Τρίτη 19 Ιουλίου 2011
Τέλος εποχής: σφίγγουν τα λουριά για όλους!
Δεν ξέρω πόσο μεταρρυθμίσιμα είναι τα ελλαδικά πανεπιστήμια, το βέβαιο όμως είναι ότι κάθε υπουργός Παιδείας είναι υποχρεωμένος να μιλά για «μεταρρυθμίσεις» και, στο μέτρο που θέλει και μπορεί, να νομοθετεί «αλλαγές». Τα προβλήματα πιέζουν!
Οι δυσλειτουργίες των ΑΕΙ είναι κυρίως δύο τύπων: διοικητικές και συμπεριφορικές-νοοτροπιακές. Το υπουργείο Παιδείας (ο μεταρρυθμιστής) μπορεί να ρυθμίσει τον πρώτο τύπο και, μέσω αυτού, να επηρεάσει τον δεύτερο. Για να θεσμοποιηθεί μια αλλαγή, όμως, δεν αρκεί απλώς να νομοθετηθεί, αλλά να αποκτήσει την υπόσταση του αυτονόητου στη ζωή μις κοινότητας. Δεν είναι εύκολο.
Το πρόσφατο σχέδιο νόμου για τα ΑΕΙ είναι το πιο ρηξικέλευθο από αντίστοιχα του παρελθόντος. Τούτο διότι αλλάζει ριζικά τη δομή διακυβέρνησης των ιδρυμάτων, αποσκοπώντας στην καθιέρωση κινήτρων και κυρώσεων που θα οδηγήσουν σε διαφορετικές συμπεριφορές: καταργεί το «λαϊκοδημοκρατικό» μοντέλο διοίκησης και εισάγει το «διευθυντικό». Η αλλαγή είναι ιδιαίτερα συμβολική: συμβολίζει την υποχώρηση της λαϊκιστικής πλημμυρίδας της δεκαετίας του 1980, η οποία επέβαλλε τη συνδιοίκηση των δημοσίων οργανισμών.
Ως οργανισμός εντάσεως γνώσης, το πανεπιστήμιο διαπερνάται από μια ουσιώδη αντίφαση: από τη μια μεριά είναι μια οιονεί μη-ιεραρχική κοινότητα, στο μέτρο που η διασπορά της εξειδικευμένης γνώσης επιφέρει και τη διασπορά της ισχύος. Δεν έχει σημασία τι τυπική θέση κατέχεις, αλλά τι ξέρεις στο διαρκώς μεταβαλλόμενο επιστημονικό πεδίο σου. Από την άλλη, οι νεοφώτιστοι στην ακαδημαϊκή κοινότητα μυούνται στα «κριτήρια αριστείας» από τους παλαιότερους (και συνήθως ιεραρχικά ανώτερους). Μαθαίνεις να είσαι δάσκαλος, ερευνητής και φοιτητής ενός γνωστικού αντικειμένου, υπάγοντας τον εαυτό σου σε διυποκειμενικά «κριτήρια αριστείας» που καθιέρωσαν οι προγενέστεροι, με μεγαλύτερη γνώση και πείρα από σένα.
Για να λειτουργήσει καλά μια τέτοια κοινότητα είναι σημαντικό να διατηρείται η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον εξισωτισμό και την ιεραρχία, τη συμμετοχή και την επιβολή. Ο κίνδυνος σε ένα τέτοιο σύστημα είναι να καταστεί είτε υπερβολικά εξισωτικό και, τελικά, χυλώδες και αυτο-εξυπηρετικό, είτε υπερβολικά ιεραρχικό έως αυταρχικό. Πριν το 1982 τα ελλαδικά ΑΕΙ ήταν εκτεθειμένα στον δεύτερο κίνδυνο. Μετά το 1982 δεν απέφυγαν τον πρώτο. Σήμερα είναι ώριμες οι συνθήκες να ισορροπήσει το εκκρεμές.
Πως; Παρεμβαίνοντας στη δομή διακυβέρνησης των πανεπιστημίων, όπως επιχειρεί να κάνει ο νέος νόμος-πλαίσιο. Το «λαϊκοδημοκρατικό» μοντέλο διοίκησης ισοπέδωσε την έννοια της ιεραρχίας, παρέσχε χώρο παρέμβασης στα κόμματα, ενθάρρυνε τη συναλλαγή. Ceteris paribus, όταν χρειάζεσαι ψήφους για να εκλεγείς σε ένα πανεπιστημιακό αξίωμα, έχεις κίνητρα να αμβλύνεις την ελεγκτική σου λειτουργία. Η συναλλαγή ευνοεί την αναξιοκρατία, καλλιεργεί την αυτο-εξυπηρετική λογική και, ενίοτε, οδηγεί στη διαφθορά.
Είναι τυχαίο λ.χ. ότι συγκεκριμένη οικογένεια καθηγητών εξέλαβε το Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών σαν οικογενειακή επιχείρηση; Ότι, όπως έχει γράψει ο καθηγητής Χ. Μουτσόπουλος, στην Ιατρική Σχολή Αθηνών πάνω από τους μισούς καθηγητές έχουν προωθήσει σε ακαδημαϊκές θέσεις συγγενείς τους; Ότι Σύγκλητοι ενέκριναν παράνομες μετεγγραφές φοιτητών; Ότι πρώην πρυτανική ηγεσία του Παντείου καταδικάστηκε για οικονομικά εγκλήματα; Όχι, δεν είναι…
Με το διευθυντικό μοντέλο αποκαθίσταται, σε γενικές γραμμές, η θεσμική ισορροπία. Το Συμβούλιο, αν σχεδιαστεί σωστά, θα ασκεί σημαντική εποπτική λειτουργία, ο πρύτανης θα προσλαμβάνεται με προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού και θα λογοδοτεί στο Συμβούλιο, η Σύγκλητος θα ασχολείται με αμιγώς ακαδημαϊκά θέματα. Η «κοινότητα» και η «ιεραρχία» εξισορροπούνται καλύτερα. Οι προσλήψεις και ανελίξεις καθηγητών θα γίνονται από επιτροπές ειδικών με διεθνή συμμετοχή, η φοιτητική ιδιότητα θα διατηρείται υπό προϋποθέσεις, οι καθηγητές θα λογοδοτούν τακτικά για τις επιδόσεις τους, το άσυλο ανομίας ουσιαστικά καταργείται. Με λίγα λόγια, σφίγγουν τα λουριά – για όλους.
Αρκεί αυτό; Όχι. Πρώτον, το σχέδιο νόμου πάσχει από σχεδιαστικές αστοχίες (π.χ. αναφορικά με τη σύνθεση του Συμβουλίου, την εξέλιξη των επίκουρων καθηγητών, κλπ), οι οποίες πρέπει να διορθωθούν. Δεύτερον, απαιτούνται χρήματα, που αυτή τη στιγμή λείπουν. Τρίτον, για να θεσπισθεί η μεταρρύθμιση απαιτείται κυβερνητική σύμπνοια που δεν υπάρχει. Βουλευτές και υπουργοί του ΠΑΣΟΚ – άνθρωποι που χρησιμοποίησαν το πανεπιστήμιο σαν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία -, αντιδρούν. Και τέταρτον, η αντιδραστική συμμαχία του καθηγητικού κατεστημένου και των φοιτητικών παρατάξεων δεν θα υποχωρήσει εύκολα. Αναπαράγοντας το ήθος της ανομίας που διαπερνά τη μεταπολιτευτική Ελλάδα, απειλεί ήδη με ανυπακοή.
Το είπε απροσχημάτιστα ο πρύτανης του ΑΠΘ κ.Μυλόπουλος: ο νέος νόμος «δεν θα εφαρμοστεί ποτέ σε δημόσια πανεπιστήμια». Το ύστατο επιχείρημα για την αλλαγή της δομής διακυβέρνησης των πανεπιστημίων είναι ακριβώς αυτό: να μη διοικούνται τα ΑΕΙ από ανθρώπους που δεν σέβονται τη νομιμότητα! Αμήν!
