Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

«Πνεύμα αλήτικο, ελλαδίτικο…»


«Η χάρτα αυτού του κράτους κρύβει απάτη
που φτάνει στον γνωστό αγριορωμιό
στο ντάτσουν μιας φυλής που ζει φευγάτη
απ` ό,τι Ελληνικό στον κόσμο αυτό».
«Κωλοέλληνες», Διονύσης Σαββόπουλος


Θύμωσαν οι εγχώριοι πολιτικάντηδες για το εθνικώς προσβλητικό εξώφυλλο και το συναφές άρθρο του γερμανικού περιοδικού Focus. Περίεργο: αυτοί που θάπρεπε αιδημόνως να σιωπούν, υψηλόφωνα διαμαρτύρονται! Οι πολιτικοί που απάλλαξαν τον Παυλίδη, συναλλάχθηκαν επί χρόνια με τον Χριστοφοράκο, και οδήγησαν την πολιτική στην έσχατη ανυποληψία (και τη χώρα στο χείλος του γκρεμού), ανακάλυψαν ότι η χώρα που εκπροσωπούν έχει τιμή! Είναι να γελάς και να κλαις μαζί…Ξεχνούν ότι χωρίς τη δική τους άθλια διαχείριση, τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, δεν θα υπήρχαν προσβλητικά εξώφυλλα για τη χώρα σήμερα.

Είναι κωμικοτραγικό να υπερασπίζεται κουτσαβάκικα την τιμή της χώρας το πολιτικό-μιντιακό-συνδικαλιστικό σύμπλεγμα - οι κατ’ εξοχήν υπεύθυνοι της σημερινής κατάντιας. Οι άνθρωποι δεν έχουν τη διανοητική εκλέπτυνση να εκφέρουν έναν διαφορετικού τύπου πολιτικό λόγο. Παλινωδούν μεταξύ «μαγκιάς», που δεν σηκώνει μύγα στο σπαθί της, και θυματοποιητικού λαϊκισμού, που φαντασιώνεται παντού εχθρούς.

Τι ενοχλεί στα επιχειρήματά τους; Πολλά, αλλά θα σταθώ σε δύο.

Πρώτον, συγχέουν αυτο-εξυπηρετικά ένα δημοσίευμα λαϊκού γερμανικού εντύπου (γραμμένο να διαβάζεται σε μπυραρίες) με την επίσημη Γερμανική άποψη. Όπως οι φανατικοί ισλαμιστές δεν κατανοούν τον ακαταμάχητο πλουραλισμό των φιλελεύθερων δημοκρατιών, έτσι και οι εγχώριοι εθνολαϊκιστές εκλαμβάνουν την άποψη ενός περιοδικού ως την άποψη μιας χώρας ή του πληθυσμού της. Μιντιακές πριμαντόνες διατείνονται εν συγχύσει ότι, «δεν μπορούν [οι Γερμανοί] να μας εγκαλούν σε τέτοιου είδους ζητήματα όταν μέσω της Siemens έχουν λαδώσει καμιά 15 χώρες παγκοσμίως». Μικρή λεπτομέρεια: δεν λάδωναν οι Γερμανοί αλλά η Siemens, όπως δεν επιτέθηκε στους Δίδυμους Πύργους η Σαουδική Αραβία αλλά (κυρίως) Σαουδάραβες τρομοκράτες. Στοιχειώδες κυρία Τρέμη!

Οι εθνολαϊκιστές δεν επικρίνουν απλώς ένα περιοδικό αλλά μια χώρα. Το μέρος συνεκδοχικά θεωρείται ότι εκπροσωπεί το όλον. Με αυτή τη ρητορική δραματοποιούν το συγκεκριμένο συμβάν, μεγαλοποιώντας τις δύο πλευρές («Γερμανία» έναντι «Ελλάδας»). Αποκτούν, εξ αντιδιαστολής, και οι ίδιοι υπόσταση, αντιπαρατιθέμενοι στον «ισχυρό» αντίπαλο. Πως θα δικαιολογήσει το ρόλο του ως εκπρόσωπος της ΝΔ ο κ.Παναγιωτόπουλος; Πως θα αποσπάσει πολύτιμη δημοσιότητα (δημοτικές εκλογές έρχονται…) ο αυτάρεσκος δήμαρχος της Αθήνας κ.Κακλαμάνης; Πως θα επιδείξει «εθνικό» έργο ο πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων κ.Πετσάλνικος; Οι ηγετικές μετριότητες πάντοτε επιλέγουν τον εύκολο δρόμο.

