κι όταν αναγκάζεται να μιλήσει για παράνομους μετανάστες θέτει τον χαρακτηρισμό «παράνομους» σε εισαγωγικά! Νομίζουν ότι με τη γλωσσική μηχανική θα αλλάξουν την πραγματικότητα. Προτιμούν να μιλούν ουδέτερα για «μεταναστευτικές ροές», λες και περιγράφουν φυσικές διεργασίες. Αν η λαϊκιστική δεξιά φορτίζει εξόχως αρνητικά το φαινόμενο, η ιδεοληπτική αριστερά το αποφορτίζει εντελώς. Και οι δύο αρνούνται την κοινή εμπειρία του απλού πολίτη.

Ο πολίτης βλέπει την οικονομική χρησιμότητα των μεταναστών (κάτι που επιβεβαιώνεται και από πληθώρα μελετών) και ξέρει ότι οι περισσότεροι νόμιμοι σήμερα μετανάστες ήταν κάποτε παράνομοι. Συγχρόνως όμως ανησυχεί. Βιώνει συχνά τη μετανάστευση σαν εισβολή. Ο συστηματικός συγχρωτισμός του με λαθρομετανάστες - με ανθρώπους αρκετά διαφορετικούς από αυτόν, ενδεείς, και χωρίς, εκ πρώτης όψεως, «προβλέψιμη» συμπεριφορά -, μεταβάλλει την καθημερινότητά του. Η συνοικιακή ζωή παύει να είναι απρόσκοπτη, το άρρητο αξιακό υπόστρωμα και οι αυτονόητες συνήθειες που συνέχουν την κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι δεδομένες, οι πεπερασμένοι δημόσιοι πόροι (για τους οποίους έχει πληρώσει με τους φόρους του) διεκδικούνται και από άγνωστους «άλλους» με τους οποίους δεν μοιράζεται το αίσθημα του συνανήκειν. Αν ο απλός πολίτης φαίνεται συντηρητικός είναι επειδή αναπόφευκτα είναι – συντηρεί τον τρόπο ζωής του. Αυτόν τον ανθρωπολογικό συντηρητισμό εκμεταλλεύονται οι ακροδεξιοί λαϊκιστές και αρνούνται οι ιδεοληπτικοί αριστεροί.

Η παράνομη μετανάστευση απαιτεί και ανθρωπισμό και σκληρές επιλογές. Οι λαθρομετανάστες είναι άνθρωποι κατατρεγμένοι που έχουν ανάγκη την ευσπλαχνία μας. Η ανθρωπιά μας δοκιμάζεται όταν το βλέμμα μας συναντά το βλέμμα του αδύναμου «άλλου». Το ανθρωπιστικό πνεύμα εκφράζει υπέροχα ο πατήρ Προκόπιος, εφημέριος στον ομώνυμο ιερό ναό του Αγίου Παντελεήμονα: «[…] δεν μπορώ να φερθώ διαφορετικά, έτσι δίδασκε ο Χριστός. Για μένα δεν είναι ξένοι, είναι άνθρωποι». Για πολλούς ενορίτες του, όμως, το αντίθετο ισχύει: οι λαθρομετανάστες πρώτα είναι ξένοι και μετά άνθρωποι. Η ανθρωπιστική στάση από μόνη της δεν λύνει το πρόβλημα. Χρειάζεται κράτος σοβαρό, να συνθέσει τις διαφορετικές απόψεις. Δυστυχώς δεν το έχουμε.

Αν το είχαμε, θα διαθέταμε διαρκώς βελτιούμενες δημόσιες πολιτικές σε ότι αφορά στην καταστολή της λαθρομετανάστευσης (έλεγχος συνόρων, δίωξη δουλεμπόρων, πίεση σε χώρες ανεκτικές στη λαθρομετανάστευση), στην πολιτισμένη διαχείριση των παράνομων μεταναστών που βρίσκονται στην Ελλάδα (καταγραφή, επεξεργασία αιτήσεων για πολιτικό άσυλο, οργανωμένοι χώροι προσωρινής φιλοξενίας, απελάσεις), στην ένταξη των νόμιμων μεταναστών στον κοινωνικό ιστό, στην επιλεκτική προσέλκυση μεταναστών ανάλογα με τις οικονομικές ανάγκες μας.

