Παρασκευή 5 Ιουνίου 2009

Οι άρχοντες της παρακμής



Αν ήμουν ανώτερο κομματικό στέλεχος και αναζητούσα «χορηγίες», υποψιάζομαι ότι θα μπορούσα να βασισθώ στη σχετική γνώση του εντιμότατου κ.Τσουκάτου. Αν ήμουν υπουργός και ήθελα το «κατιτίς» μου για τις πολύτιμες υπηρεσίες που αφειδώς προσφέρω στη χώρα, «καλλιεργητές του πολιτικού τοπίου» σαν τον εϋυπόληπτο κ.Χριστοφοράκο ίσως να ήταν καλές γνωριμίες. Αν έψαχνα να αγοράσω τηλεπικοινωνιακό εξοπλισμό με πιστωτικά τιμολόγια από τη «Ζίμενς», έχω την εντύπωση ότι ο κ.Κυριάκος Μητσοτάκης θα είχε την καλοσύνη να μου εξηγήσει τη διαδικασία. Αν πάλι, ως καλός οικογενιάρχης, αναζητούσα τρόπους να αποφύγω την πληρωμή φόρων για την ακίνητη περιουσία μου, εικάζω ότι θα μπορούσα βασίμως να απευθυνθώ στον δόκτορα Βουλαγαράκη. Οι πολιτικοί μας διαθέτουν πολύτιμη τεχνογνωσία, δίχως την οποία ακόμα και η απλή επιβίωση στη σημερινή Ελλάδα (συγγνώμη, πήγα να πω στη χώρα του Πούτιν) είναι προβληματική.

Αν και γνωρίζω που μπορώ να απευθυνθώ για βοήθεια σε επιμέρους θέματα, ομολογώ ότι, ευτυχώς για την ψυχική μου υγεία, δεν ξέρω καλά «πως» λειτουργεί συνολικά το πολιτικό μας σύστημα. Ξέρω όμως κάποιον που ξέρει. Στο βιβλίο του «Οι Αρχοντες της Παρακμής» (Εξάντας, 2008) ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Ι. Αγγελόπουλος περιγράφει με εντυπωσιακή διαύγεια, αφηγηματικότητα, και πολιτική οξυδέρκεια τη συγκρότηση ενός βαθιά ανίκανου και εντυπωσιακά διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος που λειτουργεί τα τελευταία 35 χρόνια. Διαβάζοντάς το, καταλαβαίνει κανείς γιατί η Ελλάδα δεν μπορούσε παρά να περιέλθει στη σημερινή κατάσταση της απίστευτης και γενικευμένης παρακμής• ακόμη χειρότερα, γιατί είναι απίθανο να βγει από αυτή, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Ο Αγγελόπουλος αφενός μεν περιγράφει με δημοσιογραφική γλαφυρότητα περιστατικά που συνθέτουν το μωσαϊκό της αθλιότητας του ελλαδικού δημόσιου βίου, αφετέρου δε το επιχείρημά του αναδεικνύει τη συστημικότητα του προβλήματος - εξού και οι τεράστιες δυσκολίες στην αντιμετώπισή του. Το πολιτικό μας σύστημα είναι πάνω απ’ όλα «σύστημα»: ένα πλέγμα αλληλοτροφοδοτούμενων «παικτών», το οποίο αποσκοπεί, όπως η κομμουνιστική νομενκλατούρα ή οι κλεπτοκρατικές ελιτ τριτοκοσμικών χωρών, στην με κάθε τρόπο οικειοποίηση των προσόδων που αποφέρει η νομή της εξουσίας.

Ποιοι είναι αυτοί οι «παίκτες»; Κυρίως οι εξής τρεις: κέντρα οικονομικής ισχύος του κρατικοδίαιτου ελλαδικού καπιταλισμού, διεφθαρμένοι υπάλληλοι-πολιτικοί, και διαμεσολαβητικοί επικοινωνιακοί δίαυλοι. Οι πρώτοι προωθούν ξεδιάντροπα τα οικονομικά συμφέροντά τους, προωθώντας, στηρίζοντας, και εκμαυλίζοντας τους ασπόνδυλους δεύτερους. Οι υπάλληλοι-πολιτικοί χρησιμοποιούν το κράτος σαν λάφυρο για την κομματική πελατεία τους και παρέχουν πλείστες πολιτικές διευκολύνσεις στους χρηματοδότες τους. Στη μιντιακή κοινωνία όμως το «σύστημα» έχει αυξημένες επικοινωνιακές ανάγκες, αφού οι συλλογικές και ατομικές ταυτότητες κατασκευάζονται κυρίως μιντιακά. Κατεθυνόμενοι δημοσιογράφοι, συγκροτήματα ΜΜΕ, θεσιθήρες πανεπιστημιακοί και πάσης φύσεως επικοινωνιακοί μεσολαβητές αναλαμβάνουν να κατασκευάσουν τις επιθυμητές εικόνες, τόσο για τους πολιτικούς όσο και για τους παραπολιτικούς χρηματοδότες τους.

Οι διαπλεκόμενοι Ελληνες ολιγάρχες έχουν το χρήμα και εκμαυλίζουν. Οι υπάλληλοι-πολιτικοί μεριμνούν κυρίως για τα ιδιοτελή συμφέροντά τους, μπλοκάροντας κάθε απόπειρα παραγωγής νέου πολιτικού λόγου• η αναπόφευκτη ανανέωση του πολιτικού προσωπικού γίνεται με «ασφαλή» πρόσωπα εμπιστοσύνης. Τα μιντιακά «παπαγαλάκια» ικανοποιούν τις φαντασιώσεις ισχύος που προσφέρει ο συναγελασμός με τους ισχυρούς και απολαμβάνουν τις διόλου ευκαταφρόνητες υλικές παροχές που προσφέρουν. Το «σύστημα» μπορεί να εμφανίζεται συμπαγές αλλά είναι εσωτερικά διαφοροποιημένο. Η όποια αλλαγή του πιθανότατα θα προέλθει από τις ρωγμές του. Κυρίως, όμως, το «σύστημα» διατηρεί την ευρωστία του, στο μέτρο που προσχωρούν στην πελατειακή λειτουργία του μεγάλα τμήματα του πληθυσμού. Η εξαχρείωση είναι γενικευμένη• δεν υπάρχουν αθώοι.