Σάββατο 2 Ιουλίου 2011
«Η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του»
Το γνωρίζουμε παλαιόθεν: «ήθος ανθρώπω δαίμων» (Ηράκλειτος) - «η μοίρα του ανθρώπου είναι ο χαρακτήρας του». Ο χαρακτήρας μας δεσμεύει• είναι δύσκολο, κοστίζει, να αποφύγουμε τις συμπεριφορές που υποδεικνύει. Η κατασκευή του χαρακτήρα είναι μια κοινωνική-ιστορική διαδικασία: σμιλεύεται μέσα από τη συμμετοχή του ατόμου σε συλλογικές δραστηριότητες, πλάθεται από το πνεύμα της εποχής, διαμορφώνεται από τις επιλογές που κάνει κανείς. Ο χαρακτήρας συνοψίζει προσπάθειες ατομικής αυτο-δημιουργίας, σε ένα συλλογικό πλαίσιο αναφοράς. Προδιαγράφει μια συγκεκριμένη τάση συμπεριφοράς, στην οποία εκδηλώνονται αρετές και πάθη, αξίες και συναισθήματα.
Παρατηρώντας προσεκτικά τον χαρακτήρα των πολιτικών ηγετών μπορεί κανείς να ερμηνεύσει (και να διαβλέψει) τις συμπεριφορές τους. Ο χαρακτήρας του πολιτικού που επικράτησε στη χώρα, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, είναι, κυρίως, ο ιδιοτελής κομματάνθρωπος, για τον οποίο η πολιτική δεν είναι λειτούργημα (προσφορά στα κοινά), ούτε καν επάγγελμα (μακάρι να ήταν), αλλά, κυρίως, ένα κομματικά διαμεσολαβημένο παιχνίδι καιροσκοπικής, αυτο-εξυπηρετικής ανέλιξης. Τα κόμματα κατέληξαν να είναι, πρωτίστως, εξουσιαστικοί μηχανισμοί εκμετάλλευσης των «κοινών» χάριν των «πελατών» τους.
Ο ιδιοτελής κομματάνθρωπος προσεγγίζει την πολιτική κυρίως υπό το πρίσμα της δικής του πολιτικής επιβίωσης. Δεν νοιώθει ότι δεσμεύεται από τα ρυθμιστική αρχή του κοινού καλού, δεν αισθάνεται ότι η πολιτική ύπαρξή του προϋποθέτει τη μετοχή του σε μια ευρύτερη θεσμική τάξη την οποία συν-υπηρετεί, ούτε υπάγει τη συμπεριφορά του σε κοινά αποδεκτούς κανόνες. Ο ιδιοτελής κομματάνθρωπος έχει σμιλεύσει τον χαρακτήρα του σε αυτο-αναφερόμενες κομματικές γραφειοκρατίες, οι οποίες διακρίνονται περισσότερο για την τάση μεγέθυνσης της ισχύος τους και λιγότερο για την έμπρακτη προώθηση των όποιων αξιών τους.
Γιατί να απορεί κανείς που οι ηγέτες των δύο κομμάτων εξουσίας αδυνατούν να συμφωνήσουν σε ένα κοινό πρόγραμμα αντιμετώπισης της κρίσης; Πότε επέδειξαν συναινετική συμπεριφορά στο παρελθόν για να το κάνουν και τώρα; Όταν η καιροσκοπική πόλωση, ως το κατ’ εξοχή μέσον διαφοροποίησης από τον αντίπαλό τους, είναι η κύρια δεξιότητα την οποία έμαθαν, πώς να δράσουν τώρα διαφορετικά; Η παραγωγική (και βιώσιμη) συναίνεση δεν καλλιεργείται από τη μια μέρα στην άλλη: απαιτεί την κατάλληλη γλώσσα, την αντίστοιχη νοο-τροπία, έναν τρόπο άσκησης πολιτικής προσανατολισμένο στην έννοια του «κοινού καλού». Αν αυτή την προδιάθεση συμπεριφοράς δεν την έμαθες ποτέ, πως θα την αποκτήσεις ξαφνικά;
Σκεφτείτε: πόσο ρηξικέλευθος μπορεί να είναι ως πρωθυπουργός κάποιος που αποτελεί τον τρίτο γόνο πολιτικής δυναστείας, διετέλεσε επί δεκαετίες υπουργός του κόμματος που κυρίως ευθύνεται για τις πλείστες νοσηρές νοοτροπίες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία, και υποστηρίχθηκε εσωκομματικά από το πιο καθυστερημένο πολιτικά κομμάτι του κόμματός του;
Δείτε τον πρόσφατο ανασχηματισμό. Ακόμα και τη στιγμή που η χώρα καταρρέει, ο κ.Παπανδρέου διαιωνίζει την παράδοση των πολυπρόσωπων κυβερνήσεων ενδοκομματικών ισορροπιών (42 μέλη παρακαλώ, όταν η Πορτογαλία έχει 16!), διορίζοντας εμφανώς ακατάλληλα πρόσωπα με κριτήρια κάθε άλλο παρά ορθολογικά. Όταν η χώρα έχει τεράστιο πρόβλημα εσόδων, τους φόρους καλείται να συλλέξει κάποιος βαθυπράσινος κ.Οικονόμου, του οποίου η κύρια διάκριση μέχρι τώρα ήταν η ριζική διαφωνία του με το Μνημόνιο! Άτομα με μηδενικό έργο αλλά το «σωστό» επώνυμο (Γεννηματά) ή άτομα με τις κατάλληλες ενδοκομματικές διασυνδέσεις αλλά αποδεδειγμένα αρνητικό έργο σε παραγωγικά υπουργεία (Ξενογιαννακοπούλου) ανταμείβονται παραμένοντας υπουργοί!
Τι καινούριο μπορεί να περιμένει κανείς από το νέο υπουργό Οικονομικών; Αν η πολιτική ήταν αγώνας ρητορικής δεινότητας, ο κ.Βενιζέλος θα ήταν επαξίως νικητής. Μόνο που η πολιτική είναι ένα πολύ πιο απαιτητικό παιχνίδι. Η χώρα απεγνωσμένα χρειάζεται νέες πολιτικές συμπεριφορές, αλλά τι καινούριο μπορεί να προσφέρει ένας ισορροπιστής-κρατιστής, του οποίου κύριο μέλημα στην πολιτική σταδιοδρομία του – άρα και στη διαμόρφωση του πολιτικού χαρακτήρα του - ήταν να προσφεύγει στην περίτεχνη κενολογία προκειμένου να αποφεύγει τις συγκρούσεις; Πότε ο κ.Βενιζέλος κατέστη φορέας νέων ιδεών και αντιλήψεων στο δημόσιο βίο; Με τι νεοτερικό ταύτισε το όνομά του; Πότε διακινδύνευσε κάτι; Με τι παθιάστηκε εκτός από τον εαυτό του;
Το κυρίαρχο ένστικτο της επιβίωσης θολώνει την κρίση νεοτερικών, υποτίθεται, πολιτικών. «Αν ήταν η 151η η δική μου ψήφος θα ψήφιζα το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, αλλά έχουμε κυβερνητική πλειοψηφία», δήλωσε ο κ.Κυριάκος Μητσοτάκης. Στην πιο κρίσιμη στιγμή στη μεταπολιτευτική ιστορία της χώρας, ο πολιτικός χαρακτήρας του κ.Μητσοτάκη δεν του επιτρέπει να δει με την απαιτούμενη διαύγεια το ρόλο του: θέτει την κομματική πειθαρχία πάνω από το εθνικό συμφέρον. Δεν νοιώθει την υποχρέωση να συμπεριφερθεί ηγετικά: να δώσει το παράδειγμα πολιτικού θάρρους, να διακινδυνεύσει κάτι πολύτιμο γι αυτόν, να μας εμπνεύσει με μια «αντισυστημική» συμπεριφορά. Βλέπει την ψήφο του αριθμητικά, όχι ηθικο-πολιτικά. «Ζητήσαμε από τον κόσμο να υποβληθεί σε τεράστιες θυσίες που εμείς δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε», δήλωσε σε διεθνή εφημερίδα. Η αυτο-εξυπηρετική λογική των πολιτικάντηδων είναι τόσο στρεβλή που δεν αντιλαμβάνονται καν την υποκρισία τους. Επικρίνει τους άλλους για προσκόλληση στα συμφέροντά τους, τη στιγμή που ο ίδιος κάνει ακριβώς το ίδιο!