Δεύτερο, και σημαντικότερο, η εθνολαϊκιστική ρητορική μετατοπίζει το πρόβλημα από το παρόν στο παρελθόν. Δεν αντιμετωπίζει το πρόβλημα στα τωρινά συμφραζόμενά του (η εντυπωσιοθηρία ενός ΜΜΕ και η τρέχουσα αναξιοπιστία της Ελλάδας), αλλά το ανασυνθέτει με ιστορικά φορτισμένους όρους• έτσι, το πρόβλημα μεταλλάσσεται. Η συζήτηση τώρα δεν επικεντρώνεται στο φλέγον ερώτημα «γιατί μας θεωρούν τόσο αναξιόπιστους διεθνώς;» (ή, πιο ωμά, «γιατί μας θεωρούν τους απατεώνες της ΕΕ;»), αλλά στο μεταλλαγμένο: «δικαιούνται να μιλάνε οι απόγονοι των Ναζί απαξιωτικά για μας;».

Οι κάμερες πηγαίνουν στο Δίστομο, η ναζιστική θηριωδία επανασυζητείται, ο κ.Γλέζος υποδύεται για μια ακόμη φορά τον προσφιλή του αντιστασιακό ρόλο ως η μάστιγα των Γερμανών, άνθρωποι των γραμμάτων συμπεριφέρονται ως καθεστωτικοί διανοούμενοι. Έχοντας θέσει το ερώτημα με τέτοιους όρους, η απάντηση έχει ήδη προδιαγραφεί: «οι Γερμανοί δεν δικαιούνται να μας επικρίνουν». Εφόσον απώλεσαν το ηθικό δικαίωμα να ασκούν κριτική, εμείς διατηρούμε το δικαίωμα να αγνοούμε ο,τιδήποτε επικριτικό εκστομίζουν για τη χώρα μας. Νάτη πάλι η αυτοεπιβεβαιωτική ελλαδική εσωστρέφεια! Το καυτό ερώτημα – «γιατί μας θεωρούν τόσο αναξιόπιστους διεθνώς;» - βολικά παρακάμπτεται. Μας αρέσει να ζούμε στο αυτοεπιβεβαιωτικό παρελθόν, παίζοντας είτε τον μεγαλεπήβολο ρόλο του εκπολιτιστή της ανθρωπότητας, είτε το ρόλο του αθώου θύματος των ισχυρών. Σε κάθε περίπτωση, ο εθνικός ναρκισσισμός μας δεν κινδυνεύει…Απωθούμε τα οδυνηρά ερωτήματα, δεν μαθαίνουμε, δεν εξελισσόμαστε…

Γιατί μας ενόχλησε τόσο πολύ το δημοσίευμα του Focus; Διότι, αν παραμερίσουμε το προκλητικό ύφος γραφής, ξέρουμε ότι, επί της ουσίας, έχει δίκιο. Από γραφικοί ζορμπάδες εξελιχθήκαμε σε προκλητικούς λαθρεπιβάτες. Φοροδιαφεύγουμε εκτεταμένα, κλέβουμε το κράτος ασύστολα, καταπατούμε δημόσια γη, χτίζουμε αυθαίρετα, παίρνουμε και δίνουμε μίζες, δεν σεβόμαστε νόμους και κανόνες, εξαπατούμε τους εταίρους μας, μεταχειριζόμαστε το κράτος σαν κομματικό λάφυρο, θέτουμε τους πολιτικούς πάνω από το νόμο, δεν τιμωρούμε τους μεγαλόσχημους παραβάτες, μεταθέτουμε ευδαιμονιστικά τα προβλήματά μας στο μέλλον• έχουμε μάθει να απαιτούμε διαρκώς επιδοτήσεις και δανεικά. «Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε, νάχαμε τώρα κι ένα δάνειο για το λογαριασμό», λέει αυτάρεσκα ο πονηρός έλληνας στη γελοιογραφία του Κώστα Μητρόπουλου. Τι παραπάνω λέει ο ξένος Τύπος;