Τα στιγμιότυπα που γλαφυρά περιγράφει ο Αγγελόπουλος είναι οι πινελιές της συστημικής διαφθοράς. Αντιπρόσωπος εταιρίας οπλικών συστημάτων προσφέρει «δωράκια» σε δημοσιογράφο προκειμένου να μην ασχοληθεί με το θέμα των προμηθειών. Ισχυρός οικονομικός παράγοντας προτείνει σε νεαρό βουλευτή «να αναλάβει τα έξοδά του». Δύο πολιτικοί σχολιάζουν πόσο «κουτός» είναι ένας υπουργός και πως αυτή του η ιδιότητα ήταν η πιο σημαντική για την ανάδειξή του σε υπουργικό αξίωμα. Διπλωμάτης εκφράζει την απόγνωσή του για τη θλιβερή ανικανότητα των πολιτικών να διαχειριστούν μια μείζονα κρίση. Η χώρα είναι στο έλεος της τύχης και της θεσμοποιημένης ανικανότητας.

Οι άρχοντες της παρακμής είναι ισχυροί και τα συμφέροντά τους τεράστια. Το «σύστημα» έφθασε στα όριά του αλλά δείχνει να αντέχει. Το μόνο πλέον που μπορεί αξιόπιστα να παράγει είναι εντροπία – ανικανότητα, διαφθορά, ανομία, χρέη, φοροδιαφυγή, και μαύρη οικονομία. Ολα όμως κάποτε τελειώνουν. Αυτό που δεν ξέρουμε είναι πότε και πως.

Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

«Κύριε πρόεδρε θα είστε παρελθόν…»


Θλιβερό συμπέρασμα…. Τελειώνοντας το προτελευταίο κεφάλαιο του γλαφυρού αυτοβιογραφικού του βιβλίου «Οδοιπορικό για τη Γνώση» (Εστία, 2009), ο διακεκριμένος καθηγητής Ιατρικής Χ.Μ.Μουτσόπουλος (ΧΜ) μελαγχολικά παρατηρεί: «η εμπειρία αυτή μου δίδαξε πόσο δύσκολος είναι ο δρόμος για τον εκσυγχρονισμό των θεσμών μας και πόσο τα ιδιοτελή συμφέροντα επιβάλλονται στο δημόσιο συμφέρον».

Για ποια εμπειρία μιλά ο συγγραφέας; Από το τις αρχές του 1999 μέχρι το καλοκαίρι του 2000 διετέλεσε πρόεδρος του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΟΦ), ενώ πιο πριν, από το 1996 έως το 1998, προήδρευσε της Εθνικής Επιτροπής Λίστας Συνταγογραφούμενων Φαρμάκων (ΕΕΛΣΦ). Στο εξαίρετο βιβλίο του ο ΧΜ περιλαμβάνει ένα διαφωτιστικό κεφάλαιο, στο οποίο περιγράφει την εμπειρία του ως διαμορφωτής δημόσιας πολιτικής στο χώρο του φάρμακου.

Όσοι μελετούν τις μεταρρυθμίσεις θα βρουν ενδιαφέροντα στοιχεία στο βιβλίο του ΧΜ. Πράγματα που υποψιαζόμαστε, επιβεβαιώνονται. Εν ολίγοις: οι μεταρρυθμίσεις συναντούν κύματα αντιδράσεων από επιμέρους συμφέροντα, τα οποία, με διάφορους τρόπους, επιβάλλονται σε κατά κανόνα διαπλεκόμενους ή τουλάχιστον δειλούς πολιτικούς, έτσι ώστε να διαιωνίζεται η αδράνεια του «συστήματος», δηλαδή η προστασία ιδιοτελών συμφερόντων σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Αυτό είναι το βασικό μοτίβο της μεταρρυθμιστικής παλινδρόμησης.

Ο Χ. Μουτσόπουλος, εξέχων πανεπιστημιακός γιατρός με παγκόσμια αναγνώριση, δεν προσχωρεί στο κυρίαρχο πολιτικο-καθηγητικό σύστημα συναγελασμού και διαπλοκής. Δεν προσεταιρίζεται τους πολιτικούς• αντιθέτως, οι πολιτικοί προστρέχουν σε αυτόν. Διαθέτει ανεξαρτησία, η οποία, σε συνδυασμό με βαθιά γνώση, εδραία αυτοπεποίθηση, διεθνή εμπειρία, και απαιτητικό επαγγελματισμό, τον κάνουν να μην επιδιώκει να είναι πολιτικά αρεστός, αλλά κοινωνικά χρήσιμος και επαγγελματικά σεβαστός.

Η ΕΕΛΣΦ, αποτελούμενη από επιστήμονες υψηλού κύρους, θέτει διεθνώς αποδεκτά κριτήρια, συντάσσει τη σχετική λίστα, και την υποβάλλει στα αρμόδια υπουργεία. Η εγχώρια φαρμακοβιομηχανία αντιδρά, αφού πλέον μόνο φάρμακα με αποδεδειγμένη θεραπευτική αξία θα μπορούν να συνταγογραφούνται από τα ασφαλιστικά ταμεία, οδηγώντας έτσι σε μείωση περιττών δημοσίων δαπανών. Κατευθυνόμενα δημοσιογραφικά δημοσιεύματα δημιουργούν ανασφάλεια.

Σε σύσκεψη στο υπουργείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο εκπρόσωπος της φαρμακοβιομηχανίας εκφράζει με θλίψη ότι «με τη λίστα θα αφήσετε χωρίς δουλειά διακόσιες ελληνικές οικογένειες». Η έγνοια του βιομηχάνου είναι συγκινητική, αν και διόλου πρωτότυπη («ό,τι είναι καλό για τη Τζένεραλ Μότορς είναι καλό για την Αμερική»). Η αντίδραση είναι προβλέψιμη. Εκείνο που είναι λιγότερο προβλέψιμο είναι η απεμπόληση του δημοσίου συμφέροντος από τους ταγούς του – τους υπουργούς. Οι αντιδράσεις της φαρμακοβιομηχανίας έκαμψαν την τότε κυβέρνηση. Με εύσχημο τρόπο, τα φάρμακα που αποκλείσθηκαν από τη λίστα επανήλθαν. Τα ιδιωτικά συμφέροντα κατίσχυσαν. Μαντεύετε γιατί…

Ένα χρόνο αργότερα προτείνεται στον Μουτσόπουλο η προεδρία του ΕΟΦ, την οποία αποδέχεται αμισθί, παρά τις πολλές και εύλογες επιφυλάξεις του αρχικά. Συστήνει υψηλών προδιαγραφών Διοικητικό Συμβούλιο, καθιερώνει διαδικασίες που προάγουν τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα του ΕΟΦ, επιταχύνει σημαντικά το ρυθμό έγκρισης νέων φαρμακευτικών ουσιών, ελέγχει αυστηρά την ισοδυναμία αντίγραφων και πρωτότυπων φαρμάκων (τα πρώτα είναι αρκετά φτηνότερα από τα δεύτερα), προτείνει το διορισμό ανθρώπων κύρους σε επιστημονικές επιτροπές του ΕΟΦ.

