Δευτέρα, 5 Ιανουαρίου 2015

Η ασυγχρονία οικονομίας και πολιτικής παράγει εντάσεις


Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, αν γίνονταν εκλογές σήμερα, σε αρκετές χώρες της ΕΕ θα επικρατούσαν ακραίοι πολιτικοί σχηματισμοί. Από την Ελλάδα και την Ισπανία, μέχρι τη Γαλλία και τη Δανία, την πρωτιά θα διεκδικούσαν ριζοσπαστικά κόμματα των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος. Ακόμα και σε χώρες όπου τα παραδοσιακά κόμματα είναι πρώτα (π.χ. Ιταλία, Σουηδία, Βρετανία), το ενδιαφέρον συγκεντρώνουν ταχέως αναπτυσσόμενα κόμματα διαμαρτυρίας. Κερματισμός και διαμαρτυρία περιγράφουν το ευρωπαϊκό πολιτικό τοπίο.

Η διαμαρτυρία συνδέεται με τον κερματισμό. Η οικονομική κρίση είτε φτωχοποιεί, είτε απειλεί το επίπεδο ζωής των ευρωπαίων πολιτών, παράγοντας διαμαρτυρία. Τα παραδοσιακά κόμματα αδυνατούν να την απορροφήσουν, εφόσον αποδεικνύονται ανίκανα να διαχειριστούν αποτελεσματικά την κρίση, ενώ η μακρόχρονη παραμονή τους στην εξουσία αφενός τα έχει φθείρει πολιτικά, αφετέρου οι «συστημικές» επιλογές τους τα έχουν αποξενώσει από τους ψηφοφόρους. Ως κόμματα εξουσίας είναι υποχρεωμένα να μεριμνούν για τη «σταθερότητα», η οποία τείνει να μετατρέπεται σε υπεράσπιση της οργανωμένης ακινησίας (γεγονός που τα φέρνει σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή ελίτ που ζητά «μεταρρυθμίσεις»), αδυνατώντας να εκφράσουν τα αισθήματα αβεβαιότητας ή απειλής που βιώνουν οι ψηφοφόροι τους. Το κενό καλύπτουν νεότευκτα ριζοσπαστικά κόμματα.

Δεν είναι μόνο η οικονομική κρίση αυτή που συμβάλλει στην ευρωπαϊκή δυσανεξία. Η παγκοσμιοποίηση διευκολύνει τη μαζική μετανάστευση. Η πλούσια και ασφαλής Ευρώπη είναι ο λογικός προορισμός για τους πρόσφυγες πολέμου ή οικονομικούς μετανάστες της βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ο «έξω» κόσμος μεταφέρεται πλέον ταχύτατα στην «εσωτερική» πολιτική ζωή.

Στις κοινωνίες της άμεσης και διαρκούς επικοινωνίας, εντείνεται η αναστοχαστικότητα: υπάγουμε όλο και περισσότερο πρακτικές του δημόσιου βίου σε συνεχή διερώτηση υπό το φως νέων πληροφοριών γι’ αυτές τις πρακτικές. Η αυξανόμενη διαφάνεια του δημόσιου βίου δυνητικά διαβρώνει την ηθική νομιμοποίηση των «συστημικών» πολιτικών. Η περίπτωση Γιουνκέρ είναι χαρακτηριστική. Λίγο μετά αφότου ανέλαβε πρόεδρος της Κομισιόν, αποκαλύφθηκαν οι ιδιοτελείς φορολογικές πρακτικές του Λουξεμβούργου, του οποίου για πάνω από 20 χρόνια ο κ. Γιουνκέρ ήταν πρωθυπουργός. Ειδικές συμφωνίες με τράπεζες και πολυεθνικές κατέστησαν το Λουξεμβούργο φορολογικό παράδεισο, αποστερώντας την υπόλοιπη ΕΕ από φορολογικά έσοδα δισεκατομμυρίων. «Ο πρόεδρος της Κομισιόν μας λέει τι πρέπει να κάνουμε, ενώ κρατά τα λεφτά του σε φορολογικό παράδεισο», παρατήρησε σκωπτικά ο Πέπε Γκρίλο. Ποια ήταν η αντίδραση του ευρωπαϊκού κατεστημένου; Να προστατεύσουν τον κ. Γιουνκέρ! Δείτε την αλληλόδραση: το «σύστημα» προστατεύει τους εκλεκτούς του στο όνομα της σταθερότητας, ενδυναμώνοντας έτσι τους λαϊκιστές, οι οποίοι κεφαλαιοποιούν και συγχρόνως μορφοποιούν με το δικό τους λεξιλόγιο την ευρύτερη λαϊκή δυσαρέσκεια. Τα «σύστημα» δημιουργεί τους αντιπάλους του.