Ναι, συμφωνώ, δεν είμαστε όλοι έτσι, αλλά είμαστε τόσοι πολλοί όσοι χρειάζονται για να γίνουμε αντικείμενο διεθνούς χλεύης. Το Focus δεν μας είπε κάτι που δεν ξέραμε, ούτε μας έδειξε μια χειρονομία που εμείς, οι κατ’ εξοχήν δημοσίως αγενείς, δεν κάνουμε. Μας θύμισε απλώς κάτι που θα θέλαμε οι «ξένοι» να αγνοούν ή τουλάχιστον να μη μιλάνε γι αυτό. Ως γνήσιοι ανατολίτες, ενδιαφερόμαστε κυρίως για την εικόνα μας, όχι για την ουσία. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ ρε;»…

Δευτέρα 1 Μαρτίου 2010

Η τέχνη του ανέφικτου

 

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα. Ήμουν κολημμένος στην τηλεόραση, παρακολουθώντας το έκτακτο δελτίο ειδήσεων του ΒΒC. Κυριακή απόγευμα, 11 Φεβρουαρίου 1990, ο Νέλσον Μαντέλα βγαίνει από τη φυλακή, πιασμένος χέρι-χέρι με τη γυναίκα του Γουίνι, χαιρετώντας τα επευφημούντα πλήθη. Έλαμπε από χαρά, απέπνεε ήρεμη αποφασιστικότητα. Βάδιζε προς το πεπρωμένο του. Μπήκε στη φυλακή  45 χρονών, βγήκε 72!  
Εννέα ημέρες νωρίτερα, ο (λευκός) πρόεδρος της Νότιας Αφρικής Φρέντερικ ντε Κλερκ, είχε αναγγείλει την απελευθέρωση του μυθικού πλέον Νέλσον Μαντέλα.  Η αρχή του τέλους είχε ξεκινήσει. Το μισητό απαρτχάιντ έπνεε τα λοίσθια. Η χώρα θα άλλαζε. Πως, όμως; Η ελπίδα συνυπήρχε με την αγωνία  και, στους κύκλους της λευκής μειονότητας, το φόβο. Πως θα κυβερνηθεί η χώρα; Πως θα είναι η νέα Νότια Αφρική;
Αρκετά χρόνια αργότερα, τον Μάιο 2005, στο ετήσιο συνέδριο της ελληνικής Εταιρίας Ανωτάτων Στελεχών Επιχειρήσεων, έτυχε να βρεθώ δίπλα στον αρχιτέκτονα της μετάβασης στη νέα Νότια Αφρική, τον πρόεδρο Ντε Κλερκ. «Πως καταφέρατε αυτόν τον άθλο - την αναίμακτη μετάβαση στο μεταρατσιστικό καθεστώς;», τον ρώτησα. «Είχα ένα γενναίο αντίπαλο», απάντησε με μετριοφροσύνη. «Δίχως τον Μαντέλα δεν θα ήταν εφικτή αυτή η μετάβαση».
Παρακολουθώντας πρόσφατα την εξαίσια ταινία του Κλιντ Ίστγουντ «Ανίκητος», θυμήθηκα τη φράση του προέδρου Ντε Κλερκ: «είχα ένα γενναίο αντίπαλο». Επικεντρωμένη στον Μαντέλα, η ταινία είναι ένα εξαιρετικό μάθημα ηγεσίας – οραματικού ρεαλισμού, εμπνευσμένης διοίκησης, πολιτικής γενναιότητας, κι εκλεπτυσμένης κρίσης.
Το 1994 ο Νέλσον Μαντέλα εκλέγεται πρόεδρος της Νότιας Αφρικής. Γνωρίζει καλά ότι, από τα πολλά προβλήματα που καλείται να διαχειριστεί, το μείζον είναι η συμφιλίωση λευκών και μαύρων, αφού, δίχως αυτή, η χώρα δεν πρόκειται να εξέλθει από τον φαύλο κύκλο της βίας. Σμιλεύοντας την οδυνηρή εμπειρία του στη φυλακή συνειδητοποιεί ότι, η συγχώρεση προς τους ρατσιστές, αφενός μεν προφυλάσσει τα χθεσινά θύματα από την απανθρωποποίηση που θα επιφέρει η ρεβανσιστική βαρβαρότητα, αφετέρου δε βγάζει τη χώρα από το κτηνωδώς διχαστικό παρελθόν. Η νέα πλειοψηφία έπρεπε να προστατευθεί από τον εαυτό της.   
Όταν, στην ταινία, οι εφημερίδες των (λευκών) Αφρικάνερ, αναρωτιούνται: «Μπορεί να κερδίσει τις εκλογές, αλλά μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα;», ο Μαντέλα δεν απορρίπτει το ερώτημα, αντιθέτως το συμμερίζεται. Νοιώθει ότι χρειάζεται να αποδείξει ότι μπορεί, πράγματι, να κυβερνήσει. Δεν ηγείται απλώς του κυβερνητικού κόμματος, δεν είναι μόνο ένα ηρωικό σύμβολο κατά του απαρτχάιντ· τώρα, πλέον, κυβερνά τη χώρα. Καλείται να δώσει προσανατολισμό στο έθνος.