Οι αντιδράσεις δεν άργησαν να φανούν. Βουλευτές της τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης υποβάλλουν ερωτήσεις στη Βουλή και μεροληπτικά δημοσιεύματα υποστηρικτών της φαρμακοβιομηχανίας βάλλουν εναντίον του διορισμού του. Οι αντιδράσεις κορυφώνονται όταν, το χειμώνα του 2000, τα ΜΜΕ δραματοποιούν κρούσματα μηνιγγίτιδας, πανικοβάλλοντας την κοινή γνώμη. Μετά από μελέτη, ο ΕΟΦ αποφαίνεται ότι το εμβόλιο μηνιγγιτιδόκοκκου δεν ενδείκνυται για μαζικό εμβολιασμό και ότι πρέπει να χορηγείται μόνο από τα υγειονομικά κέντρα της χώρας.

Ο φαρμακοβιομήχανος που παράγει το σχετικό εμβόλιο δεν χάρηκε και το έδειξε ποικιλοτρόπως. Ο ΕΟΦ, ωστόσο, επιμένει στην επιστημονικά τεκμηριωμένη απόφασή του. Σε συνάντησή του με το Μουτσόπουλο, ο βιομήχανος του πετάει κατάμουτρα: «Κύριε πρόεδρε θα είστε παρελθόν για τον Οργανισμό». Λίγους μήνες αργότερα, η «πρόβλεψή» του δικαιώθηκε. Το καλοκαίρι του 2000 ο Μουτσόπουλος παραιτήθηκε. Παρά τις αρχικές κυβερνητικές βεβαιώσεις, γνωμάτευση του υπουργείου Παιδείας απεφάνθη ότι δεν μπορούσε να είναι άμισθος πρόεδρος του ΕΟΦ διατηρώντας παράλληλα την πανεπιστημιακή του θέση. Ήταν ήδη πολύ «ενοχλητικός»…

Άνθρωποι «προτεσταντικών» προδιαγραφών σαν τον Μουτσόπουλο, είναι «δύστροποι», «απρόβλεπτοι», «μη συνεργάσιμοι». Παίρνουν τη δουλειά τους στα σοβαρά, θεωρούν το δημόσιο αξίωμα μέγιστη τιμή και ευθύνη, δεν κάνουν εκπτώσεις στα απαιτητικά κριτήριά τους, δεν παίρνουν «δωράκια», δεν χαρίζονται. Τέτοιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι για ένα διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα. Γι αυτό και τη χώρα δεν τη διοικούν άνθρωποι με το ανάστημα του Μουτσόπουλου, αλλά σπιθαμιαίοι κομματάνθρωποι σαν κι αυτούς που βλέπετε γύρω σας.

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Κύκλος φαύλος, δυσώδης, πνιγηρός...



Σε μια απολαυστική γελοιογραφία του ΚΥΡ στο «Βήμα» (22/3/2009), απεικονίζονται δυό νέοι, πιθανότατα φοιτητές, με τα βιβλία υπό μάλης, να περπατούν παρέα μπροστά από τα προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών. Λέει ο ένας στον άλλο: «Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας! Η θα γίνουμε αντιεξουσιαστές να σπάμε ή θα γίνουμε εξουσιαστές να κλέβουμε». Υπερβολικός ο αφορισμός αλλά περιγράφει έναν ευδιάκριτο ιδεότυπο που χαρακτηρίζει την Ελλάδα σήμερα: τον πνιγηρό φαύλο κύκλο στον οποίο έχει εμπλακεί η χώρα.

Οι «εξουσιαστές» κλέβουν, λαδώνονται, αυθαιρετούν• οι «αντιεξουσιαστές» σπάνε, «απαλλοτριώνουν», βιαιοπραγούν. Η ιδιοτέλεια του ενός τροφοδοτεί τη βία του άλλου. Είναι οι δύο πόλοι του ίδιου βρόχου. Είτε ιδιοποιούμενοι, είτε καταστρέφοντας δημόσιο πλούτο, «εξουσιαστές» και «αντιεξουσιαστές» λεηλατούν τα κοινά, αποδομούν τον ιστό της κοινότητας, «ιδιωτεύουν» – δεν μετέχουν στον «κοινό λόγο» της «πόλεως», δεν δεσμεύονται από κοινούς κανόνες, προτάσσουν στανικά τον δικό τους «ιδιωτικό» λόγο. Θέλουν πάση θυσία να κατισχύσουν.

Η προανακριτική επιτροπή της Βουλής για τη διερεύνηση της πιθανής εμπλοκής του πρώην υπουργού κ.Παυλίδη σε σκάνδαλο διαφθοράς εξέδωσε πέντε πορίσματα παρακαλώ! Οχι ένα, πέντε! Αν χρειαζόταν ένα μόνο παράδειγμα κατάρρευσης του «κοινού λόγου», ιδού: κάθε κόμμα και το δικό του πόρισμα! Ακόμα κι ένα μη-πολιτικό θέμα, όπως είναι η διερεύνηση πιθανού σκανδάλου διαφθοράς πρώην υπουργού, κομματικοποιείται. Τους βουλευτές της προανακριτικής επιτροπής δεν τους ενδιέφερε η εξεύρεση της αλήθειας (ποιός έκανε τι), αλλά η προαγωγή του ιδιοτελούς κομματικού συμφέροντος. Ο «ιδιωτικός» λόγος επιζητά την άμετρη αυτο-επιβεβαίωσή του. Η διαβούλευση ουσιαστικά καταργείται, αφού τα συμπεράσματά της συνάγονται ευθέως από τον συσχετισμό κομματικών δυνάμεων. Η Βουλή ως υπερκείμενος θεσμός, ο οποίος εκπροσωπεί το έθνος και υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ακυρώνεται.

