Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Η τέχνη του ανέφικτου

 

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα. Ήμουν κολημμένος στην τηλεόραση, παρακολουθώντας το έκτακτο δελτίο ειδήσεων του ΒΒC. Κυριακή απόγευμα, 11 Φεβρουαρίου 1990, ο Νέλσον Μαντέλα βγαίνει από τη φυλακή, πιασμένος χέρι-χέρι με τη γυναίκα του Γουίνι, χαιρετώντας τα επευφημούντα πλήθη. Έλαμπε από χαρά, απέπνεε ήρεμη αποφασιστικότητα. Βάδιζε προς το πεπρωμένο του. Μπήκε στη φυλακή  45 χρονών, βγήκε 72!  
Εννέα ημέρες νωρίτερα, ο (λευκός) πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Φρέντερικ ντε Κλερκ, είχε αναγγείλει την απελευθέρωση του μυθικού πλέον Νέλσον Μαντέλα.  Η αρχή του τέλους είχε ξεκινήσει. Το μισητό απαρτχάιντ έπνεε τα λοίσθια. Η χώρα θα άλλαζε. Πως, όμως; Η ελπίδα συνυπήρχε με την αγωνία  και, στους κύκλους της λευκής μειονότητας, το φόβο. Πως θα κυβερνηθεί η χώρα; Πως θα είναι η νέα Νότια Αφρική;
Αρκετά χρόνια αργότερα, τον Μάιο 2005, στο ετήσιο συνέδριο της ελληνικής Εταιρίας Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων, έτυχε να βρεθώ δίπλα στον αρχιτέκτονα της μετάβασης στη νέα Νότια Αφρική, τον πρόεδρο Ντε Κλερκ. «Πως καταφέρατε αυτόν τον άθλο - την αναίμακτη μετάβαση στο μεταρατσιστικό καθεστώς;», τον ρώτησα. «Είχα ένα γενναίο αντίπαλο», απάντησε με μετριοφροσύνη. «Δίχως τον Μαντέλα δεν θα ήταν εφικτή αυτή η μετάβαση».
Παρακολουθώντας πρόσφατα την εξαίσια ταινία του Κλιντ Ίστγουντ «Ανίκητος», θυμήθηκα τη φράση του προέδρου Ντε Κλερκ: «είχα ένα γενναίο αντίπαλο». Επικεντρωμένη στον Μαντέλα, η ταινία είναι ένα εξαιρετικό μάθημα ηγεσίας – οραματικού ρεαλισμού, εμπνευσμένης διοίκησης, πολιτικής γενναιότητας, κι εκλεπτυσμένης κρίσης.
Το 1994 ο Νέλσον Μαντέλα εκλέγεται πρόεδρος της Νότιας Αφρικής. Γνωρίζει καλά ότι, από τα πολλά προβλήματα που καλείται να διαχειριστεί, το μείζον είναι η συμφιλίωση λευκών και μαύρων, αφού, δίχως αυτή, η χώρα δεν πρόκειται να εξέλθει από τον φαύλο κύκλο της βίας. Σμιλεύοντας την οδυνηρή εμπειρία του στη φυλακή συνειδητοποιεί ότι, η συγχώρεση προς τους ρατσιστές, αφενός μεν προφυλάσσει τα χθεσινά θύματα από την απανθρωποποίηση που θα επιφέρει η ρεβανσιστική βαρβαρότητα, αφετέρου δε βγάζει τη χώρα από το κτηνωδώς διχαστικό παρελθόν. Η νέα πλειοψηφία έπρεπε να προστατευθεί από τον εαυτό της.   
Όταν, στην ταινία, οι εφημερίδες των (λευκών) Αφρικάνερ, αναρωτιούνται: «Μπορεί να κερδίσει τις εκλογές, αλλά μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα;», ο Μαντέλα δεν απορρίπτει το ερώτημα, αντιθέτως το συμμερίζεται. Νοιώθει ότι χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί, πράγματι, να κυβερνήσει. Δεν ηγείται απλώς του κυβερνητικού κόμματος, δεν είναι μόνο ένα ηρωικό σύμβολο κατά του απαρτχάιντ· τώρα, πλέον, κυβερνά τη χώρα. Καλείται να δώσει προσανατολισμό στο έθνος.