Τα έθνη-κράτη δεν είναι ανθρωπιστικές οργανώσεις• μεριμνούν πρωτίστως για τα συμφέροντα των πολιτών που συγκροτούν το έθνος. Τα δημοκρατικά έθνη-κράτη, όμως, ερείδονται σε ένα ανθρωπιστικό φαντασιακό, γεγονός που τα υποχρεώνει να βλέπουν τον «ξένο» ως εν δυνάμει πολίτη και τις κοινές αξίες αενάως αναθεωρούμενες. Ο ρεαλιστικός ανθρωπισμός είναι η ενδεικνυόμενη λύση (ανθρωπιστές στους λαθρομετανάστες, σκληροί στη λαθρομετανάστευση) αλλά, για να υλοποιηθεί, χρειάζεται μια κοινωνία με αυτοπεποίθηση, μια ακμαία οικονομία, κι ένα οργανωμένο κράτος. Δεν έχουμε τίποτα.

Κυριακή 21 Ιουνίου 2009

Για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολύ


Δύο σφάλματα επαναλαμβάνονται συχνά στην πολιτική ανάλυση: το ρασιοναλιστικό και το δεοντολογικό σφάλμα. Και τα δύο υπεραπλουστεύουν τη διαδικασία πολιτικών επιλογών του ψηφοφόρου και εμφορούνται από ένα υπόρρητα πατερναλιστικό ύφος.

Οι ρασιοναλιστές εκδέχονται την πολιτική ως μια διαδικασία μεγιστοποίησης οφελών. Ο πολίτης οφείλει να επιλέγει για αντιπροσώπους του εκείνους του πολιτικούς που έχουν να επιδείξουν το καλύτερο έργο. Σύμφωνα με την άποψη αυτή, ο πολιτικός είναι όπως ο γιατρός. «Όταν επιλέγουμε γιατρό είμαστε πολύ προσεκτικοί. Δε διαλέγουμε το γιατρό του ΠΑΣΟΚ ή το γιατρό του Τσίπρα, διαλέγουμε τον καλό γιατρό, ό,τι και να ‘ναι αυτός» (Σ. Μάνος, συνέντευξη στον ιστοχώρο www.newstime.gr). Κατ’ αναλογίαν, αυτό θάπρεπε να συμβαίνει και στην πολιτική: να διαλέγουμε για αντιπροσώπους αυτούς που έχουν το καλύτερο βιογραφικό.

Η άποψη αυτή διαθέτει αληθοφάνεια. Και η ιατρική και η πολιτική είναι σύνθετες δραστηριότητες, οι οποίες απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, εκλεπτυσμένη κρίση, και δυσμίμητη τέχνη στην άσκησή τους. Και οι γιατροί και οι πολιτικοί κρίνονται εκ του αποτελέσματος. Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διαφορά. Η πολιτική είναι κάτι παραπάνω από αποδεδειγμένη γνώση – είναι πρωτίστως συμβολοποιητική δραστηριότητα. Στην πολιτική δεν ξέρουμε ρητά τι ακριβώς θέλουμε• μόνο ένα γενικό περίγραμμα επιθυμητής κοινωνικής οργάνωσης και λειτουργίας μπορούμε να διατυπώσουμε. Οι επιθυμίες μας είναι γενικές, αντιφατικές και αδιαμόρφωτες• γι αυτό αναζητούμε ανθρώπους να τις μορφοποιήσουν – να τις συμβολίσουν. Ο Μακέην και η Κλίντον διέθεταν καλύτερο βιογραφικό από τον Ομπάμα, αλλά μόνο ο τελευταίος συμβόλισε με την προσωπική του διαδρομή και το λόγο του την αλλαγή που επιθυμούσαν οι Αμερικανοί. Οι πολιτικοί διατυπώνουν οράματα, μορφοποιούν επιθυμίες, συμβολίζουν τα όνειρά μας. Η πολιτική, η «κυριωτάτη» των επιστημών (Αριστοτέλης), δεν είναι αναγώγιμη στην ιατρική ή τη μηχανική.