Τους βουλευτές-κομματανθρώπους δεν τους συνέχει κάτι κοινό, πέρα και πάνω από τις αναπόφευκτες πολιτικές διαφορές τους. Το μόνο που τους συνδέει είναι η αντιπαλότητα. Ως υπολογιστικά σκεπτόμενοι παίκτες, χειραγωγούν τα θεσμικά όργανα για να πλήξουν τον αντίπαλο, να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους, ή να υπογραμμίσουν τη διαφορετικότητά τους• δεν νοιώθουν ότι μετέχουν σε κάτι ευρύτερο, στο οποίο ex officio συνεισφέρουν. Αυτό είναι το δράμα του πολιτικού συστήματος: λειτουργεί περισσότερο ως «σύστημα», δηλαδή ως μηχανισμός προστασίας των ιδιαίτερων συμφερόντων του, και λιγότερο ως θεσμός, δηλαδή ως ένα σύνολο κριτηρίων διυποκειμενικής (κοινής) αναφοράς.

Οταν δίπλα στην προστασία του κομματικού συμφέροντος προστεθεί και η μέριμνα για το στενά ατομικό συμφέρον, η αποκοπή από τον «κοινό λόγο» είναι πλήρης και η αυτο-γελοιοποίηση τέλεια. Ενώ διαπιστώθηκε, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο της προανακριτικής επιτροπής κ.Τζίμα, «πάρτι (τραπεζικών) καταθέσεων γύρω από τον Παυλίδη», οι βουλευτές της πλειοψηφίας επέλεξαν να αγνοήσουν τα σχετικά στοιχεία και να απαλλάξουν τον πρώην υπουργό. Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει!

Βουλευτές της ΝΔ δεν δίστασαν να ομολογήσουν ότι το ερώτημα που θεσμικά τους ετέθη, αν δηλαδή έπρεπε να παραπεμφθεί ο κ.Παυλίδης σε ειδικό δικαστήριο ή όχι, δεν ήταν το κυρίαρχο στη σκέψη τους. Ανέφεραν ξεδιάντροπα ότι το ερώτημα στο οποίο κυρίως απάντησαν με την ψήφο τους ήταν αν θα οδηγούνταν η χώρα σε πρόωρες εκλογές ή όχι. Η κυρία Παπακώστα ομολόγησε ότι οι βουλευτές δεν ψήφισαν «απολύτως και 100% κατά συνείδηση»• άλλα κριτήρια εμφιλοχώρησαν. Είναι σα να αποφασίζει ο δικαστής για την ενοχή ενός φερόμενου ως βιαστή όχι με βάση τις πράξεις του, αλλά με γνώμονα την οικογενειακή καταγωγή του!

Δεν είναι τυχαίο. Ο Ανταμ Σμιθ γράφει στη «Θεωρία των Ηθικών Αντιλήψεων» ότι «η πραγματική ουσία της αρετής είναι η οξεία και έντονη προσοχή στην ευπρέπεια (propriety) της διαγωγής μας». Αυτή η «ευπρέπεια» προκύπτει όταν το «πάθος» του ατόμου συμπίπτει με το «πάθος» που θα είχε ένας «αμερόληπτος θεατής» αν ήταν στη θέση του. Ο «αμερόληπτος θεατής» ενσαρκώνει τη διυποκειμενική λογική του θεσμού στον οποίο μετέχει το άτομο• δημιουρεί την απαραίτητη απόσταση μεταξύ του ατόμου και του ιδιοτελούς συμφέροντός του και παρέχει υπερ-ατομικά κριτήρια συμπεριφοράς.

Οταν οι κοινές αξίες που συνέχουν τον κοινοβουλετικό θεσμό θραύονται, δηλαδή ανάγονται σε ιδιοτελείς κομματικές-ατομικές αξίες, τότε απισχνάται ο θεσμός και εξασθενεί ο «αμερόληπτος παρατηρητής». Ο βουλευτής δρα τότε «ιδιωτικά», δίχως ηθική πυξίδα, η συνείδησή του στερείται προσανατολισμού. Φτάνει στο αξιοθρήνητο σημείο να αυτο-γελοιοποιείται κλείνοντας τα μάτια στην εμπειρική πραγματικότητα• συμπεριφέρεται σαν τον Μανώλη, την Παπακώστα και το Γιακουμμάτο. Οταν τα κριτήρια απόφασης παύουν να αναφέρονται στις διυποκειμενικές αξίες που συνέχουν τους θεσμούς, τότε μεταλλάσσονται αυτο-εξυπηρετικά, οι ταγοί τους ξεφτιλίζονται και οι θεσμοί εκφυλίζονται. Η «εξουσιαστική» Βουλή μετατρέπεται σε «μπου...λο» πρόσφορο για «αντιεξουσιαστική» πυρπόληση.

Κύκλος φαύλος, δυσώδης, πνιγηρός....

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

«Νοιώθω ότι είμαι ένας από σας…»


Η σκηνή είναι γνωστή, πληκτική και άκρως μελαγχολική. Κομματική συγκέντρωση από εκείνες που κάλλιστα θα περνούσαν για συνάθροιση φιλάθλων. Στο βήμα στέλεχος της κυβέρνησης Καραμανλή Β’ (θα μπορούσε να είναι και οποιασδήποτε άλλης στην ιστορία του νεοελληνικού δημόσιου βίου). Δεν διατυπώνει κάποιον συγκροτημένο συλλογισμό (το τελευταίο, άλλωστε, που θα απαιτούσε ένα τέτοιο ακροατήριο), κλιμακώνει όμως προσποιητά τον τόνο της φωνής, και με το δεξί του χέρι σχεδόν κολλημένο στα πλευρά, έχοντας τον δείκτη προτεταμένο, διαγράφει αλλεπάλληλες, ζωηρές ημικυκλικές τροχιές. Η αστόχαστη κατηγορηματικότητα και η κενόλογη ρητορεία εκφράζονται και σωματικά.

