Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2009

Όλα κυοφορούνται μέσα στη γλώσσα





«Μιλάμε για κατανόηση μιας πρότασης με την έννοια ότι αυτή μπορεί να αντικατασταθεί από άλλη που λέει το ίδιο πράγμα• αλλά και με την έννοια ότι δεν μπορεί να αντικατασταθεί από καμία άλλη. […] Στη μια περίπτωση η σκέψη της πρότασης είναι κάτι που το έχουν κοινό διαφορετικές προτάσεις• στην άλλη, κάτι που μπορούν να το εκφράσουν μόνο αυτές οι λέξεις, σε αυτές τις θέσεις (Κατανόηση ενός ποιήματος)»
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, Φιλοσοφικές Έρευνες, §531

Σε πρόσφατη διαδήλωση συμπαράστασης στη συνδικαλίστρια εργάτρια καθαριότητας Κωνσταντίνα Κούνεβα, εναντίον της οποίας έλαβε χώρα δολοφονική απόπειρα με βιτριόλι, εμφανίστηκε το σύνθημα «Όχι στον εργασιακό Μεσαίωνα». Μετά το φόνο του εφήβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, γεγονός που έτυχε να συμβεί την ίδια πάνω-κάτω περίοδο με τη δίκη των οκτώ αστυνομικών, κατηγορούμενων για τον αναίτιο, κτηνώδη ξυλοδαρμό του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη το 2007, ο πατέρας του φοιτητή, αφού συλλυπήθηκε την οικογένεια Γρηγορόπουλου, πρόσθεσε: «τον 15χρονο τον σκότωσαν σωματικά, ενώ τον γιο μου ψυχικά». Στις συγκλονιστικές ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη εμφανίστηκαν συνθήματα τα οποία ‘εκλογίκευαν’ τη βία που είδαμε στο κέντρο της Αθήνας: «ρημάξατε τη ζωή μας, θα ρημάξουμε τα πάντα», «πλιάτσικο στις κλεμμένες μας ζωές», «βία στη βία των αυτοκινήτων», και άλλα παρόμοια.

Και οι τρεις περιπτώσεις έχουν ένα κοινό στοιχείο: τη χρήση της μεταφορικής γλώσσας. Συνηθισμένες έννοιες οργανώνονται με λίγο ως πολύ ασυνήθιστο τρόπο για να παραχθούν νέα νοήματα. Για μερικούς οξυδερκείς σχολιαστές, η μεταφορική χρήση της γλώσσας πρέπει να αποφεύγεται στο δημόσιο λόγο, διότι εμποδίζει την «ακριβή περιγραφή» των προβλημάτων και, άρα, την ορθολογική συζήτησή τους (βλ. άρθρο Π. Μανδραβέλη, «Καθημερινή», 24/12/2008). Υπάρχει, όμως, «ακριβής» γλώσσα περιγραφής; Είναι λιγότερο μεταφορική η, ας πούμε, γλώσσα των οικονομολόγων περί «ύφεσης», «υπερθέρμανσης» «ρευστότητας», κλπ, από τη γλώσσα των επιχειρηματιών ότι π.χ. «δεν κινείται φύλλο στην αγορά»;

Γενικότερα, είναι δυνατόν να επινοήσουμε μια κυριολεκτική γλώσσα, με την οποία να περιγράψουμε τα κοινωνικά προβλήματα; Λίγο δύσκολο, στο μέτρο που οι οπτικές μας γωνίες είναι διαφορετικές, τα συμφέροντά μας αποκλίνουν, και οι εμπειρίες μας διαφέρουν. Για τον πατέρα του Κύπριου φοιτητή ο γιος του «σκοτώθηκε ψυχικά» από τους αστυνομικούς. Μπορούμε να ελέγξουμε την αλήθεια της πρότασής του; Το «πλιάτσικο» είναι παράνομη αρπαγή ξένης περιουσίας, όπως λένε τα λεξικά, ή μπορεί να ιδωθεί και ως προσπάθεια επανοικειοποίησης της «κλεμμένης ζωής», οπότε ίσως δεν είναι «πλιάτσικο»; Τι θέλουν να πουν όσοι χρησιμοποιούν τη γλώσσα με τόσο ασυνήθιστο τρόπο;

Η μεταφορική γλώσσα δεν είναι αναγώγιμη στην «κυριολεκτική» (συμβατική) γλώσσα. Οι μεταφορές δεν ‘μεταφέρουν’ ένα γνωστό γνωσιολογικό περιεχόμενο, το οποίο αντλείται από κάποιον ήδη υπάρχοντα τρόπο χρήσης της γλώσσας, ένα εμπεδωμένο δηλαδή γλωσσικό παιχνίδι. Αν ο χρήστης της μεταφορικής γλώσσας ήθελε να ‘μεταφέρει’ ένα γνωστό μήνυμα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει συμβατική γλώσσα, στο πλαίσιο ενός δεδομένου γλωσσικού παιχνιδιού, αλλά δεν το κάνει. Αντιθέτως, οργανώνει οικείες έννοιες με ασυνήθιστο τρόπο, για να αναδείξει νέες εμπειρίες.