Ο χαρακτήρας δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας αλλά επίμοχθης κατεργασίας – παράγεται σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα και παράγει συγκεκριμένα αποτελέσματα. Αν η μοίρα των πολιτικών είναι ο χαρακτήρας τους, η μοίρα της χώρας είναι μάλλον αυτή που υποψιαζόμαστε…
Παρασκευή 24 Ιουνίου 2011
Το δράμα ενός συμπλεγματικού ηγέτη
του Χρίστου Πιστοφίδη
Κατανοώ το δράμα του Αντώνη: ξεκίνησε με όλα τα φόντα, τα τζάκια και τα Χάρβαρντ. Μπήκε στην πολιτική νεότατος, έγινε υπουργός σε καίριες θέσεις, έμοιαζε να είναι η προσωποποίηση της επιτυχίας και του λαμπρού πολιτικού μέλλοντος. Κι ύστερα χτύπησε παγόβουνο: τον πέταξαν έξω, τον κακολόγησαν, τον περιφρόνησαν, τον καταδίκασαν στο περιθώριο να προσπαθεί μάταια να φέρει, ένας μόνος κούκος, την πολιτική άνοιξη.
Δεν ξέρω τι του βρήκε ο Κωστάκης και τον επανέφερε. Ποιός ξέρει ποιοί μικροπολιτικοί υπολογισμοί, ποιοί ανομολόγητοι συσχετισμοί μέσα στην εκπασοκισμένη "νόμιμη και ηθική" ΝΔ του έδωσαν την ευκαιρία να πιάσει ξανά τιμόνι στα χέρια του. Και τότε όλα άλλαξαν. Γυάλισε το μάτι του. Σαν το παλιό αμίμητο "Mortimer, we're back!", ο Αντώνης πήρε τα πάνω του. Μόλις το χέρι του γλίστρησε απαλά στο ταλαιπωρημένο δοιάκι της βαρκούλας της ΝΔ, έγινε το θαύμα: οι αδένες του εξερράγησαν, οι ορμόνες πλημμύρισαν το είναι του. Το μυαλό του, μουλιασμένο στα φυσικά παραισθησιογόνα, καβάλλησε ένα φτερωτό καλάμι που θαυματουργικά εμφανίστηκε απ' το πουθενά, κι άρχισε να καλπάζει στα καταπράσινα λιβάδια της εξουσίας. Από τον καλπασμό του έφυγαν τα γυαλιά της μυωπίας, αλλά αυτός πάλι τα έβλεπε όλα πεντακάθαρα. Αυτό θα μπορούσε να τον υποψιάσει κάπως, αλλά όταν μιλούν οι ορμόνες η λογική έχει πάρει άδεια άνευ αποδοχών. Τα όνειρα του Αντώνη έχουν μια άλλη απόχρωση του μπλε: δεν είναι το αυστηρό, πρωσικό μπλε της παραδοσιακής δεξιάς, ούτε έχει πυρσούς και τέτοια. Τα όνειρα του Αντώνη είναι ντυμένα ένα μυστηριώδες γαλάζιο κι ο πυρσός έχει εξαϋλωθεί σε μια ανωφερή χειρονομία που κάτι θυμίζει, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος τι.
Ο Αντώνης είχε πια ένα τιμόνι στο χέρι, έστω και μικρό. Είχε όνειρα πολλά και μπλε, αλλά το λιμάνι ήταν μικρό: όλο το μέρος το 'πιανε η ξεχαρβαλωμένη γαλέρα με τον ξέθωρο πράσινο ήλιο στο ξάρτι. Είχε εδώ κι εκεί και κάτι άλλα εμβλήματα που φέρνανε σε ήλιο, άλλα πιο καινούρια, άλλα παλιά. Μυστήριο πράμα αυτή η γαλέρα. Ο καπετάνιος ήταν ένας χαμογελαστός αδύνατος ψηλός με καράφλα, που έκανε κάθε τόσο γυμναστική και ηλιοθεραπεία με άσπρα ακουστικά iPod στ' αυτιά. Στα επάνω καταστρώματα, γύρω από την καμπίνα του καπετάνιου, σύχναζαν κάτι τύποι όμορφοι και φρέσκοι και κάτι κουλτουρογκόμενες. Κάθε τόσο μαζεύονταν κι έκαναν συσκέψεις στα αμερικάνικα. Τα λάπτοπ και τα "ουάου" έδιναν κι έπαιρναν ― καμία σχέση με τα κάτω καταστρώματα. Εκεί είχε κάτι μουστακαλήδες με κοιλίτσα που βλέπανε ματς, τρώγανε εναλλάξ αστακομακαρονάδες και μπατιρόσπορα, ακούγανε πότε κολοκοτρωνέικα και πότε κάρμινα μπουράνα, και τα έξυναν ανηλεώς κάτω από μια αφίσα ενός γέρου που έμοιαζε του καπετάνιου, και τη φωτογραφία της οικογένειας με το τζιπ. Αντίθετα με τις φλωράντζες επάνω που ήταν συνεχώς στην πρίζα, αυτούς εδώ δουλειά δεν τους είδε κανείς ποτέ να κάνουν. Ακόμη πιο κάτω, η γαλέρα ήταν παραδομένη στα ποντίκια. Παλιότερα, πριν έρθει ο νέος καπετάνιος, ήταν όλοι τροφαντοί κι ευτυχισμένοι ― και τα ποντίκια επίσης. Τώρα τελευταία κάτι πρέπει να έγινε κι άλλαξαν τα πράγματα. Οι μουστακαλήδες σα να αδυνάτισαν λίγο και τα ποντίκια σα να λιγόστεψαν. Κάθε μέρα τα βλέπει κανείς μισοπνιγμένα να κάνουν ύστατες προσπάθειες να ξανανέβουν στη γαλέρα.
Αυτά συνέβαιναν στη γαλέρα που στοίχειωνε τις σκέψεις του Τρελαντώνη. Ονειρευόταν πότε θα έδινε ο θεός να την πλευρίσει με τη βαρκούλα του, να πετάξει στη θάλασσα τους μισητούς ενοίκους και τον καπετάνιο, να την καθαρίσει, να τη βάψει στη δική του απόχρωση του γαλανού, και να σηκώσει αχνογάλαζα πανιά για τα πελάγη της εξουσίας. Επί του παρόντος, το δοιάκι της βαρκούλας είναι καλύτερο απ' το τίποτα, αλλά ο Αντώνης δε σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται ένα πραγματικό τιμόνι. Και δε χρειαζόταν καν να το ονειρεύεται ― ήταν εκεί και τον περίμενε. Το μόνο εμπόδιο ήταν όλα αυτά τα παράταιρα πλάσματα που χρόνια τώρα ζούσαν εκεί μέσα κι είχαν γίνει θαρρείς ένα με τα μαδέρια, τα πανιά και τα σκοινιά.
Κι ενώ στα όνειρα του Αντώνη υπήρχε μια κάποια τάξις, κανείς δεν πρόσεξε τον τυφώνα που πλησίαζε ακάθεκτος. Γιαυτό ήταν ανήσυχοι στη γαλέρα. Γιαυτό τελευταία είχαν κρεμάσει μούτρα κι είχαν κόψει τις ηλιοθεραπείες. Γιαυτό αδυνάτιζαν οι μουστακαλήδες. Γιαυτό πνίγονταν τα ποντίκια. Ο Αντώνης, προσηλωμένος στο μονόδρομο των συμπλεγμάτων του, κατελήφθη εξ απήνης.
Όταν κόπασε η θύελλα, δεν υπήρχε ούτε γαλέρα, ούτε Αντώνης, ούτε τίποτα. Ήταν μια καινούρια μέρα.