Οι δεοντολογιστές αντιλαμβάνονται την πολιτική ως μια κορυφαία συλλογική διαδικασία στην οποία οι πολίτες, εξ ορισμού, επιβάλλεται να μετέχουν. Αν δεν το κάνουν, όπως συνέβη με την πρωτοφανή αποχή από τις πρόσφατες ευρωεκλογές, είναι «αχρείοι, δηλαδή άχρηστοι και ανάξιοι» της κοινωνικής συμβίωσης (Θ. Πάγκαλος, συνέντευξη στην «Κ», 14/6/2009). Ο ισχυρισμός αυτός φορτίζει αξιολογικά την ιδιότητα του πολίτη. Η τελευταία δεν συνάγεται από την εμπειρική πραγματικότητα, αλλά προϋποτίθεται από έναν αφηρημένο ορισμό.

Αυτό ο τρόπος σκέψης αρνείται να μελετήσει τον τρόπο με τον οποίο τα άτομα κατασκευάζουν την πολιτική τους ταυτότητα και ασκούν τα πολιτικά τους δικαιώματα στην εκάστοτε συγκυρία. Είναι σα να ορίσουμε, ας πούμε, τη νεανική σεξουαλική συμπεριφορά a priori (πως αυτή θάπρεπε να εκφράζεται), αντί να εγκύψουμε σε πραγματικές συμπεριφορές, στο νόημα που τις συνέχει, και στις συνθήκες που τις διαμορφώνουν. Με την πρώτη – εξιδανικευτική- προσέγγιση ικανοποιούμε απλώς την πατερναλιστική επιθυμία μας να υποδεικνύουμε στους άλλους πώς να συμπεριφέρονται. Με τη δεύτερη –εμπειρική- προσέγγιση προβληματιζόμαστε σχετικά με τον τρόπο συμπεριφοράς των ατόμων και αναζητούμε ρεαλιστικούς τρόπους βελτίωσής τους.

Αν θέλουμε να προβληματιστούμε σοβαρά για την τεράστια αποχή από τις ευρωεκλογές, πρέπει να ακούσουμε το λόγο αυτών που απείχαν. Τότε θα δούμε ότι, για αρκετούς, η επιλογή της αποχής δηλώνει τη βαθιά απέχθειά τους για το σάπιο πολιτικό σύστημα. Στα μάτια πολλών ‘όλοι είναι για τη μάσα’. Έτσι κυρίως αισθάνεται ο απλός ψηφοφόρος. Μπορεί κάποιος πολιτικός να συμβολίσει εμπράκτως μια διαφορετική αντίληψη για την πολιτική; Το βάρος της απόδειξης ανήκει στον πολιτικό-ηγέτη, όχι στον πολίτη.

Ο ηγέτης συμβολίζει συμπεριφορές• οι πολίτες μιμούνται τους άρχοντες. Όταν τον τόνο στους άρχοντες τον δίνουν οι καιροσκόποι, οι ανίκανοι, οι διαπλεκόμενοι ή οι διεφθαρμένοι, τότε μην αναμένετε από τον πολίτη να αισθανθεί ότι υπερήφανα μετέχει σε μια μυθική Αθηναϊκή δημοκρατία. Ο πολίτης εύλογα αποσύρεται στην ιδιωτική του σφαίρα, από την οποία εξέρχεται μόνο όταν ένας χαρισματικός πολιτικός τύπου Ομπάμα τον πείσει ότι μπορεί να ελπίζει• ότι στη δημόσια σφαίρα αξίζει να μετέχει όχι για να τιμήσει την αφηρημένη ιδιότητα του πολίτη, αλλά γιατί η ζωή του μπορεί να γίνει καλύτερη με τη δική του συμμετοχή. Στην Ελλάδα οι πολιτικοί σκότωσαν την ελπίδα και τώρα μας επιπλήττουν για την απελπισία μας!