Κάποια στιγμή κομπιάζει. Η ροή της ομιλίας στιγμιαία διακόπτεται: «Γιατί διαπιστώνω μια συσπείρωση, μια συσπείρωση που …». Ο ομιλητής ξαναβρίσκει τον ειρμό του προσφεύγοντας στο υμνολόγιο του Αρχηγού: «…με τις οδηγίες και την ομπρέλα του μεγάλου αρχηγού μας του Κώστα του Καραμανλή θα την κάνουμε πράξη στην κοινωνία, για να έχουμε πρωτιά στις ευρωεκλογές». Στη Βαρβάκειο Αγορά πιθανότατα μιλάνε καλύτερα ελληνικά και στη Βόρεια Κορέα οι ύμνοι στον Μεγάλο Ηγέτη ίσως είναι πιο ποιητικοί, αλλά, τουλάχιστον, το κυβερνητικό στέλεχος ξέρει να ξοφλά ένα μέρος του τεράστιου χρέους στον Ευεργέτη του: χωρίς την εύνοιά του δεν θα τον ήξερε ούτε ο θυρωρός της πολυκατοικίας του.

Ο στιγμιαίος «κόμπος» στη ροή της ομιλίας του ενεργοποιεί εσωτερικευμένες γνωστικές ρουτίνες. Οι πλείστοι κομματάνθρωποι που καταλήγουν να ασκήσουν δημόσια αξιώματα έχουν κοινωνικοποιηθεί στη λατρεία του Αρχηγού, από την εύνοια του οποίου, κυρίως, εξαρτώνται οι σταδιοδρομικές τους προοπτικές. Είναι εύλογο, λοιπόν, ο λόγος τους να βρίθει από δοξαστικούς ύμνους στον Μεγάλο Οδηγητή – είναι η μόνη γλώσσα που έμαθαν.

Έχοντας δοξολογήσει τον Αρχηγό του, το κυβερνητικό στέλεχος συνεχίζει το ίδιο ζωηρά σε άλλο, πιο προσωπικό αυτή τη φορά, τόνο: προσπαθεί να εκμαιεύσει την αγάπη του ακροατηρίου του, θυμίζοντας ότι η «άνοδος» σε δημόσιο αξίωμα δεν τον αποσπά απαραίτητα από τη μάζα από την οποία προέρχεται. «Θέλω να σας πω ότι νοιώθω απόλυτα ένας από σας και θα συνεχίσω να είμαι πάλι το ίδιο – ο ίδιος, ο φίλος σας […]». Η προς τα πάνω «οικειότητα», μέσω της αναφοράς στον Αρχηγό-Ευεργέτη («ο Κώστας ο Καραμανλής»), διαχέεται τώρα και προς τα κάτω: αγαπητοί μου ψηφοφόροι είμαι δικός σας άνθρωπος, «φίλος» σας, κολλητός σας. Οι λαϊκιστές πολιτικοί διαθέτουν μια αλτρουιστική αίσθηση συμμετρίας: το κολλητιλίκι που τους παρέχουν οι από πάνω, το διοχετεύουν στους από κάτω.

Διακηρύσσοντας στεντορείως την ταύτισή του με τους εκλογείς του, το κυβερνητικό στέλεχος αυτο-ισοπεδώνεται: καταργεί την αναπόφευκτη θεσμική απόσταση (και της εξ αυτής απορρέουσες υποχρεώσεις) μεταξύ εκπροσώπου και εκπροσωπούμενου, και παύει να λειτουργεί παιδαγωγικά προς το «δήμο». Εκλιπαρεί την αγάπη του «λαού» αφιστάμενος του θεσμικού ρόλου του ως κυβερνήτη – του ανθρώπου που, προκειμένου να προάγει έλλογα το δημόσιο συμφέρον, υπάγει τις λαϊκές διαθέσεις στην «ψυχρή» θεσμική λογική, δηλαδή σε ευρύτερους στόχους, κανόνες, διαδικασίες, και περιορισμούς. Όπως ο ανώριμος γονιός αποφεύγει να θέτει όρια στα παιδιά του, προκειμένου να εκμαιεύσει την αγάπη τους, ο λαϊκιστής πολιτικός προσποιείται ότι καταργεί την απόσταση από το «λαό» για να κερδίσει την ψήφο του.

Γνωρίζει, βεβαίως, ότι η απόσταση δεν καταργείται και γι αυτό «κατασκευάζει» ρητορικά την ταύτισή του: κατερχόμενος στη μάζα, της υπενθυμίζει εμμέσως το βάθρο από το οποίο κατέρχεται. Η εικονική «κάθοδος» συνοδεύεται από μια πολύ πραγματική «άνοδο»: του επαίτη ψηφοφόρου στο πολιτικό γραφείο. Τον φίλο σου, τον κολλητό σου, τον χρειάζεσαι σε μια στιγμή ανάγκης – να διορίσει λ.χ. την κόρη, να αποχαρακτηρίσει το οικόπεδο, να μεσολαβήσει για την προαγωγή.

Ενώ η χώρα διαθέτει εκ των πραγμάτων ηγέτιδα τάξη, η οποία διοικεί τους θεσμούς της, δεν διαθέτει ηγέτες με νοοτροπία κυβερνήτη (homo gubernator). Το βλέπουμε παντού. Οι πολιτικοί της κολακεύουν το «λαό» για να του υφαρπάξουν την ψήφο, οι πρυτάνεις διαπραγματεύονται τα όρια της νόμιμης εξουσίας τους με μειοψηφίες τραμπούκων, οι ανώτεροι δημόσιοι λειτουργοί είναι υποταγμένοι στα κελεύσματα των βλαχοπολιτικάντηδων, οι δήμαρχοι και οι νομάρχες ανέχονται (συχνά με το αζημίωτο…) τις αυθαιρεσίες τοπικών τσαμπουκάδων. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί Μαυρομιχαλαίοι και λίγοι Καποδίστριες.

Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι είναι χειρότερο: να σε κυβερνάνε γόνοι πολιτικών δυναστειών σαν τους Κωστίκα και Γιωρίκα, βαλκάνιοι πολιτικάντηδες τύπου Βουλγαράκη, Μαγγίνα, Παυλίδη και άλλων, εγωπαθείς καραγκιόζηδες τύπου Μπερλουσκόνι, «ξαναγεννημένοι χριστιανοί» γελαδάρηδες τύπου Μπούς, ή λαοπρόβλητοι ναρκισιστές τσαρλατάνοι σαν τον Τσάβεζ; Δυσκολεύομαι να διαλέξω. Ξέρω όμως ότι μια δημοκρατία είναι άρρωστη όταν δεν είναι ο ψηφοφόρος που θέλει να μοιάσει στον πολιτικό, αλλά ο πολιτικός στον ψηφοφόρο.