Ναι μεν "όταν κοιτάς από ψηλά μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι", αλλά οι ίδιοι δεν το ξέρουν. Στο περιορισμένο οπτικό πεδίο των μικρών ανθρώπων, χωράει μόνο ο εαυτός τους και οι επιδιώξεις τους. Οι ηγετίσκοι που έχουμε την απίστευτη γκαντεμιά να μας κυβερνούν, δεν νοιάζονται απλώς για την πάρτη τους ― αυτό δεν θα πείραζε και τόσο αν το έκαναν σωστά. Το δραματικό είναι το πώς αντιλαμβάνονται την πάρτη τους: όχι ως -μερική έστω- κατάφαση του συλλογικού, αλλά ως απόλυτη άρνησή του.
Ο Ξέρξης είχε βάλει να μαστιγώνουν τη θάλασσα επειδή δεν του 'κανε τα χατήρια. Ο Αντώνης Σαμαράς κατέληξε να μαστιγώνει την Ελλάδα επειδή τυχαίνει να μην είναι αυτός ο πρωθυπουργός της. Η αντίληψη της μεγάλης εικόνας υπήρξε ανέκαθεν προνόμιο ελαχίστων, αλλά ποτέ ολιγίστων.
Κατανοώ το δράμα του Αντώνη: ξεκίνησε με όλα τα φόντα, τα τζάκια και τα Χάρβαρντ. Μπήκε στην πολιτική νεότατος, έγινε υπουργός σε καίριες θέσεις, έμοιαζε να είναι η προσωποποίηση της επιτυχίας και του λαμπρού πολιτικού μέλλοντος. Κι ύστερα χτύπησε παγόβουνο: τον πέταξαν έξω, τον κακολόγησαν, τον περιφρόνησαν, τον καταδίκασαν στο περιθώριο να προσπαθεί μάταια να φέρει, ένας μόνος κούκος, την πολιτική άνοιξη.
Δεν ξέρω τι του βρήκε ο Κωστάκης και τον επανέφερε. Ποιός ξέρει ποιοί μικροπολιτικοί υπολογισμοί, ποιοί ανομολόγητοι συσχετισμοί μέσα στην εκπασοκισμένη "νόμιμη και ηθική" ΝΔ του έδωσαν την ευκαιρία να πιάσει ξανά τιμόνι στα χέρια του. Και τότε όλα άλλαξαν. Γυάλισε το μάτι του. Σαν το παλιό αμίμητο "Mortimer, we're back!", ο Αντώνης πήρε τα πάνω του. Μόλις το χέρι του γλίστρησε απαλά στο ταλαιπωρημένο δοιάκι της βαρκούλας της ΝΔ, έγινε το θαύμα: οι αδένες του εξερράγησαν, οι ορμόνες πλημμύρισαν το είναι του. Το μυαλό του, μουλιασμένο στα φυσικά παραισθησιογόνα, καβάλλησε ένα φτερωτό καλάμι που θαυματουργικά εμφανίστηκε απ' το πουθενά, κι άρχισε να καλπάζει στα καταπράσινα λιβάδια της εξουσίας. Από τον καλπασμό του έφυγαν τα γυαλιά της μυωπίας, αλλά αυτός πάλι τα έβλεπε όλα πεντακάθαρα. Αυτό θα μπορούσε να τον υποψιάσει κάπως, αλλά όταν μιλούν οι ορμόνες η λογική έχει πάρει άδεια άνευ αποδοχών. Τα όνειρα του Αντώνη έχουν μια άλλη απόχρωση του μπλε: δεν είναι το αυστηρό, πρωσικό μπλε της παραδοσιακής δεξιάς, ούτε έχει πυρσούς και τέτοια. Τα όνειρα του Αντώνη είναι ντυμένα ένα μυστηριώδες γαλάζιο κι ο πυρσός έχει εξαϋλωθεί σε μια ανωφερή χειρονομία που κάτι θυμίζει, αλλά κανείς δεν είναι σίγουρος τι.
Ο Αντώνης είχε πια ένα τιμόνι στο χέρι, έστω και μικρό. Είχε όνειρα πολλά και μπλε, αλλά το λιμάνι ήταν μικρό: όλο το μέρος το 'πιανε η ξεχαρβαλωμένη γαλέρα με τον ξέθωρο πράσινο ήλιο στο ξάρτι. Είχε εδώ κι εκεί και κάτι άλλα εμβλήματα που φέρνανε σε ήλιο, άλλα πιο καινούρια, άλλα παλιά. Μυστήριο πράμα αυτή η γαλέρα. Ο καπετάνιος ήταν ένας χαμογελαστός αδύνατος ψηλός με καράφλα, που έκανε κάθε τόσο γυμναστική και ηλιοθεραπεία με άσπρα ακουστικά iPod στ' αυτιά. Στα επάνω καταστρώματα, γύρω από την καμπίνα του καπετάνιου, σύχναζαν κάτι τύποι όμορφοι και φρέσκοι και κάτι κουλτουρογκόμενες. Κάθε τόσο μαζεύονταν κι έκαναν συσκέψεις στα αμερικάνικα. Τα λάπτοπ και τα "ουάου" έδιναν κι έπαιρναν ― καμία σχέση με τα κάτω καταστρώματα. Εκεί είχε κάτι μουστακαλήδες με κοιλίτσα που βλέπανε ματς, τρώγανε εναλλάξ αστακομακαρονάδες και μπατιρόσπορα, ακούγανε πότε κολοκοτρωνέικα και πότε κάρμινα μπουράνα, και τα έξυναν ανηλεώς κάτω από μια αφίσα ενός γέρου που έμοιαζε του καπετάνιου, και τη φωτογραφία της οικογένειας με το τζιπ. Αντίθετα με τις φλωράντζες επάνω που ήταν συνεχώς στην πρίζα, αυτούς εδώ δουλειά δεν τους είδε κανείς ποτέ να κάνουν. Ακόμη πιο κάτω, η γαλέρα ήταν παραδομένη στα ποντίκια. Παλιότερα, πριν έρθει ο νέος καπετάνιος, ήταν όλοι τροφαντοί κι ευτυχισμένοι ― και τα ποντίκια επίσης. Τώρα τελευταία κάτι πρέπει να έγινε κι άλλαξαν τα πράγματα. Οι μουστακαλήδες σα να αδυνάτισαν λίγο και τα ποντίκια σα να λιγόστεψαν. Κάθε μέρα τα βλέπει κανείς μισοπνιγμένα να κάνουν ύστατες προσπάθειες να ξανανέβουν στη γαλέρα.
Αυτά συνέβαιναν στη γαλέρα που στοίχειωνε τις σκέψεις του Τρελαντώνη. Ονειρευόταν πότε θα έδινε ο θεός να την πλευρίσει με τη βαρκούλα του, να πετάξει στη θάλασσα τους μισητούς ενοίκους και τον καπετάνιο, να την καθαρίσει, να τη βάψει στη δική του απόχρωση του γαλανού, και να σηκώσει αχνογάλαζα πανιά για τα πελάγη της εξουσίας. Επί του παρόντος, το δοιάκι της βαρκούλας είναι καλύτερο απ' το τίποτα, αλλά ο Αντώνης δε σταμάτησε ποτέ να ονειρεύεται ένα πραγματικό τιμόνι. Και δε χρειαζόταν καν να το ονειρεύεται ― ήταν εκεί και τον περίμενε. Το μόνο εμπόδιο ήταν όλα αυτά τα παράταιρα πλάσματα που χρόνια τώρα ζούσαν εκεί μέσα κι είχαν γίνει θαρρείς ένα με τα μαδέρια, τα πανιά και τα σκοινιά.
Κι ενώ στα όνειρα του Αντώνη υπήρχε μια κάποια τάξις, κανείς δεν πρόσεξε τον τυφώνα που πλησίαζε ακάθεκτος. Γιαυτό ήταν ανήσυχοι στη γαλέρα. Γιαυτό τελευταία είχαν κρεμάσει μούτρα κι είχαν κόψει τις ηλιοθεραπείες. Γιαυτό αδυνάτιζαν οι μουστακαλήδες. Γιαυτό πνίγονταν τα ποντίκια. Ο Αντώνης, προσηλωμένος στο μονόδρομο των συμπλεγμάτων του, κατελήφθη εξ απήνης.