Η ταινία περιστρέφεται γύρω από την απόφαση του προέδρου Μαντέλα να υποστηρίξει ενεργά την εθνική ομάδα ράγκμπι (τη «Σπρίνμποκς») στο παγκόσμιο κύπελλο του 1995 (το οποίο, τελικά, κέρδισε). Η απόφαση ήταν επίμαχη, δεδομένου ότι  η συγκεκριμένη ομάδα ήταν ένα μισητό σύμβολο του απαρτχάιντ. Το εθνικό συμβούλιο αθλητισμού, κυριαρχούμενο από μαύρους, θέλει να καταργήσει την ομάδα. Πρόκειται για εύλογη απαίτηση· η «Σπρίνμποκς» συμβολίζει τη φυλετική καταπίεση. 
Ο Μαντέλα δεν προσχωρεί σε αυτή την άποψη. Ό,τι είναι εύλογο, δεν είναι απαραίτητα εθνικά επωφελές· ό,τι είναι ενστικτωδώς επιθυμητό, δεν είναι απαραίτητα ορθολογικό. Παρεμβαίνοντας στη συνεδρίαση του συμβουλίου, αντιμάχεται την κυρίαρχη άποψη, με το τεράστιο συμβολικό-πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει ως ήρωας του αγώνα κατά του απαρτχάιντ και λαοπρόβλητος πρόεδρος. «Με εκλέξατε ηγέτη σας», λέει στους παρευρισκομένους. «Αφήστε με να ηγηθώ. Η χώρα χρειάζεται συμφιλίωση».
Επιβάλλει την άποψή του, υποστηρίζει δημοσίως τη «Σπρίνμποκς», χρησιμοποιεί επιδέξια το προσφιλές αθλητικό παιχνίδι των λευκών ρατσιστών για να διαβεβαιώσει τη λευκή μειονότητα ότι δεν πρέπει να φοβάται στο μεταφυλετικό κράτος δικαίου. Με τη συμβολική κίνησή του συγκινεί τους λευκούς, στο μέτρο που καταφάσκει σε ένα σύμβολό τους· παιδαγωγεί τους μαύρους στην ανάγκη σεβασμού της λευκής μειονότητας. Δημιουργεί βαθμιαία ένα νέο πλαίσιο που θα δώσει τη δυνατότητα στη χώρα να βγει από το φαύλο κύκλο της φυλετικής κτηνωδίας.
Η επιτυχία της εθνικής ομάδας στο παγκόσμιο κύπελλο γεμίζει όλους χαρά. Μέσα από το ράγκμπι δημιουργείται, έστω και στιγμιαία, μια φαντασιακή κοινότητα πολιτών της νέας Νότιας Αφρικής. Έστω  και για λίγο, η φυλετική διαίρεση υπερβαίνεται. Μια νέα αρχή φαίνεται πως είναι εφικτή.  Το έθνος αρχίζει να αποκτά νέα σύμβολα κοινής αναφοράς και περηφάνιας.
Υπήρξε τυχερή χώρα η Νότια Αφρική να διαθέτει την κατάλληλη στιγμή ένα σπουδαίο ηγέτη – μετασχηματιστή συνειδήσεων και θεσμών. Ο μετασχηματιστικός ηγέτης διαθέτει βιωματική γνώση των συμφραζομένων μέσα στα οποία δρα, αποκτώντας μια σαφή αίσθηση προτεραιοτήτων. Με το παράδειγμά του και τις συνετές επιλογές του συσσωρεύει συμβολικό- πολιτικό κεφάλαιο, που του επιτρέπει να πείθει και, όταν είναι απαραίτητο, να «αντιπαρατίθεται στο δήμο» (όπως μας θυμίζει ο Θουκυδίδης). Αναστοχάζεται τις εμπειρίες του, διαθέτει «αίσθηση της πραγματικότητας» (Μπερλίν) και εκλεπτυσμένη κρίση. Δεν παγιδεύεται σε ιδεοληπτικά σχήματα· γνωρίζει ότι τα προβλήματα έχουν συχνά δομή φαύλου κύκλου, τον οποίο είναι αποφασισμένος να σπάσει.
Ο εμπνευσμένος ηγέτης διαθέτει ψυχική ενδοχώρα, επεξεργασμένα βιώματα, ισχυρή αυτοπεποίθηση, κι αδάμαστο χαρακτήρα στις αντιξοότητες. Εμπνέεται από τους ίδιους στίχους (του Γ.Χένσλι) που ενέπνεαν τον Νέλσον Μαντέλα στα ατέλειωτα χρόνια της φυλακής (27 παρακαλώ!): «Είμαι κύριος της μοίρας μου/είμαι καπετάνιος της ψυχής μου».  Όλα, τότε, είναι εφικτά.


Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

Τα «ανθρωπάκια» απαξιώνουν τους θεσμούς


Η επαπειλούμενη οικονομική χρεοκοπία της χώρας μας φέρνει αντιμέτωπους με τις πρακτικές και νοοτροπίες που κατέστησαν δυνατή τη χρεοκοπία – την ηθική αμβλύνοια, την απαξίωση των θεσμών, την έλλειψη ηγεσίας. Τα τελευταία τράντα χρόνια στην Ελλάδα κατασκευάστηκε ένας ναρκισιστικός ανθρωπότυπος, κύρια γνωρίσματα του οποίου είναι η περιφρόνηση κανόνων, η καιροσκοπική ιδιοτέλεια, και ο άνευ αρχών ευδαιμονισμός. Η οικονομική μας αθλιότητα μας ωθεί, επιτέλους, να αναστοχαστούμε την ανθρωπολογία μας.

Αν και στην κατασκευή του ναρκισιστικού ανθρωπότυπου συνέβαλλαν πολλοί παράγοντες, σημαντικές ευθύνες έχει η ηγετική ελίτ της χώρας. Δεν αναφέρομαι τόσο στη χαμηλή ποιότητα της πλειονότητας των πολιτικών σε όλα τα επίπεδα (αυτό έχει πάψει να μας εκπλήσσει), όσο στην ηγέτιδα τάξη που διοικεί τους θεσμούς. Η ραγδαία απαξίωση των θεσμών κατέστη εφικτή στο μέτρο που η άκρατη κομματικοποίηση του δημόσιου βίου, η έλλειψη επαγγελματισμού, και η κυρίαρχη ιδεολογία του ναρκισιστικού λαϊκισμού ανέδειξαν σε ηγετικές θέσεις «ανθρωπάκια» (για να δανεισθώ τη φράση του διευθυντή της «Καθημερινής» κ.Παπαχελά), των οποίων κύριο κίνητρο δεν είναι η προαγωγή των «ενδογενών αξιών» που διέπουν τη λειτουργία του θεσμού, αλλά η ικανοποίηση ιδιοτελών επιδιώξεων.