Τρίτη 16 Ιουνίου 2009

Το φάρμακο, το πάπλωμα και τα αυτονόητα



Στην πρόσφατη επίσκεψή του στη Φινλανδία, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κ.Κάρολος Παπούλιας προέτρεψε τους παράγοντες του ελλαδικού δημόσιου βίου να «ακολουθήσου[ν] τη συνταγή και το φάρμακο της Φινλανδίας». Ποιό είναι αυτό; «[...] η πολιτική τάξη να είναι εξαιρετικά διαφανής. Ο καθένας να απλώνει τα πόδια όσο το πάπλωμά του επιτρέπει».

Ενδιαφέρουσα η δήλωση του προέδρου, ευπρόσδεκτη η συμβουλή του, αλλά δεν είναι αυτό που λείπει από το δημόσιο βίο. Αυτό που πραγματικά λείπει είναι η αυθεντικότητα εκ μέρους των πολιτικών ηγετών, η διάθεση να ξεφύγουν από τετριμμένες γενικολογίες, η κοπιώδης προσπάθεια να αρθρώσουν νεοτερικό πολιτικό λόγο και, κυρίως, να συστοιχήσουν τη συμπεριφορά τους με τα λόγια τους. Οι υψηλές όμως αυτές στοχεύσεις είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο να υλοποιηθούν - η υποκρισία είναι απαπόσπαστο μέρος της πολιτικής ζωής.

Οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι να φαίνονται ότι μεριμνούν για το δημόσιο συμφέρον και τον ενάρετο δημόσιο βίο. Ο ρόλος τους τους επιβάλλει να διατηρούν την ψευδαίσθηση στο κοινωνικό σώμα ότι «υπηρετούν την πατρίδα», ότι είναι «υπεύθυνοι», ότι «προτιμούν να είναι χρήσιμοι παρά αρεστοί», έστω κι αν, σε μια θεσμικά υπανάπτυκτη πολιτική ζωή, αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει είναι η ξεδιάντροπη προαγωγή του κομματικού (και όχι σπάνια του προσωπικού) συμφέροντος. Ακόμα κι ένας κατ’ εξοχήν λαϊκιστής πολιτικός, όπως ο σημερινός πρωθυπουργός, κατασκευάζει εσχάτως την εικόνα του «υπεύθυνου» πολιτικού, τη στιγμή που ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είχε αναγάγει τη δημαγωγία σε τέχνη και την ανεύθυνη διαμαρτυρία σε φυσικό φαινόμενο.

Στα θεατρικά του έργα ο Χένρικ Ιμπσεν αναφέρεται συχνά στη δυναμική της υποκρισίας που αναπόφευκτα χαρακτηρίζει τους κοινωνικούς θεσμούς. Οι χαρακτήρες του ωθούνται να αποκρύπτουν τις παρεκτροπές τους από τα κοινωνικά ιδεώδη, να ψεύδονται, να υποκρίνονται. Στο έργο «Τζον Γκάμπριελ Μπόρκμαν», ο επώνυμος ήρωας παρατηρεί ότι η βάση της φιλίας είναι συχνά η «αμοιβαία εξαπάτηση». Στις «Κολώνες της Κοινωνίας» ο Κάρστεν Μπέρνικ περιγράφει την επίγνωσή του ότι ο σεβασμός με τον οποίο τον περιβάλλει η κοινωνία στηρίζεται στην ικανότητά του να συντηρεί την ψευδαίσθηση της αρετής. Η υποκρισία είναι, σε κάποιο βαθμό, αναπόφευκτο παρακολούθημα της εμμονής στην ενάρετη συμπεριφορά. Η κυβέρνηση Καραμανλή Β’ πιθανότατα δεν το είχε προβλέψει αυτό όταν αρχικά διετύπωνε το δόγμα «σεμνά και ταπεινά», αλλά είχε όλο το χρόνο να το εμπεδώσει.