Όταν κόπασε η θύελλα, δεν υπήρχε ούτε γαλέρα, ούτε Αντώνης, ούτε τίποτα. Ήταν μια καινούρια μέρα.
Ναι μεν "όταν κοιτάς από ψηλά μοιάζουν μυρμήγκια οι ανθρώποι", αλλά οι ίδιοι δεν το ξέρουν. Στο περιορισμένο οπτικό πεδίο των μικρών ανθρώπων, χωράει μόνο ο εαυτός τους και οι επιδιώξεις τους. Οι ηγετίσκοι που έχουμε την απίστευτη γκαντεμιά να μας κυβερνούν, δεν νοιάζονται απλώς για την πάρτη τους ― αυτό δεν θα πείραζε και τόσο αν το έκαναν σωστά. Το δραματικό είναι το πώς αντιλαμβάνονται την πάρτη τους: όχι ως -μερική έστω- κατάφαση του συλλογικού, αλλά ως απόλυτη άρνησή του.
Ο Ξέρξης είχε βάλει να μαστιγώνουν τη θάλασσα επειδή δεν του 'κανε τα χατήρια. Ο Αντώνης Σαμαράς κατέληξε να μαστιγώνει την Ελλάδα επειδή τυχαίνει να μην είναι αυτός ο πρωθυπουργός της. Η αντίληψη της μεγάλης εικόνας υπήρξε ανέκαθεν προνόμιο ελαχίστων, αλλά ποτέ ολιγίστων.
Πέμπτη 23 Ιουνίου 2011
«Ο καθένας μπορεί να θυμώσει• είναι εύκολο. Αλλά να θυμώσεις με το σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό, για το σωστό λόγο, τη σωστή στιγμή και με το σωστό τρόπο, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο»
Αριστοτέλης, «Ηθικά Νικομάχεια», 1109α26-29
Το πλήθος είναι πολύχρωμο, αντιφατικό, ετερόκλητο. Η ατμόσφαιρα «καρναβαλική»: στον προβλέψιμα αποστειρωμένο λόγο της Βουλής αντιπαρατίθεται «διαλογικά» η άναρθρη κραυγή, το αποδοκιμαστικό σφύριγμα, το αγενές «ουστ», το γηπεδικό χυδαιολόγημα, η απαξιωτική μούντζα. Αυτή και μόνο η χειρονομία δείχνει το μέγεθος της θεσμικής απαξίωσης που επήλθε στη χώρα: την υψωμένη γροθιά άλλων εποχών διαδέχθηκε η παλινδρομικά κινούμενη παλάμη!
Το πλήθος εκφράζει κυρίως τα αισθήματά του, ιδιαίτερα την οργή του. Αυτό που ενώνει τους «αγανακτισμένους» δεν είναι τόσο μια πολιτική πλατφόρμα όσο ένα συναίσθημα - θυμός. Συλλογικός θυμός για την κατάντια της χώρας, ατομική οργή για το βίο που γίνεται αβίωτος. Το σύνθημα που περισσότερο απ’ όλα ηλεκτρίζει τα πλήθη είναι «κλέφτες, κλέφτες». Το φωνάζουν με ένταση και θυμό, μουντζώνοντας παθιασμένα το Κοινοβούλιο.
Μερικοί αρθρογράφοι όχι μόνο χλευάζουν τα συχνά αφελή και ανεπεξέργαστα συνθήματα του πλήθους, αλλά τα απαξιώνουν ηθικά. Οι «αγανακτισμένοι» εγκαλούνται για αδιαφορία, ακόμα και συμμετοχή, στις ιδιοτελείς και φαύλες πρακτικές που βαθμιαία οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Ο αναπόφευκτος κ.Πάγκαλος χλεύασε, ως συνήθως, τους αγανακτισμένους ότι επιδίδονται σε «ανώδυνη και αναποτελεσματική εκτόνωση»! Τόσο καταλαβαίνει…
Οι επικριτές των «αγανακτισμένων» εμφορούνται από μια ψευδο-ορθολογική νοοτροπία. Δέχονται σιωπηρά ότι, πρώτον, μόνον ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι μπορούν να διαμαρτύρονται, και δεύτερον, ότι τα άτομα είναι a priori θεματοφύλακες του κοινού καλού. Και οι δύο παραδοχές είναι απλοϊκές: ελαύνονται από μια αφελώς κανονιστική προδιάθεση και μια απλοϊκή ανθρωπολογία.
Αν μόνον ηθικά άμεμπτοι άνθρωποι μπορούν να εγκαλούν τους κυβερνήτες τους λ.χ. για κλοπή δημόσιου πλούτου, τότε είναι αμφίβολο αν θα μιλούσε κανείς, αφού ελάχιστοι είναι οι ηθικά άμεμπτοι. Οι Αιγύπτιοι που ξεσηκώθηκαν κατά του Μουμπάρακ δεν είχαν, άραγε, συμβιβαστεί με το καθεστώς για δεκαετίες; Το ίδιο, μήπως, δεν ίσχυε και για τα πλήθη των αντικομμουνιστικών εξεγέρσεων το 1989;
Το πρόβλημα με την άποψη αυτή είναι ότι αντιλαμβάνεται το άτομο ως ένα πλατωνικό υποκείμενο, το οποίο ζει εκτός κοινωνίας και ιστορικού χρόνου, όπου μόνο κανονιστικού τύπου ερωτήματα τίθενται. Το άτομο που εμπειρικά γνωρίζουμε, όμως, είναι ένα γήινο ον, με βιοτικές ανάγκες, δεκτικό κινήτρων και κυρώσεων, που ζει τη σύντομη ζωή του σε ιστορικά δεδομένους θεσμούς, στη λειτουργία των οποίων αναπόφευκτα προσαρμόζεται.
Αν ο κυρίαρχος τρόπος για να τύχει καλής ιατρικής φροντίδας το παιδί μου στο ΕΣΥ είναι να δώσω «φακελάκι» στον θεράποντα γιατρό, μάλλον θα το κάνω. Αυτό απομειώνει βεβαίως την ηθική υπόστασή μου ως πολίτη, αλλά η ιδιότητα του πολίτη δεν είναι η μόνη ιδιότητα που έχω. Στον πεπερασμένο, αντιφατικό, και ατελή κόσμο που ζω η συμπεριφορά μου σμιλεύεται από τους θεσμούς που με περιβάλλουν.
Ο πραγματιστικός κομφορμισμός μου δεν σημαίνει ότι έχω χάσει απαραίτητα την ηθική φωνή μου. Το αντίθετο. Επειδή έχω βιώσει την αναξιοπρέπεια, ξέρω τι σημαίνει ταπείνωση. Το ότι, ιστορικά, είμαι μέρος τους «συστήματος», δεν σημαίνει ότι δεν έχω λόγους να είμαι θυμωμένος μαζί του. Στρεφόμενος κατά του «συστήματος», μέμφομαι εμμέσως και τον εαυτό μου, κάνω μια κίνηση να υπερβώ την μέχρι τώρα συμβιβασμένη ύπαρξή μου. Η διαμαρτυρία μου – έστω άναρθρη και καρναβαλική - είναι μια δημόσια προσπάθειά μου να ανακτήσω, από κοινού με τους άλλους, την ηθική υπόσταση που παραμέλησα στην τριβή τα ζωής. Ξαναγίνομαι εν δυνάμει έλλογο υποκείμενο, όχι απλός διεκπεραιωτής βιοτικών αναγκών.