Η φράση λ.χ. «εργασιακός Μεσαίωνας» δεν είναι αναγώγιμη στη φράση «ο εργοδότης μου παραβιάζει τη σύμβαση εργασίας και με εκβιάζει». Ενώ και οι δύο φράσεις δηλώνουν απαράδεκτες συνθήκες εργασίας, η πρώτη, επιπλέον, αντιδιαστέλλει τις συνθήκες εργασίας που ταιριάζουν στη σύγχρονη εποχή με αυτές άλλης εποχής, τονίζει τα περιορισμένα έως ανύπαρκτα δικαιώματά μου, επισημαίνει την καθεστωτική ασυδοσία του εργοδότη μου. Η μεταφορική περιγραφή δεν είναι παραφράσιμη – δεν είναι, δηλαδή, εναλλάξιμη με μια «κυριολεκτική».

Με τις μεταφορές επιχειρείται ανα-ταξινόμηση εννοιών, μέσα από την απόδοση νέων ιδιοτήτων σε γνωστές έννοιες και, κατά συνέπεια, η δημιουργία νέων εννοιών. Παραδείγματος χάριν, στη φράση «η δουλειά της Κωνσταντίνας είναι φυλακή», η λέξη «φυλακή» έχει δύο σημασίες. Η μια είναι η κυριολεκτική (το κτίριο της φυλακής) και η άλλη είναι αυτό που εκφράζει η έννοια της φυλακής: ένα μέρος καταπιεστικό, δυσάρεστο, χωρίς δυνατότητα διαφυγής. Η απόδοση αυτού του χαρακτηρισμού στη «δουλειά» της Κωνσταντίνας, της προσδίδει νέες ιδιότητες και, κατά συνέπεια, ανα-ταξινομεί την έννοια της «δουλειάς» – την καθιστά έκφραση της νέας έννοιας «η δουλειά-είναι-φυλακή» και ό,τι αυτή εκπροσωπεί.

Η νέα έννοια - «η-δουλειά-είναι-φυλακή» - επιτρέπει νέες εμπειρίες να αναδειχθούν και νέες εννοιολογικές διακρίσεις να γίνουν. Κατά τούτο, η μεταφορική γλώσσα ανα-περιγράφει συμβατικές έννοιες και θραύει, προσωρινά τουλάχιστον, τον εμπεδωμένο τρόπο χρήσης της γλώσσας, επιτρέποντας έτσι νέες εκφραστικές δυνατότητες – ακριβώς όπως η ποίηση. Η ιστορία της επιστήμης και της επιχειρηματικής καινοτομίας βρίθουν από μεταφορικές ανα-περιγραφές.

Αν δεν υπάρχει ακριβής γλώσσα περιγραφής της πραγματικότητας, τότε πως συνεννοούμαστε; Όταν οι μεταφορές χρησιμοποιούνται ευρέως καθίστανται «νεκρές», οπότε παύουμε να έχουμε επίγνωση της μεταφορικότητάς τους (π.χ. «κατέρρευσε το χρηματιστήριο») και ελέγχουμε, κυρίως, την αλήθεια τους (truth value). Ένα μεγάλο μέρος της επικοινωνίας μας είναι εφικτό ακριβώς στο μέτρο που οι προτάσεις που χρησιμοποιούμε είναι παραφράσιμες, μπορούμε δηλαδή να πούμε το ίδιο πράγμα με διαφορετικά λόγια. Προκύπτουν όμως προτάσεις που δεν είναι παραφράσιμες (οι μεταφορικές), οπότε καλούμαστε να σκεφτούμε την ιδιοτυπία – τη μοναδικότητα - των συγκεκριμένων προτάσεων. Έτσι διαβάζουμε την ποίηση. Στην έκταση που κατανοούμε μια συγκεκριμένη λεκτική ιδιοτυπία, εμπλουτίζουμε τις εμπειρίες μας.

Τα κοινωνικά προβλήματα είναι πιθανότερο να τα διαχειρισθούμε αποτελεσματικά όχι αναζητώντας μια χιμαιρική «ακριβή» γλώσσα περιγραφής, αλλά διευρύνοντας τις δυνατότητες της επι-κοινωνίας μας, έτσι ώστε να αυξάνουμε την αλληλοκατανόηση και να διευρύνουμε το κοινώς αποδεκτό λεξιλόγιο που χρησιμοποιούμε (αν και αυτό ουδέποτε θα συμβεί πλήρως). Η αλήθεια δεν είναι ατομικό επίτευγμα αλλά μετοχή στον κοινό λόγο. Η μεταφορική χρήση της γλώσσας, όπως αυτή που είδαμε στις ταραχές του περασμένου Δεκέμβρη, δεν είναι ούτε αληθής ούτε εσφαλμένη – υπογραμμίζει εμφατικά τη θραύση του κοινού λόγου που μας συνέχει. Το αντίδοτο δεν είναι η απαξίωση της ιδιότυπης αυτής γλώσσας, αλλά η κατανόησή της και η κοπιαστική ύφανση ενός νέου κοινού λόγου μέσα από την έλλογη θεσμική μας τάξη. Δύσκολα πράγματα…