Υ.Γ. Τη φωτογραφία τη βρήκα στο atsarantos.blogspot.com. Εξαιρετική δε συμφωνείτε;

Ο Θαλής, το πηγάδι και η κοινή λογική



Η σύγχρονη επιστήμη έχει μια σχέση αντιπαλότητας με την κοινή λογική (common sense, κοινός νους, κοινή αίσθηση)• τη θεωρεί ανεξέταστη, μη ορθολογική, και γι αυτό μια κατώτερη μορφή γνώσης. Ο Αϊνστάιν εξέφρασε χαρακτηριστικά αυτή τη στάση: «Η κοινή λογική είναι μια συλλογή προκαταλήψεων που αποκτά κανείς μέχρι τα δεκαοχτώ του». Ο μεγάλος επιστήμονας, βέβαια, παρακάμπτει κάτι ουσιώδες: ότι ακόμη κι ο ευφυέστερος των ανθρώπων δεν μπορεί ποτέ να απαλλαγεί πλήρως από τις «προκαταλήψεις» του – ούτε μετά τα δεκαοχτώ του! Οι πολιτικές πεποιθήσεις του Αϊνστάιν, λ.χ., ή οι μάλλον εκκεντρικές συμπεριφορές του ως συζύγου, δεν ήταν το ίδιο ορθολογικά θεμελιωμένες όπως οι επιστημονικές θεωρίες του! Ακόμα κι ένας Αϊνστάιν δεν μπορεί να αποσυρθεί από την κοινή λογική.

Η συμπεριφορά μας ως κοινωνικά όντα ερείδεται αναπόδραστα, κατά μη εξαλείψιμο τρόπο, στην κοινή λογική, στο sensus communis – σε άτυπους κανόνες συμπεριφοράς που ρυθμίζουν την ανθρώπινη συνύπαρξη. Θέλουμε δεν θέλουμε μετέχουμε της κοινής λογικής. Πρώτα μαθαίνουμε να μιλάμε και μετά αναλύουμε τη γλώσσα μας. Πρώτα αποκτούμε εμπειρική εξοικείωση με τον κόσμο και μετά τον υπάγουμε στην αναλυτική σκέψη μας.

Από τότε που οι οικονομολόγοι πήραν στα σοβαρά τους θεσμούς εντός των οποίων αναπτύσσεται η οικονομική δραστηριότητα, άρχισαν να αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα των άτυπων κανόνων συμπεριφοράς που τη διαπερνούν – λ.χ. τους τύπους εμπιστοσύνης που επιδεικνύουν οι άνθρωποι στις συναλλαγές τους. Διαπιστώνουμε την αξία της κοινής λογικής όταν αυτή θραύεται – όταν η επιταγή μένει ακάλυπτη, η υπόσχεση δεν υλοποιείται, ο δάσκαλος προπηλακίζεται, η βιβλιοθήκη πυρπολείται.

Η κοινή λογική δεν είναι μόνο άτυποι κανόνες συμπεριφοράς• ως common sense - κοινή αίσθηση - είναι και ενεργητική μετοχή στην κοινή εμπειρική πραγματικότητα. Ο Πλάτων αναφέρει την περίπτωση του αμόρφωτου κοριτσιού από τη Θράκη, το οποίο ξέσπασε στα γέλια όταν είδε τον αστρονόμο Θαλή να πέφτει στο πηγάδι ενώ παρακολουθούσε τα ουράνια σώματα. «Ήταν τόσο πρόθυμος να μάθει τι υπήρχε στον ουρανό», αναφώνησε η κοπέλα, «που του διέφυγε τι υπήρχε στα πόδια του». Η κοινή λογική εδώ έχει να κάνει με την κοινά αναγνωρίσιμη εμπειρική πραγματικότητα, την οποία τείνει να αποστρέφεται η αφηρημένη σκέψη. Ο μορφωμένος Θαλής, απορροφημένος στην αστρονομική του παρατήρηση, αγνόησε το πηγάδι, στο οποίο κανείς λογικός άνθρωπος, όσο αμόρφωτος κι αν είναι, δεν θάθελε να πέσει!

Το δίδαγμα από την ιστορία αυτή το αναδεικνύει υπέροχα η Χάνα Αρέντ: η αφηρημένη σκέψη, ιδιαίτερα όταν καθίσταται αλλόκοσμα εμμονική, ανεπίγνωστα ιδεοληπτική, εσκεμμένα φενακιστική, ή προπαγανδιστικά εντυπωσιοθηρική, συχνά αποκόπτεται από την κοντινή κοινή εμπειρία, προκειμένου να επιτρέψει στο μακρινό «όλον», το «πραγματικό», το «αληθινό», το «ευγενές», να εμφανιστεί. Ό,τι είναι εμπειρικά πλησίον απομακρύνεται• ό,τι είναι θεωρητικά απόμακρο εμφανίζεται. Αυτό που εντοπίζουν οι αισθήσεις θεωρείται υποδεέστερο εκείνου που (συχνά αυτο-εξυπηρετικά) κομίζει η διάνοια. Σε αυτό, νομίζω, συνίσταται η πολιτική σημασία της κοινής λογικής στην Ελλάδα, σήμερα: είναι το όπλο ενάντια στο φενακισμό των κατεστημένων κομματικών εξουσιών, συμβιβασμένων ηγεσιών, εξουσιομανών διανοουμένων και ιδιοτελών συντεχνιών. Η υπεράσπιση της κοινή λογικής (common sense) είναι ομόλογη με την υπεράσπιση αυτού που ο Τζόρτζ Όργουελ τόσο εύστοχα αποκαλούσε «κοινή αξιοπρέπεια» (common decency).