Ο θυμός μου εναντίον των φαύλων πολιτικάντηδων είναι ένας τρόπος εμπλοκής μου με τον κόσμο. Η αθλιότητα της χώρας με κάνει να είμαι οργισμένος με αυτούς που δεν υπεράσπισαν το δημόσιο συμφέρον ως όφειλαν. Ο Αριστοτέλης μου θυμίζει ότι υπάρχουν στιγμές που είναι ανόητο να μην είσαι θυμωμένος, όχι μόνον γιατί το απαιτεί η κατάσταση στην οποία έχεις περιέλθει, αλλά και γιατί διαφορετικά απαξιώνεις τον εαυτό σου ως έλλογο ον. Ο θυμός μου μπορεί να στρέφεται κατά άλλων, αλλά στην ουσία μετασχηματίζει εμένα τον ίδιο: τον τρόπο που βλέπω τον κόσμο. Εκφράζοντας την οργή μου συνειδητοποιώ τι βαθιά με ενοχλεί και ξαναβρίσκω την αξιοπρέπειά μου• ενισχύω την ικανότητά μου να είμαι ένας δρών πολίτης.
Το σημαντικό στις συγκεντρώσεις των «αγανακτισμένων» δεν είναι τα όποια αφελή συνθήματα ή οι γηπεδικές κραυγές, αλλά η ίδια η ύπαρξή τους, η οποία μεταβάλλει συνειδήσεις και συνιστά ένα καινοφανές πολιτικό γεγονός. Όλοι γνωρίζουμε ότι το δράμα που ζούμε είναι στον πυρήνα του βαθιά αξιακό-πολιτικό. Η πολιτική σταθερότητα και διεύθυνση που απεγνωσμένα χρειάζεται η χώρα δεν θα επιτευχθεί όσο οι όποιες νεοτερικές δυνάμεις του πολιτικού συστήματος δεν «διαλεχθούν» με τη λαϊκή οργή• όσο δεν βρουν τρόπο να τη μορφοποιήσουν πολιτικά και να τη μεταβολίσουν σε νέα πρόσωπα, θεσμούς και αξίες.
Ακόμα κι αν η διαμαρτυρία των αγανακτισμένων φαίνεται αντικοινοβουλευτική, στον πυρήνα της δεν είναι. Το σύνθημα να «να καεί το μπ... η Βουλή» δεν στρέφεται τόσο κατά της Βουλής ως θεσμού, όσο κατά αυτών που κυρίαρχα ενσαρκώνουν-συμβολίζουν εδώ και χρόνια το θεσμό. Όσο η Βουλή στη συνείδησή μας ταυτίζεται με τον Σιούφα και τον Πετσάλνικο, τον Χατζηγάκη και τον Τσοχατζόπουλο, τον Βουλγαράκη και τον Τσουκάτο, τόσο θα δυσκολευόμαστε να τη δούμε διαφορετικά. Το σημαντικό είναι να δούμε ολόκληρο τον κύκλο: το πλήθος μουντζώνει σήμερα αυτούς που απαξίωσαν το θεσμό χθες. Από αυτό τον φαύλο κύκλο πρέπει να βγούμε.
Κυριακή 19 Ιουνίου 2011
Ώρα ηγετικής ευθύνης
Με ρωτούν αρκετοί γιατί υπέγραψα το κείμενο των 32 με τίτλο «Τολμήστε». Τους εξηγώ ότι το κείμενο είναι μια έκκληση προς τον πολιτικό κόσμο και τους συλλογικούς φορείς που μετέχουν στη δημόσια σφαίρα να κάνουν το καθήκον τους: να μιλήσουν με ειλικρίνεια, να υπερβούν τις παραδοσιακές αγκυλώσεις, να επιδείξουν αίσθημα ευθύνης, να προβούν στις τολμηρές πράξεις που έχει ανάγκη ο τόπος.
Ποια είναι η πιο σημαντική πράξη που χρειαζόμαστε σήμερα; Να υπερβούν οι πολιτικοί μας την ιδιοτελή επιμεριστικότητα, να μεριμνήσουν για την πατρίδα, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη σωτηρία της χώρας. Οι στιγμές είναι δραματικές, η Ελλάδα κινδυνεύει να γυρίσει πίσω αρκετές δεκαετίες • κοντεύουμε να βιώσουμε ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια χώρα σε καιρό ειρήνης. Η διαφαινόμενη χρεοκοπία δεν θα επιδεινώσει μόνο την υλική πλευρά της ζωής μας: θα καταρρεύσει η ίδια η έννοια, και οι συνοδευτική θεσμοί, μιας «ευπρεπούς κοινωνίας». Δεν είναι απαραίτητο να δούμε το χειρότερο σενάριο να υλοποιείται (π.χ. έξοδος από την ευρωζώνη ή κατάρρευση του ευρώ και συνακόλουθη χρεοκοπία) για να διαπιστώσουμε τι δεν κάναμε όταν είχαμε τη δυνατότητα. Πρέπει να δράσουμε τώρα• οι επιλογές μας μειώνονται ραγδαία…
Το κείμενο των 32 δεν συνιστά πολιτική ανάλυση, ούτε κατάθεση προτάσεων. Συνιστά προτροπή για δράση: να υπερβούν οι ταγοί μας την ακρασία που τους διακρίνει. Ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, αλλά αποφεύγουν να το κάνουν. Μια χώρα υπό πτώχευση έχει μια κύρια έγνοια: πώς να αποφύγει την πτώχευση. Ως πολίτης δεν βλέπω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εμείς από το να διαμαρτυρηθούμε ειρηνικά και να προτρέψουμε τους ηγέτες μας να αναλάβουν δράση. Ως πολιτικά σκεπτόμενο όν, ωστόσο, γνωρίζω ότι η έκκλησή μας μάλλον θα πέσει στο κενό. Οι ιστορικοί εθισμοί φοβάμαι ότι δεν ξεπερνιούνται μόνο με εκκλήσεις. Κάτι πιο καταλυτικό χρειάζεται…
Σημαίνει αυτό ότι η έκκλησή μας είναι μάταιη; Όχι. Πρώτον, είναι θέμα αξιοπρέπειας. Αν δεν μιλήσω, δεν θα μπορώ να δικαιολογήσω στον εαυτό μου αύριο την απραξία μου σήμερα. Απευθύνουμε εκκλήσεις λιγότερο από υπολογισμό και περισσότερο από ένα αίσθημα ευθύνης ως έλλογα όντα. Δεύτερον, μια έκκληση δημιουργεί ένα εν δυνάμει πολιτικό γεγονός. Στη δημόσια σφαίρα, τίποτα δεν πάει χαμένο. Ο δημόσιος λόγος δυνητικά αναπαράγεται από τα ΜΜΕ, σχολιάζεται, προβληματίζει. Από τη στιγμή που κάτι αξιοπρόσεκτο κατατίθεται στο δημόσιο λόγο, ενδέχεται να δημιουργήσει τη δική τους, εν πολλοίς απρόβλεπτη, δυναμική. Όχι δεν έχω αυταπάτες, ούτε πάσχω, νομίζω, από κάποιο σύνδρομο μεγαλείου. Η έκκληση των 32 είναι ελάχιστη, εφήμερη συνεισφορά, δεν έχει τις προδιαγραφές του κειμένου που θα συνεγείρει πλήθη ή θα θέσει σε κίνηση ιστορικές διαδικασίες (όπως λ.χ. οι 95 θέσεις του Λούθηρου). Παρόλα αυτά είναι κάτι…• καλύτερη από τη σιγή και την αδράνεια.
Η αγαπημένη μου φράση από το κείμενο των 32 είναι η διαπίστωση (και έμμεση προτροπή) ότι «ο τόπος χρειάζεται μια ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης που, σε συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, θα κάνει τα απαραίτητα για τη σωτηρία [της χώρας]». Για δεκαετίες ζούμε ένα τραγικό έλλειμμα ηγεσίας: βλέπουμε πολιτικούς να άγονται από τους ψηφοφόρους τους, αντί να ηγούνται των ψηφοφόρων τους. Έστω και τώρα, την δωδεκάτη ώρα, τους καλούμε να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη του παραδοσιακού πολιτικού παιγνίου αλλά να δημιουργήσουν ένα νέο παίγνιο – πιο διαλογικό, λιγότερο καιροσκοπικά συγκρουσιακό, πιο ορθολογικό.