Τα «ανθρωπάκια» θέλουν να είναι αρεστοί σε όλους• είναι συστηματικοί «ισορροπιστές», λατρεύουν την ηδονή της εξουσίας, σχετικοποιούν τους κανόνες, λειτουργούν με κύριο γνώμονα την αυτο-αναφορικότητα. Η παρρησία, το ηθικό ανάστημα, η τόλμη δεν τους είναι γνωστές συμπεριφορές. Προτιμούν να κλείνουν τα μάτια σε απαράδεκτες πρακτικές για να αποφύγουν τις σκληρές επιλογές που το διοικείν επιβάλλει. Δεν αισθάνονται ότι υπηρετούν μακροχρόνιες αξίες, γι αυτό εύκολα προβαίνουν σε καιροσκοπικούς συμβιβασμούς. Δεν επιδιώκουν να εμπνέουν τους άλλους με το παράδειγμά τους, αρκούνται στην ασπόνδυλη μικρο-διαχείριση. Κυρίως είναι αναρριχητικοί τακτικιστές. Στο μέτρο που διαθέτουν όραμα και στρατηγική, αφορά το άτομό τους, τη διαχείριση της «εικόνας» τους, προκειμένου να ανέλθουν σε «ανώτερα» αξιώματα. Συναλλάσσονται με όσους χρειάζονται ή απειλούν την εξουσία τους, ανέχονται εξευτελιστικές για τους ίδιους και το θεσμό συμπεριφορές, εκλογικεύουν τις αυτο-εξυπηρετικές επιλογές τους με όρους πολιτικής ορθοφροσύνης. Κρύβουν τον γλοιώδη κομφορμισμό τους πίσω από το προσωπείο της κομψής «υπευθυνότητας». Ο φαρισαϊσμός είναι δεύτερη φύση τους.

Που ευδοκιμεί αυτό το είδος; Εκεί όπου οι φορείς νόμιμης εξουσίας δεν έχουν νοοτροπία κυβερνήτη θεσμού, αλλά διαχειριστή εξουσιαστικών προνομίων. Τα πανεπιστήμια είναι χαρακτηριστική περίπτωση. Στους χώρους που θα περίμενε να δει κανείς υποδείγματα ηγετικής συμπεριφοράς – ευτολμίας, παρρησίας, ανιδιοτελούς προσφοράς – συναντά συχνά δειλία, απραξία, αυτο-εξυπηρετικό πνεύμα. Οχι σπάνια, με τιμητικές φυσικά εξαιρέσεις, οι ακαδημαϊκές ηγεσίες αποφεύγουν τις δύσκολες επιλογές, μεριμνούν για τα μικρο-συμφέροντά τους (ατομικά, συγγενικά, φιλικά, κομματικά), αναμασσούν την ξύλινη γλώσσα της κρατούσας πολιτικής ορθοφρσύνης, λένε στην κάθε ομάδα αυτά που θέλει να ακούσει. Οι ακαδημαϊκοί ηγέτες-«ανθρωπάκια» έχουν ορίζοντα αναφοράς αντίστοιχο του αναστήματός τους• προσαρμόζουν το ρόλο στα μέτρα τους.