Τι νόημα έχει να μιλάμε για «πράσινη ανάπτυξη» όταν δεν μπορούμε να διαχειριστούμε ούτε τα σκουπίδια; Πόσο αξιόπιστοι υπερασπιστές της «αξιοκρατίας» είναι οι αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων, όταν το κύριο προσόν για την ανάδειξη στο ηγετικό αξίωμά τους ήταν το επώνυμό τους. Γιατί να πιστέψουμε τις φενακιστικές ρητορείες των κομμάτων εξουσίας ότι υπηρετούν το «δημόσιο συμφέρον» όταν, αποδεδειγμένα, διαπλέκονται με επιχειρήσεις• φέρονται βασίμως να εισπράττουν πολιτικό χρήμα από κρατικές προμήθειες• και στελέχη τους δωροδοκούνται [1];

Γιατί να πάρουμε στα σοβαρά την δήθεν αυτοκριτική στάση του κ.Βενιζέλου ότι «Η Βουλή οφείλει να αποδείξει πως έχουμε πλήρη εικόνα της κατάστασης, πως αναγνωρίζουμε και σεβόμαστε τη δυσπιστία που κυριαρχεί στη συνείδηση του κόσμου για τη λειτουργία του Κοινοβουλίου» («Καθημερινή», 7/4/2009), όταν κι αυτός και το κόμμα του ψηφίζουν νόμους για τον απαράδεκτο διορισμό στενών συνεργατών (συχνά συγγενών) των βουλευτών στο Κοινοβούλιο, παρακάμπτοντας το ΑΣΕΠ; Όταν ο κ.Βενιζέλος επέκρινε τον ανακριτή (!) γιατί διαβίβασε τη δικογραφία του πρώην υπουργού και φερόμενου ως ύποπτου για διαφθορά κ.Παυλίδη στη Βουλή;

Πως θα «επανιδρύσουμε» (ή θα «μεταρρυθμίσουμε», ή θα «ανασυγκροτήσουμε», πείτε το όπως θέλετε) το κράτος όσο η δημόσια διοίκηση διοικείται από κομματανθρώπους; Τι είδους «εύρωστη οικονομία» θα έχουμε, όταν ασυλλόγιστα συσσωρεύουμε δημόσιο χρέος; Πως θα έχουμε ποιοτικό τουρισμό, υψηλής προστιθέμενης αξίας, όταν δεν μπορούμε ούτε τις άγονες ακτοπλοϊκές γραμμές να οργανώσουμε με διαφάνεια και εντιμότητα [2]; Πως θα διασφαλίσουμε την «αειφόρο ανάπτυξη» για την οποία τόσο κόπτονται οι πολιτικοί μας όταν στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα δεν έχουμε ούτε κτηματολόγιο, ούτε ολοκληρωμένους δασικούς χάρτες; Πως μεριμνούν τα κόμματα εξουσίας για την «υψηλής ποιότητας δημόσια υγεία» και την «κοινωνική αλληλεγγύη», όταν τα νοσοκομεία τα διοικούν οι «κολλητοί», όταν δεν δημοσιεύουν ισολογισμούς, δεν πληρώνουν τους προμηθευτές τους, όταν δεν μετράμε τι ξοδεύουμε και πως, όταν ανεχόμαστε την εκτεταμένη διαφθορά; Πως θα δημιουργήσουμε την «οικονομία της γνώσης» (άλλη μια αγαπημένη φράση των πολιτικών μας!) όταν τα πανεπιστήμια καταλαμβάνονται με την παραμικρή αφορμή, όταν μειοψηφίες τραμπούκων παρεμποδίζουν την πανεπιστημιακή διοίκηση, διδασκαλία και έρευνα, καταστρέφουν δημόσια περιουσία και προπηλακίζουν όποιον διαφωνεί μαζί τους;

Αυτή είναι η αξία της κοινής λογικής: μας καλεί να μην αγνοούμε την κοινή εμπειρική πραγματικότητα, να μην εγκλωβιζόμαστε σε αυτο-εξυπηρετικές ιδεοληψίες, καταπραϋντικούς μύθους, ψυχολογικές θωρακίσεις, φενακιστικές ρητορείες, και ψευδαισθησιογόνες ουτοπίες - να μην παραμυθιαζόμαστε. Όποιος δεν θέλει να πέσει στο πηγάδι, καλείται να κάνει αυτό που συμβούλευε ο Λούντβιχ Βιτγκεντάϊν: «Κοίτα, μη σκέφτεσαι». Κοίτα το χάλι μιας χώρας που φλερτάρει με την οικονομική χρεοκοπία, κοίτα την απίστευτη παρακμή των θεσμών, κοίτα τη δραματική παράλυση του κράτους, κοίτα τη θλιβερή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού, κοίτα την αναξιοπρέπεια που έχει διεισδύσει στη ζωή σου…Κοίτα, άκου, μυρίσου, άγγιξε.

Όχι δεν προκύπτουν συνταγές πολιτικής (policy prescriptions) από την κοινή λογική. Έχει δίκιο ο Γιώργος Παγουλάτος («Καθημερινή», 5/4/2009) να μας θυμίζει την ύπαρξη διαφορετικών ερμηνειών για τα πολιτικά προβλήματα. Το «δια ταύτα» δεν προκύπτει αυτομάτως σε μια υγιή δημοκρατία. Αυτός όμως είναι ένας αφηρημένος συλλογισμός. Όποιος συντονίζεται με την εμπειρική πραγματικότητα γύρω του γνωρίζει ότι, στην Ελλάδα, σήμερα, το μείζον δεν είναι π.χ. η σχέση κράτους-αγοράς, ο κύριος άξονας της πολιτικής διαμάχης στις προηγμένες δημοκρατίες, αλλά κάτι πολύ πιο θεμελιώδες: να απαλλαγούμε από την αθλιότητα στην οποία έχουμε περιέλθει – τόσο απλά. Όταν ασυλλόγιστα έχεις πέσει στο πηγάδι, μπορείς φυσικά να κοιτάς χαζοχαρούμενος τα άστρα, αλλά, αν διαθέτεις κοινό νου, μάλλον θέλεις να βγεις.

Σημειώσεις
[1] Θυμηθείτε τα λόγια του κ.Κουτσερόϊτερ, οικονομικού διευθυντή του τομέα τηλεπικοινωνιών της Siemens στη Γερμανία: «[Ο κ.Χριστοφοράκος, διευθύνων σύμβουλος της Siemens Hellas] είπε ότι κάτι τέτοιο ήταν η συνηθισμένη διαδικασία στην Ελλάδα, η κομματική χρηματοδότηση λαμβάνει χώρα μέσω μεγάλων εταιρειών, που δραστηριοποιούνται σε αυτήν. Ήθελε έτσι να χρηματοδοτήσει και τα δύο μεγάλα κόμματα για να διασφαλίσει ότι σε κάθε περίπτωση οι πολιτικοί θα παρέμεναν ευνοϊκά προσκείμενοι στη Siemens» («Καθημερινή», 20/5/2008).)