Γνωρίζω ότι οι έννοιες είναι αναγκαστικά γενικευτικές, ενώ η πραγματικότητα περισσότερο πολυσχιδής. Η έννοια «το πολιτικό σύστημα» συναιρεί πολλούς και διαφορετικούς πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα. Αυτή την ετερογένεια μπορεί να αναδείξει ένα κείμενο όπως το «Τολμήστε».
Απευθύνοντας έκκληση στους πολιτικούς, καλούμε τους πιο νεωτεριστές, έντιμους και ικανούς από αυτούς, να πάρουν θέση, να αδράξουν ευκαιρίες (όπως το κείμενο των 32 ή οι συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων») για να εκφέρουν έναν διαφορετικό πολιτικό λόγο• να δείξουν την ετερότητά τους από το χρεοκοπημένο mainstream. Κραυγάζοντας με πάθος την έκκλησή μας – «Τολμήστε!» - εκπέμπουμε μήνυμα αγωνίας, καλώντας τους να μην το αγνοήσουν. Στο μέτρο που η έκκλησή μας απηχεί ένα γενικότερο αίσθημα, καλούμε τους πολιτικούς να συντονιστούν με την κοινή εμπειρία: να ακούσουν την κραυγή της κοινωνίας, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, να τιμήσουν τον όρκο τους.
Ποια είναι η πιο σημαντική πράξη που χρειαζόμαστε σήμερα; Να υπερβούν οι πολιτικοί μας την ιδιοτελή επιμεριστικότητα, να μεριμνήσουν για την πατρίδα, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη σωτηρία της χώρας. Οι στιγμές είναι δραματικές, η Ελλάδα κινδυνεύει να γυρίσει πίσω αρκετές δεκαετίες • κοντεύουμε να βιώσουμε ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια χώρα σε καιρό ειρήνης. Η διαφαινόμενη χρεοκοπία δεν θα επιδεινώσει μόνο την υλική πλευρά της ζωής μας: θα καταρρεύσει η ίδια η έννοια, και οι συνοδευτική θεσμοί, μιας «ευπρεπούς κοινωνίας». Δεν είναι απαραίτητο να δούμε το χειρότερο σενάριο να υλοποιείται (π.χ. έξοδος από την ευρωζώνη ή κατάρρευση του ευρώ και συνακόλουθη χρεοκοπία) για να διαπιστώσουμε τι δεν κάναμε όταν είχαμε τη δυνατότητα. Πρέπει να δράσουμε τώρα• οι επιλογές μας μειώνονται ραγδαία…
Το κείμενο των 32 δεν συνιστά πολιτική ανάλυση, ούτε κατάθεση προτάσεων. Συνιστά προτροπή για δράση: να υπερβούν οι ταγοί μας την ακρασία που τους διακρίνει. Ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, αλλά αποφεύγουν να το κάνουν. Μια χώρα υπό πτώχευση έχει μια κύρια έγνοια: πώς να αποφύγει την πτώχευση. Ως πολίτης δεν βλέπω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εμείς από το να διαμαρτυρηθούμε ειρηνικά και να προτρέψουμε τους ηγέτες μας να αναλάβουν δράση. Ως πολιτικά σκεπτόμενο όν, ωστόσο, γνωρίζω ότι η έκκλησή μας μάλλον θα πέσει στο κενό. Οι ιστορικοί εθισμοί φοβάμαι ότι δεν ξεπερνιούνται μόνο με εκκλήσεις. Κάτι πιο καταλυτικό χρειάζεται…
Σημαίνει αυτό ότι η έκκλησή μας είναι μάταιη; Όχι. Πρώτον, είναι θέμα αξιοπρέπειας. Αν δεν μιλήσω, δεν θα μπορώ να δικαιολογήσω στον εαυτό μου αύριο την απραξία μου σήμερα. Απευθύνουμε εκκλήσεις λιγότερο από υπολογισμό και περισσότερο από ένα αίσθημα ευθύνης ως έλλογα όντα. Δεύτερον, μια έκκληση δημιουργεί ένα εν δυνάμει πολιτικό γεγονός. Στη δημόσια σφαίρα, τίποτα δεν πάει χαμένο. Ο δημόσιος λόγος δυνητικά αναπαράγεται από τα ΜΜΕ, σχολιάζεται, προβληματίζει. Από τη στιγμή που κάτι αξιοπρόσεκτο κατατίθεται στο δημόσιο λόγο, ενδέχεται να δημιουργήσει τη δική τους, εν πολλοίς απρόβλεπτη, δυναμική. Όχι δεν έχω αυταπάτες, ούτε πάσχω, νομίζω, από κάποιο σύνδρομο μεγαλείου. Η έκκληση των 32 είναι ελάχιστη, εφήμερη συνεισφορά, δεν έχει τις προδιαγραφές του κειμένου που θα συνεγείρει πλήθη ή θα θέσει σε κίνηση ιστορικές διαδικασίες (όπως λ.χ. οι 95 θέσεις του Λούθηρου). Παρόλα αυτά είναι κάτι…• καλύτερη από τη σιγή και την αδράνεια.
Η αγαπημένη μου φράση από το κείμενο των 32 είναι η διαπίστωση (και έμμεση προτροπή) ότι «ο τόπος χρειάζεται μια ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης που, σε συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, θα κάνει τα απαραίτητα για τη σωτηρία [της χώρας]». Για δεκαετίες ζούμε ένα τραγικό έλλειμμα ηγεσίας: βλέπουμε πολιτικούς να άγονται από τους ψηφοφόρους τους, αντί να ηγούνται των ψηφοφόρων τους. Έστω και τώρα, την δωδεκάτη ώρα, τους καλούμε να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη του παραδοσιακού πολιτικού παιγνίου αλλά να δημιουργήσουν ένα νέο παίγνιο – πιο διαλογικό, λιγότερο καιροσκοπικά συγκρουσιακό, πιο ορθολογικό.
Γνωρίζω ότι οι έννοιες είναι αναγκαστικά γενικευτικές, ενώ η πραγματικότητα περισσότερο πολυσχιδής. Η έννοια «το πολιτικό σύστημα» συναιρεί πολλούς και διαφορετικούς πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα. Αυτή την ετερογένεια μπορεί να αναδείξει ένα κείμενο όπως το «Τολμήστε».
Απευθύνοντας έκκληση στους πολιτικούς, καλούμε τους πιο νεωτεριστές, έντιμους και ικανούς από αυτούς, να πάρουν θέση, να αδράξουν ευκαιρίες (όπως το κείμενο των 32 ή οι συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων») για να εκφέρουν έναν διαφορετικό πολιτικό λόγο• να δείξουν την ετερότητά τους από το χρεοκοπημένο mainstream. Κραυγάζοντας με πάθος την έκκλησή μας – «Τολμήστε!» - εκπέμπουμε μήνυμα αγωνίας, καλώντας τους να μην το αγνοήσουν. Στο μέτρο που η έκκλησή μας απηχεί ένα γενικότερο αίσθημα, καλούμε τους πολιτικούς να συντονιστούν με την κοινή εμπειρία: να ακούσουν την κραυγή της κοινωνίας, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, να τιμήσουν τον όρκο τους.
Τρίτη 14 Ιουνίου 2011
Αν ήμουν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ…
«Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες»
Μανόλης Αναγνωστάκης
Δεν λογάριαζα ποτέ να βρεθώ σε αυτή τη θέση. Δεν προετοιμάστηκα γι αυτό. Καλούμαι να λάβω δραματικής σημασίας αποφάσεις για τη χώρα, ενώ οι πλείστες αποφάσεις που έπαιρνα μέχρι τώρα ήταν πώς να εκλεγώ, πώς να μην αποδυναμωθώ εσωκομματικά, ποιά ρουσφέτια να ικανοποιήσω, πώς να μεταφέρω τοπικά αιτήματα στην κεντρική εξουσία. Στον μικρόκοσμό μου αυτά μετρούσαν…Τώρα το παιχνίδι άλλαξε. Από την ψήφο μου κρίνονται πολύ σοβαρότερα πράγματα: αν θα συνεχισθεί η δανειοδότηση της χώρας, αν η Ελλάδα θα παραμείνει στην καρδιά της Ευρώπης, αν τα παιδιά μου θα ζήσουν με αξιοπρέπεια και προοπτική.