Ζητά η υπουργός Παιδείας από τους πρυτάνεις να οριοθετήσουν το χώρο του ασύλου. Τι απαντά ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών; «Δεν είναι δυνατόν να ζητά το υπουργείο να οριοθετήσω τους χώρους σε 418 κτίρια του ιδρύματος. Ας κοιτάξει η πολιτεία να ανοίξει άλλα ζητήματα»! Ναι, σωστά διαβάσατε: ο πρύτανης αρνείται να κάνει τη δουλειά του, προφανώς για να μη συγκρουστεί με τις κομματικές ολιγαρχίες που λυμαίνονται τα πανεπιστήμια. Αν όμως ο πρύτανης δεν εφαρμόζει το νόμο, γιατί να το κάνει ο φοιτητής; Αν ο πρύτανης αδιαφορεί για την προστασία της δημόσιας περιουσίας, γιατί να τη σεβαστεί ο καταληψίας; Αν ο πρύτανης δεν εμπνέει σεβασμό με την ηγετική συμπεριφορά του, γιατί να του αποδώσει τον οφειλόμενο σεβασμό η ακαδημαϊκή κοινότητα;

Οι καθηγήτριες της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κυρίες Κουτσογιάννη και Τζώνου θέλουν να εφαρμόσουν το νόμο, ο οποίος ρητά προβλέπει μέγιστη εξεταστική περίοδο τριών εβδομάδων. Οι φοιτητές αντιδρούν (θέλουν εξεταστική περίοδο δύο μηνών!) και μερικοί τραμπούκοι καταλαμβάνουν το εργαστήριο των καθηγητριών, με το ανατριχιαστικό σύνθημα «Δεν υπάρχουν νόμοι και κανονισμοί, νόμος είναι η ανάγκη του κάθε φοιτητή»!. Πως αντιδρά ο πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής; Επιπλήττοντας εμμέσως τις καθηγήτριες, διότι παραβιάζουν το «εθιμικό δίκαιο, το οποίο έχει διαμορφωθεί από φοιτητές και διδάσκοντες τα τελευταία 23 χρόνια». Ναι, σωστά διαβάσατε. Τι «εθιμικό δίκαιο» της Ιατρικής Σχολής, προϊόν χρόνιας συμπαιγνίας καθηγητών-φοιτητών προς αμοιβαίο όφελος (οι καθηγητές «εξαγοράζουν» τη δυνατότητα να εκπληρώνουν ασυνεπώς στις υποχρεώσεις τους, οι φοιτητές να παίρνουν άκοπα το πτυχίο τους), υπερισχύει του νόμου! Οι πρυτανικές αρχές του Πανεπιστημίου Αθηνών «εθιμικά» σιωπούν!

Ποιός είναι, τυπικά, ο λόγος της καθιέρωσης του «εθιμικού δικαίου»; «Η ιδιαιτερότητα του προγράμματος σπουδών της Ιατρικής Σχολής», παρατηρεί εμβριθώς ο πρόεδρός της, όπως ο μεγάλος αριθμός μαθημάτων και η καθυστερημένη διανομή συγγραμμάτων. Να πως παράγεται η μετριότητα, κλιμακώνεται σε αθλιότητα, και επέρχεται η απαξίωση των θεσμών: οι ιθύνοντες επιλέγουν να συναλλάσσονται με τους διοικούμενους, εκμαυλίζοντάς τους με τη λαϊκιστική παραχώρηση «προνομίων» (εν προκειμένω, εξεταστικές διευκολύνσεις, ευφημηστικά αποκαλούμενες από τον πρόεδρο της Ιατρικής μια «λειτουργική πρακτική»). Αντί η ηγεσία της Ιατρικής Σχολής να υπερασπισθεί με σθένος και παρρησία τις αξίες του θεσμού που εξελέγη να υπηρετεί, απαιτώντας την άρση των «ιδιαιτεροτήτων», συμβιβάζεται με αυτές• ανέχεται «εθιμικά» την παρανομία και την υποβάθμιση της ποιότητας σπουδών. Βολεύονται πολλοί...