Η ταινία περιστρέφεται γύρω από την απόφαση του προέδρου Μαντέλα να υποστηρίξει ενεργά την εθνική ομάδα ράγκμπι (τη «Σπρίνμποκς») στο παγκόσμιο κύπελλο του 1995 (το οποίο, τελικά, κέρδισε). Η απόφαση ήταν επίμαχη, δεδομένου ότι  η συγκεκριμένη ομάδα ήταν ένα μισητό σύμβολο του απαρτχάιντ. Το εθνικό συμβούλιο αθλητισμού, κυριαρχούμενο από μαύρους, θέλει να καταργήσει την ομάδα. Πρόκειται για εύλογη απαίτηση· η «Σπρίνμποκς» συμβολίζει τη φυλετική καταπίεση. 
Ο Μαντέλα δεν προσχωρεί σε αυτή την άποψη. Ό,τι είναι εύλογο, δεν είναι απαραίτητα εθνικά επωφελές· ό,τι είναι ενστικτωδώς επιθυμητό, δεν είναι απαραίτητα ορθολογικό. Παρεμβαίνοντας στη συνεδρίαση του συμβουλίου, αντιμάχεται την κυρίαρχη άποψη, με το τεράστιο συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει ως ήρωας του αγώνα κατά του απαρτχάιντ και λαοπρόβλητος πρόεδρος. «Με εκλέξατε ηγέτη σας», λέει στους παρευρισκομένους. «Αφήστε με να ηγηθώ. Η χώρα χρειάζεται συμφιλίωση».
Επιβάλλει την άποψή του, υποστηρίζει δημοσίως τη «Σπρίνμποκς», χρησιμοποιεί επιδέξια το προσφιλές αθλητικό παιχνίδι των λευκών ρατσιστών για να διαβεβαιώσει τη λευκή μειονότητα ότι δεν πρέπει να φοβάται στο μεταφυλετικό κράτος δικαίου. Με τη συμβολική κίνησή του συγκινεί τους λευκούς, στο μέτρο που καταφάσκει σε ένα σύμβολό τους· παιδαγωγεί τους μαύρους στην ανάγκη σεβασμού της λευκής μειονότητας. Δημιουργεί βαθμιαία ένα νέο πλαίσιο που θα δώσει τη δυνατότητα στη χώρα να βγει από το φαύλο κύκλο της φυλετικής κτηνωδίας.
Η επιτυχία της εθνικής ομάδας στο παγκόσμιο κύπελλο γεμίζει όλους χαρά. Μέσα από το ράγκμπι δημιουργείται, έστω και στιγμιαία, μια φαντασιακή κοινότητα πολιτών της νέας Νότιας Αφρικής. Έστω  και για λίγο, η φυλετική διαίρεση υπερβαίνεται. Μια νέα αρχή φαίνεται πως είναι εφικτή.  Το έθνος αρχίζει να αποκτά νέα σύμβολα κοινής αναφοράς και περηφάνιας.
Υπήρξε τυχερή χώρα η Νότια Αφρική να διαθέτει την κατάλληλη στιγμή ένα σπουδαίο ηγέτη – μετασχηματιστή συνειδήσεων και θεσμών. Ο μετασχηματιστικός ηγέτης διαθέτει βιωματική γνώση των συμφραζομένων μέσα στα οποία δρα, αποκτώντας μια σαφή αίσθηση προτεραιοτήτων. Με το παράδειγμά του και τις συνετές επιλογές του συσσωρεύει συμβολικό- πολιτικό κεφάλαιο, που του επιτρέπει να πείθει και, όταν είναι απαραίτητο, να «αντιπαρατίθεται στο δήμο» (όπως μας θυμίζει ο Θουκυδίδης). Αναστοχάζεται τις εμπειρίες του, διαθέτει «αίσθηση της πραγματικότητας» (Μπερλίν) και εκλεπτυσμένη κρίση. Δεν παγιδεύεται σε ιδεοληπτικά σχήματα· γνωρίζει ότι τα προβλήματα έχουν συχνά δομή φαύλου κύκλου, τον οποίο είναι αποφασισμένος να σπάσει.
Ο εμπνευσμένος ηγέτης διαθέτει ψυχική ενδοχώρα, επεξεργασμένα βιώματα, ισχυρή αυτοπεποίθηση, κι αδάμαστο χαρακτήρα στις αντιξοότητες. Εμπνέεται από τους ίδιους στίχους (του Γ.Χένσλι) που ενέπνεαν τον Νέλσον Μαντέλα στα ατέλειωτα χρόνια της φυλακής (27 παρακαλώ!): «Είμαι κύριος της μοίρας μου/είμαι καπετάνιος της ψυχής μου».  Όλα, τότε, είναι εφικτά.


1 σχόλιο:

Meropi είπε...

Μακάρι να διαθέταμε κι εμείς ένα τέτοιο ηγέτη, μετασχηματιστή συνειδήσεων και θεσμών. Τον χρειαζόμαστε τώρα που, πάνω απ' όλα χρειαζόμαστε αλλαγή θεσμών, νοοτροπίας και συνείδησης.