[2] Θαυμάστε την πρόσφατη δήλωση του εφοπλιστή κ. Φ. Μανούση στη Βουλή: «Στη ζούγκλα των άγονων ακτοπλοϊκών γραμμών, αν δεν πλήρωνες δεν έπαιρνες δουλειά. Πλήρωνα προστασία σαν τους νονούς της νύχτας για να μην με πετάνε έξω από τους διαγωνισμού;» (Καθημερινή», 9/4/2009).

Σάββατο 4 Απριλίου 2009

Νέα κόμματα, φθαρμένες λέξεις




Λίγοι, υποθέτω, θα διαφωνούσαν με τον ισχυρισμό: «Είναι μάλλον εύκολο να συγκροτηθεί ένα επιπλέον στην Ελλάδα κόμμα. Μοιάζει δύσκολο έως ακατόρθωτο να γεννηθεί αληθινά καινούργιο κόμμα» (βλ. Χ. Γιανναράς, «Καθημερινή», 29/3/2009). Ο ισχυρισμός είναι πειστικός όχι τόσο γιατί είναι ομολογουμένως δύσκολο να βρεθούν άφθαρτοι και ικανοί πολιτικοί, ούτε γιατί το καινούργιο ουδέποτε προκύπτει από παρθενογένεση. Η πραγματική δυσκολία έγκειται αλλού: στη φθορά των λέξεων.
Όποιος σήμερα αναφερθεί σε «μεταρρυθμίσεις» παραπέμπει αναπόφευκτα στην ανεκδιήγητη κυβέρνηση Καραμανλή Β’. Όποιος τολμήσει να οικειοποιηθεί την «αλλαγή» ανακαλεί συνειρμικά τον αμοραλιστικό λαϊκισμό του Παπανδρέου Β’. Όποιος μιλά ακόμη για τον «εκσυγχρονισμό» της χώρας, πιθανότατα επαναφέρει στη μνήμη μας το ένα εκατομμύριο μάρκα που ο κ.Τσουκάτος παρέλαβε από τη Ζίμενς! Για όποιον επιμένει να σκέπτεται, η χρεοκοπία των λέξεων είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί – ασφυκτιά, πνίγεται, νοιώθει άλαλος.
Οι λέξεις όμως είναι δεδομένες, δεν αλλάζουν κατά το δοκούν. Εκτός κι αν πιστεύει κανείς, όπως λ.χ. οι κομμουνιστές, ότι μια μορφή γλωσσικής μηχανικής είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη «σωτηρία» της κοινωνίας. Ευτυχώς αυτοί είναι λίγοι. Οπότε τι κάνουμε; Αυτό που κάναμε πάντοτε στη φιλελεύθερη δημοκρατία: οξύνουμε την αντιληπτικότητά μας, απαλλασσόμαστε από ψευδαισθησιογόνες ιδεοληψίες, παραμερίζουμε ανεξέταστες προκαταλήψεις, ανα-σημασιοδοτούμε τις παλιές έννοιες - και προσπαθούμε να πείσουμε αλλήλους.
Ναι, το αρχέγονο πρόβλημα της χώρας είναι ο ατελής εκσυγχρονισμός της. Η Ελλάδα έχει πρόσοψη σύγχρονης χώρας, χωρίς πραγματικά να είναι• δυναστεύεται ακόμη από προ-νεοτερικές νοοτροπίες – λ.χ. τον κατακερματισμό, το ρουσφέτι, την οικογενειοκρατία, το φατριασμό. Ναι, η χώρα έχει ένα τεράστιο έλλειμμα ορθολογισμού. Δεν χρειάζεται νάχεις διαβάσει τον Καρτέσιο ή να έχεις εντρυφήσει στους ιστορικούς λόγους που παρήγαγαν αυτό το έλλειμμα, για να καταλάβεις ότι δεν είναι ορθολογικό να διοικούν το κράτος οι κομματικοί «φίλοι», δεν είναι φρόνιμο μια χώρα να συσσωρεύει τεράστιο δημόσιο χρέος, δεν είναι δίκαιο να μην συμβάλλουν όλοι στα φορολογικά βάρη, δεν είναι λογικό να διοικούν τα πανεπιστήμια οι φοιτητικές παρατάξεις, δεν είναι «έξυπνο» να καταστρέφεις το περιβάλλον, δεν είναι σώφρον να μεταθέτεις τα προβλήματά σου στο μέλλον, να καταπατάς τους νόμους που ψηφίζεις, να ανέχεσαι την ανομία...
Καλώς ή κακώς η πολιτική στη δημοκρατία είναι η έλλογη διαχείριση συγκεκριμένων προβλημάτων. Όσοι διοικούν ξέρουν καλά πόσο δύσκολη είναι αυτή η διαχείριση. Όσοι ασπάζονται μια εσχατολογική θεώρηση της κοινωνίας, όπως π.χ. οι παντός είδους θεμελιοκράτες (fundamentalists), πιστεύουν ότι τα προβλήματα λύνονται αυτομάτως όταν φθάσουμε σε μια διαφορετικού τύπου κοινωνία. Για αυτούς, όμως, που ζουν στον ενεστώτα χρόνο, δίχως παραμυθητικές ουτοπίες, και γνωρίζουν το «στραβόξυλο της ανθρώπινης φύσης» (κατά την έξοχη φράση του Ησαΐα Μπερλίν), η πολιτική είναι μια ταπεινή, «βρώμικη», χρονοβόρα, και αναπόφευκτη διαδικασία. Η πολιτική δεν φέρνει απαραίτητα την ευτυχία, αλλά μπορεί να απαλύνει τη δυστυχία. Απαιτεί οραματικό πραγματισμό, στόχους, συμμαχίες, δεσμεύσεις, συγκρούσεις όταν χρειάζεται και συμβιβασμούς όταν απαιτείται.
Ναι, είναι δύσκολο να γεννηθεί ένα αληθινά καινούργιο κόμμα, όπως είναι δύσκολο να παραχθεί κάτι νέο στην τέχνη ή την επιστήμη. Όχι μόνο γιατί το καινούργιο πρέπει να έχει νέες ιδιότητες, αλλά γιατί πρέπει κι εμείς να έχουμε τη διάθεση και την οξυδέρκεια να το αναγνωρίσουμε ως τέτοιο.