Τα πράγματα είναι χειρότερα στην ευρωζώνη. Η ασυγχρονία της (ευρωπαϊκής) οικονομίας και της (εθνικής) πολιτικής παράγει διαρκώς εντάσεις. Οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης δεν ελέγχουν τη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομική ζωή των πολιτών μιας χώρας επηρεάζεται από αποφάσεις τις οποίες αδυνατεί να επηρεάσει ουσιαστικά η πολιτική κοινότητα - το εθνικό πολιτικό σύστημα. Αυτή η εξέλιξη αδυνατίζει τη δημοκρατία ως το πολίτευμα με το οποίο «ρυθμίζουμε τη συλλογική αβεβαιότητα» (κατά τη έκφραση του Κ. Καστοριάδη), παράγοντας αδιαφορία και/ή «αντισυστημικές» διαμαρτυρίες. Η ενίσχυση των λαϊκιστικών κομμάτων είναι η απέλπιδα προσπάθεια του αδύναμου πολίτη να ελέγξει τη μοίρα του. Όταν το πεδίο της πολιτικής συρρικνώνεται, το έλλογο στοιχείο ατονεί, οι εύκολες «λύσεις» των λαϊκιστών καθίστανται ευλογοφανείς και η τάση θυμωμένης ιδιώτευσης εντείνεται.

Η περίπτωση της Ελλάδας είναι χαρακτηριστική. Η χρεοκοπία και η συνακόλουθη διεθνής οικονομική επιτήρηση έχουν επιφέρει ουσιώδη μείωση της εθνικής κυριαρχίας. Ό,τι πολιτικές επιλογές κι αν κάνουν οι ψηφοφόροι, θα είναι ατελέσφορες, εφόσον οι ισχυροί (η Γερμανία) εμμένουν στις απόψεις τους. Το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, αλλά η ρύθμισή του εξαρτάται από την καλοσύνη των ξένων. Η γερμανική εμμονή στη λιτότητα και την άκαμπτη δημοσιονομική πειθαρχία είναι απίθανο να μεταβληθεί ουσιωδώς. Πρώτον διότι έχει ήδη αποτυπωθεί σε αποφάσεις που έχουν καταστεί προβεβλημένα σημεία αναφοράς, δεύτερον διότι οι ευρωπαίοι πολιτικοί λογοδοτούν σε εθνικά ακροατήρια με διαφορετικές αντιλήψεις και προτεραιότητες το καθένα, και τρίτον διότι οι «βόρειοι» εμφορούνται από οριενταλιστικά στερεότυπα για τους «νότιους», τα οποία, ειδικά στην περίπτωση της Ελλάδας, οι εγχώριοι πολιτικάντηδες κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβεβαιώσουν.

Τι μέλλει γενέσθαι; Η ασυγχρονία οικονομίας και πολιτικής στην ευρωζώνη αποτελεί δομικό παράγοντα παραγωγής εντάσεων. Όσο η ΕΕ λειτουργεί λιγότερο ως πολιτική «κοινότητα» και περισσότερο ως μηχανισμός επιβολής αποφάσεων των ισχυρών, τόσο θα τροφοδοτείται ο πολιτικός ριζοσπαστισμός στις χώρες που πλήττονται οικονομικά. Ηγέτες ισχυρών χωρών με ευρωπαϊκό όραμα και στοιχειώδη αυτο-θυσιαστική διάθεση είναι απίθανο να υπάρξουν. Για τους ρασιοναλιστές (είτε αφελείς ουτοπιστές, είτε απολιτικοί τεχνοκράτες, είτε ιδιοτελείς πολιτικοί) αυτά είναι προβλήματα που λύνονται με διαπραγματεύσεις «λογικών» ανθρώπων. Για όσους εμφορούνται από μια Θουκιδίδεια αντίληψη της πολιτικής, οι δομικές εντάσεις λύνονται με μείζονες κρίσεις. Ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστική επιλογή στην Ευρώπη. Η διάσπαση της ευρωζώνης, όμως, είναι υπαρκτή επιλογή, όχι απαραίτητα εμπρόθετη. Η πολιτική δεν παράγει πάντοτε «λογικές» αποφάσεις.

2 σχόλια:

Griffith είπε...

κ. Τσούκα,
σας εύχομαι από καρδιάς καλή επιτυχία. Θα χαρώ πολύ αν τα καταφέρετε.

Λ.Π.

TassosAnastassopoulos είπε...

Σφάλμα 1ο : "Ο πόλεμος δεν αποτελεί πλέον ρεαλιστική επιλογή στην Ευρώπη".

Ο πόλεμος αποτελεί μια, απολύτως, ρεαλιστική επιλογή, στην Ευρώπη, αγαπητέ κύριε Χαρίδημε. Μπορώ να πω ότι, έτσι όπως έχουν τα πράγματα, αποτελεί την πιο ρεαλιστική επιλογή.
Αυτό, συμβαίνει, σήμερα και για το απροσδιόριστο, επί του παρόντος, αύριο. Απορώ, που δεν μπορείτε (προφανώς, δεν θέλετε) να το δείτε...

Σφάλμα 2ο : Η κάθοδός σας, ως υποψηφίου, με το Ποτάμι, το κόμμα κάποιου ο οποίος έχει χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, σε σχέση με το δικό σας. Αυτή η επιλογή σας, αν και κατανοητή, ως επίδειξη πρακτικού πολιτικού ρεαλισμού, δεν σας προσθέτει. Σας αφαιρεί. Προφανώς, η επιλογή είναι δική σας και ουδείς δικαιούται να σας κάνει υποδείξεις, για το τί πρέπει και το τί δεν πρέπει να κάνετε. Μπορεί, όμως, να κρίνει τις όποιες επιλογές σας, σαν κι αυτή, αφού τίθεται, υπό δημόσια έκθεση και κρίση.

Όμως, αν και προβληματίζομαι, ως προς το εάν πρέπει να σας ευχηθώ επιτυχία, σας της εύχομαι...