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ιδιοφυής ανάλυση! Ποιος θα συμμετάσχει στην "κοπιαστική ύφανση ενός νέου κοινού λόγου"; Μπορεί να γίνει "μέσα από την έλλογη θεσμική μας τάξη"; Μα εάν γίνει μέσω αυτής, δεν αποκλείονται αυτομάτως ορισμένες ουσιαστικές δυνατότητες για επίτευξη αλληλοκατανόησης;

Με ποιό τρόπο συνδέεται η εμπλούτιση των εμπειριών μας με τη ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ κοινωνικών προβλημάτων; Η αναζήτηση νέων νοημάτων και επικοινωνίας μπορεί να είναι πολύ αναγκαία. Όμως, σε αντίθεση με τα ποιήματα, τα κοινωνικά προβλήματα είναι πολύ πιο πολύπλοκα, εφόσον συνδέονται με χρήματα, παραγωγή, γεωγραφία, κλπ. αλλά κυρίως με τις επικρατούσες 'έννοιες του καλού'. Π.χ. είναι διαφορετικό πράγμα να προσλαμβάνουμε την τριτοβάθμια εκπαίδευση ως προς την 'ανταγωνιστικότητά' της, και άλλο ως προς την 'ισότητα ευκαιριών που παρέχει'. Ποιά 'έννοια του καλού' υπερέχει; Μπορεί να γίνει διάλογος όταν συγκρούονται; Μήπως χρειάζεται συμβιβασμός 'εννοιών του καλού' για να υφανθεί ενάς συγκερασμένος λόγος; Όπως λέτε... δύσκολα πράγματα!

Μανώλης

Χαρίδημος Τσούκας είπε...

Εξαιρετικές ερωτήσεις. Σε μια Δημοκρατία, κατ' ανάγκην, μέσα από την έλλογη θεσμική τάξη επιχειρείται η ύφανση ενός νέου κοινού λόγου. Δείτε, για παράδειγμα, πως οι βίαιες ταραχές στο Μπρίξτον του Λονδίνου στη δεκαετία του 1980 (κυρίως) και στη δεκαετία του 1990 οδήγησαν σε σημαντικές αλλαγές στην αστυνόμευση της πόλης, οι οποίες να είναι αποδεκτές από τη μαύρη κοινότητα. Στις ώριμες δημοκρατίες οι ταραχές εκλαμβάνονται ως θραύση του κοινού λόγου, γι αυτό ενεργοποιούνται μηχανισμοί εναν-ενοποίησης του κοινού λόγου και περαιτέρω θεσμικής ανάπτυξης, έτσι ώστε ο κοινός λόγος και η θεσμική λειτουργία να εκφράζουν την εμπειρία ποικίλων κοινωνικών ομάδων.

Η διαχείριση των κοινωνικών προβλημάτων είναι αναμφίβολα πολύπλοκη, αλλά στη βάση της είναι και πολύ απλή, στο μέτρο που ελαύνεται από μερικές κυρίαρχες φαντασιακές ιδέες-αιτήματα ή core images (για τη διατύπωση των οποίων συχνά χρησιμοποείται μεταφορική γλώσσα). Π.χ. το αίτημα "ελάχιστος κατώτατος μισθός" ή ένα "δωρεάν δημόσια περίθαλψη (public health free at the point of delivery)" ή "οχι στις φυλετικές διακρίσεις", κλπ είναι αιτήματα τα οποία εμπεριέχουν μερικές πυρηνικές αντιλήψεις για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την ανθρώπινη ισότητα. Δεν υπάρχει τίποτα το πολύπλοκο σε αυτά τα αιτήματα. Το δύσκολο ερώτημα είναι κατα πόσον οι πυρηνικές αντιλήψεις στις οποίες ερείδονται, οι οποίες, σημειωτέον, δεν συνάγονται απαγωγικά από κάποια θεωρία, αλλά συνιστούν φαντασιακές σημασίες τις οποίες ένα κοινωνικό σώμα θεσμίζει (όταν το κάνει), θεωρούνται αυτονόητες από το κοινωνικό σώμα. Ενα εξαίρετο παράδειγμα τέτοιων φαντασιακών σημασιών είναι η φράση "we hold these truths to be self-evident" (διακήρυξη Αμερικανικής Ανεξαρτησίας). Η Διακήρυξη θεσμίζει την ισότητα ως αξία, η οποία, φυσικά, κάθε άλλο παρά "αυτονόητη" είναι. Σε κρίσιμες στιγμές του δημόσιου βίου η ουσία της πολιτικής διαμάχης στρέφεται γύρω από τη 'νομιμοποίηση' τέτοιων φαντασιακών σημασιών (π.χ. κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ).

Αναφορικά με τη σύγκρουση αξιών, πράγματι είναι υπαρκτή και το ζητούμενο κάθε φορά είναι η σύνθεση. Το υπανίσσεται ευθέως ο Περικλής στον Επιταφιο Λόγο του, το καλύτερο πολιτικό κείμενο που γράφτηκε ποτέ.