Η υποκρισία μειώνεται στο μέτρο που υπάρχει διαφάνεια. Αν και η διαφάνεια δημιουργεί άλλου είδους προβλήματα (π.χ. κομφορμισμό, διστακτικότητα), βοηθά εν τούτοις να μειώνεται η απόσταση διακηρύξεων και συμπεριφορών. Οταν ξέρεις ότι οι άλλοι θα ελέγξουν το εμπειρικό αντίκρυσμα των λόγων σου, γίνεσαι πιο προσεκτικός. Είτε καθιστάς λιγότερο υψιπετείς τις διακηρύξεις σου, είτε εκλεπτύνεις τις πράξεις σου• είτε χαμηλώνεις το λόγο σου, είτε ανεβάζεις τον πήχυ της συμπεριφοράς σου.
Ακόμα και η διαφάνεια όμως δεν είναι αρκετή, παρά μόνον όταν συντελεί στη θεσμοποίηση κοινωνικά αυτονόητων συμπεριφορών. Προσέξτε πόσο διεισδυτικά το θέτει η πρόεδρος της Φινλανδίας κυρία Τάρια Χάλονεν: «[η ΕΕ] πρέπει να είναι πολύ ξεκάθαρη και σκληρή στα θέματα γραφειοκρατίας και καλής διακυβέρνησης. Αρα, το φάρμακο που προτείνω, το φάρμακο της Φινλανδίας, είναι η διαφάνεια σε τέτοιο βαθμό ώστε κανείς να μην μπορεί, ουσιαστικά να μην τολμάει, να κάνει κάτι που δεν είναι σωστό». Η κυρία Χάλονεν δεν μας λέει απλώς πόσο καλή είναι η διαφάνεια για την καταπολέμηση της διαφθοράς. Πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα και περιγράφει τη συνέπεια της διαφάνειας: ωθούμενα να ευθυγραμμίσουν τη συμπεριφορά τους με τα ιδεώδη που πρεσβεύουν, τα άτομα τείνουν να εσωτερικεύουν κανόνες συμπεριφοράς έτσι ώστε να μην διανοούνται ότι θα μπορούσαν να κάνουν κάτι διαφορετικό από αυτό που θεωρείται «σωστό».

Εικάζω ότι αυτός ο συλλογισμός διαφεύγει των ψυχο-διανοητικών δυνατοτήτων των κκ.Παυλίδη, Βουλγαράκη, Μαγγίνα, Γ.Κεφαλογιάννη, Τσουκάτου και πολλών άλλων, αλλά δεν χάνει γι αυτό την αξία του. Δεν λείπουν άλλωστε τα «αυτονόητα» στην Ελλάδα. Η υποταγή στον αρχηγό, ο εμετικός λαϊκισμός, τα «δωράκια» από τη Ζίμενς η κληρονομικότητα στην πολιτική διαδοχή, τα ρουσφέτια στο πόπολο, η ατιμωρησία, και τόσα θλιβερά άλλα, είναι τα δικά μας αυτονόητα. Κάθε χώρα κατασκευάζει τα «αυτονόητα» που επιλέγει. Στις χώρες του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι πρώτη στη διαφθορά, η Φινλανδία τελευταία («Καθημερινή», 9/5/2009). Κατανοητό, ευεξήγητο, αυτόνητο.