Πώς να αποφασίσω; Τι στάση να κρατήσω στο Μεσοπρόθεσμο; Είναι η στιγμή που θα αναμετρηθώ με τη συνείδησή μου. Πρέπει να υπαγαγάγω με διαύγεια το πολιτικό συμφέρον μου στο συμφέρον της χώρας. Παλιότερα πίστευα πως ό,τι είναι καλό για το κόμμα μου είναι καλό και για τη χώρα μου. Όχι πλέον. Η οξεία πολιτική κρίση μου φανέρωσε πόσο μικροπρεπώς αυτοεξυπηρετική ήταν η αντίληψη αυτή.
Πρέπει να αφουγκραστώ το οργίλο λαϊκό αίσθημα, χωρίς όμως να παγιδευτώ από αυτό. Πρέπει να σκεφτώ τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς να υποπέσω στην αναπαραγωγή του κατεστημένου κυβερνητισμού. Στην Ελλάδα επήλθε μια ποιοτική αλλαγή: η οικονομική χρεοκοπία αποκάλυψε πλήρως τη χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος. Χρειαζόμαστε πολιτική αναγέννηση. Χρειαζόμαστε όμως άμεσα και την πέμπτη δόση. Τι να κάνω;
Πρώτον, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις μου, θα υπερψηφίσω το Μεσοπρόθεσμο. Η χώρα πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγει τη χρεοκοπία. Δεύτερον, η παρούσα κυβέρνηση έχασε την εμπιστοσύνη ότι μπορεί να φέρει εις πέρας ένα τόσο τιτάνιο έργο αλλαγών. Σπαράσσεται από διαφωνίες, απουσιάζει το ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων. Ο τιμονιέρης, παρά τις καλές προθέσεις του, απεδείχθη ανεπαρκής. Θα ζητήσω την παραίτηση του πρωθυπουργού. Τα σοβαρά κόμματα αλλάζουν τους ηγέτες τους όταν αυτοί χάσουν την εμπιστοσύνη (βλ. Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία το 1990). Τρίτον, ο νέος ηγέτης να εκλεγεί, εκτάκτως, από την κοινοβουλευτική ομάδα. Η σχετική διαδικασία θα αναδείξει αντιλήψεις και πρόσωπα. Η έκβαση είναι δημιουργικά αβέβαιη. Τέταρτον, ο νέος πρωθυπουργός να σχηματίσει κυβέρνηση προσωπικοτήτων, η οποία θα επεξεργαστεί μια στρατηγική πρωτοφανών μεταρρυθμίσεων παντού. Και πέμπτον, απαιτείται λαϊκή νομιμοποίηση, άρα προσφυγή σε εκλογές.
Πρέπει και να αποφύγουμε την άμεση χρεοκοπία και να βγούμε από τη βαθύτερη κρίση. Το πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε, όχι όμως και η Πολιτική. Χρειαζόμαστε βαθιές τομές για την εθνική αναγέννηση. Τώρα είναι η ώρα. Ξέρω ότι οι μεγάλες αλλαγές δημιουργούν αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα, όμως, είναι συνθήκη παραγωγής της καινοτομίας, ο τοκετός προϋποθέτει ωδίνες. Πρέπει να αντέξουμε την αβεβαιότητα και να την αξιοποιήσουμε δημιουργικά.
Τι θα κάνουν οι υπόλοιποι βουλευτές; Δεν ξέρω. Εγώ, πάντως, θα κάνω το καθήκον μου.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες»
Μανόλης Αναγνωστάκης
Δεν λογάριαζα ποτέ να βρεθώ σε αυτή τη θέση. Δεν προετοιμάστηκα γι αυτό. Καλούμαι να λάβω δραματικής σημασίας αποφάσεις για τη χώρα, ενώ οι πλείστες αποφάσεις που έπαιρνα μέχρι τώρα ήταν πώς να εκλεγώ, πώς να μην αποδυναμωθώ εσωκομματικά, ποιά ρουσφέτια να ικανοποιήσω, πώς να μεταφέρω τοπικά αιτήματα στην κεντρική εξουσία. Στον μικρόκοσμό μου αυτά μετρούσαν…Τώρα το παιχνίδι άλλαξε. Από την ψήφο μου κρίνονται πολύ σοβαρότερα πράγματα: αν θα συνεχισθεί η δανειοδότηση της χώρας, αν η Ελλάδα θα παραμείνει στην καρδιά της Ευρώπης, αν τα παιδιά μου θα ζήσουν με αξιοπρέπεια και προοπτική.
Πώς να αποφασίσω; Τι στάση να κρατήσω στο Μεσοπρόθεσμο; Είναι η στιγμή που θα αναμετρηθώ με τη συνείδησή μου. Πρέπει να υπαγαγάγω με διαύγεια το πολιτικό συμφέρον μου στο συμφέρον της χώρας. Παλιότερα πίστευα πως ό,τι είναι καλό για το κόμμα μου είναι καλό και για τη χώρα μου. Όχι πλέον. Η οξεία πολιτική κρίση μου φανέρωσε πόσο μικροπρεπώς αυτοεξυπηρετική ήταν η αντίληψη αυτή.
Πρέπει να αφουγκραστώ το οργίλο λαϊκό αίσθημα, χωρίς όμως να παγιδευτώ από αυτό. Πρέπει να σκεφτώ τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς να υποπέσω στην αναπαραγωγή του κατεστημένου κυβερνητισμού. Στην Ελλάδα επήλθε μια ποιοτική αλλαγή: η οικονομική χρεοκοπία αποκάλυψε πλήρως τη χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος. Χρειαζόμαστε πολιτική αναγέννηση. Χρειαζόμαστε όμως άμεσα και την πέμπτη δόση. Τι να κάνω;
Πρώτον, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις μου, θα υπερψηφίσω το Μεσοπρόθεσμο. Η χώρα πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγει τη χρεοκοπία. Δεύτερον, η παρούσα κυβέρνηση έχασε την εμπιστοσύνη ότι μπορεί να φέρει εις πέρας ένα τόσο τιτάνιο έργο αλλαγών. Σπαράσσεται από διαφωνίες, απουσιάζει το ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων. Ο τιμονιέρης, παρά τις καλές προθέσεις του, απεδείχθη ανεπαρκής. Θα ζητήσω την παραίτηση του πρωθυπουργού. Τα σοβαρά κόμματα αλλάζουν τους ηγέτες τους όταν αυτοί χάσουν την εμπιστοσύνη (βλ. Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία το 1990). Τρίτον, ο νέος ηγέτης να εκλεγεί, εκτάκτως, από την κοινοβουλευτική ομάδα. Η σχετική διαδικασία θα αναδείξει αντιλήψεις και πρόσωπα. Η έκβαση είναι δημιουργικά αβέβαιη. Τέταρτον, ο νέος πρωθυπουργός να σχηματίσει κυβέρνηση προσωπικοτήτων, η οποία θα επεξεργαστεί μια στρατηγική πρωτοφανών μεταρρυθμίσεων παντού. Και πέμπτον, απαιτείται λαϊκή νομιμοποίηση, άρα προσφυγή σε εκλογές.
Πρέπει και να αποφύγουμε την άμεση χρεοκοπία και να βγούμε από τη βαθύτερη κρίση. Το πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε, όχι όμως και η Πολιτική. Χρειαζόμαστε βαθιές τομές για την εθνική αναγέννηση. Τώρα είναι η ώρα. Ξέρω ότι οι μεγάλες αλλαγές δημιουργούν αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα, όμως, είναι συνθήκη παραγωγής της καινοτομίας, ο τοκετός προϋποθέτει ωδίνες. Πρέπει να αντέξουμε την αβεβαιότητα και να την αξιοποιήσουμε δημιουργικά.
Τι θα κάνουν οι υπόλοιποι βουλευτές; Δεν ξέρω. Εγώ, πάντως, θα κάνω το καθήκον μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