Με την αυστηρή επιτήρηση, η ΕΕ μάλλον θα μας σώσει από τις άφρονες οικονομικές επιλογές του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Από τους ηγέτες-«ανθρωπάκια» που απαξιώνουν τους θεσμούς, ποιός θα μας σώσει;

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2010

Οι μάστορες του ψεύδους



«Αλλά το πλείστον κακόν οφείλεται αναντιρρήτως εις την ανικανότητα της ελληνικής διοικήσεως. Θα έλεγε τις ότι η χώρα αύτη ηλευθερώθη επίτηδες δια να αποδειχθή ότι δεν ήτο ικανή προς αυτοδιοίκησιν»
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Στα τέλη Οκτωβρίου 2004 δημοσίευσα ένα άρθρο, με τίτλο «Όταν κυβερνούν οι άφρονες ερασιτέχνες» («Βήμα», 30/10/2004). Στο άρθρο επέκρινα τον τότε υπουργό Οικονομικών κ.Αλογοσκούφη για τη θορυβώδη πολιτικοποίηση του θέματος της δημοσιονομικής απογραφής, με την οποία αμφισβητούνταν οι λογιστικές πρακτικές της προηγούμενης κυβέρνησης Σημίτη και τα εξ αυτής απορρέοντα οικονομικά μεγέθη. Ισχυριζόμουν ότι ο τρόπος που διεξήγαγε την απογραφή ο κ.Αλογοσκούφης πρόδιδε έλλειψη «φρόνησης»: το διακύβευμα της Αλογοσκούφειας απογραφής δεν ήταν μόνο η ορθότητα (ακόμη και η εντιμότητα) της λογιστικής πρακτικής του προκατόχου του, αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο: το συνολικό συμφέρον της χώρας. Η απογραφή έπρεπε να είχε γίνει πολύ πιο αθόρυβα και μεθοδικά• να μην καταστεί όπλο κατά του πολιτικού αντιπάλου, αλλά μια ευκαιρία για την απόκτηση σωστών, επιτέλους, στατιστικών στοιχείων.

Σήμερα διαπιστώνω ότι σε εκείνο το άρθρο υπήρξα εξαιρετικά ήπιος και σχετικά αφελής. Ο κ.Αλογοσκούφης, ο κ.Παπαθανασίου, και οι λοιπές πολιτικές ασημαντότητες που διετέλεσαν υφυπουργοί τους, δεν υπήρξαν τόσο «άφρονες ερασιτέχνες», όσο μάστορες της απόκρυψης, της παραπλάνησης, και του ψεύδους. Κατήγγειλαν την προηγούμενη κυβέρνηση για ψευδή στατιστικά στοιχεία, ενώ οι ίδιοι μακράν τους ξεπέρασαν. Αν τους έτυπτε έστω και κατ΄ ελάχιστον η συνείδησή τους για το χάλι στο οποίο άφησαν τη χώρα, θάπρεπε να ζητήσουν τουλάχιστον συγγνώμη. Θα εξέπληττε αν το έκαναν.

Αν νομίζετε ότι υπερβάλλω, διαβάστε την τελευταία έκθεση της Γιούροστατ «Για τα στατιστικά στοιχεία του ελλείμματος και του χρέους της ελληνικής κυβέρνησης» (http://epp.eurostat.ec.europa.eu). Πίσω από την τεχνοκρατική γλώσσα του κειμένου, κρύβεται μια εκλεπτυσμένη όσο και μελαγχολική διάγνωση της θεσμικής παρακμής που μαστίζει τη χώρα. Με επίκεντρο τις στατιστικές υπηρεσίες, η Έκθεση συνιστά, μεταξύ άλλων, μια αδρή κοινωνιολογική περιγραφή των ελλαδικών θεσμών γενικότερα και της ευρύτερης ηθικής κατάπτωσης που τους χαρακτηρίζει.

Η Γιούροστατ αμφιβάλλει για την αξιοπιστία των ελλαδικών στατιστικών στοιχείων, αναφορικά με το χρέος και το έλλειμμα, εδώ και αρκετά χρόνια. Το Νοέμβριο 2004, δημοσίευσε μια Έκθεση στην οποία καταδείκνυε ότι οι ελλαδικές στατιστικές υπηρεσίες τροφοδοτούσαν την ΕΕ με ψευδή στοιχεία μεταξύ 1997-2003. Από το 2004 και μετά, τα πράγματα χειροτέρεψαν. Μεταξύ 2005 και 2009, σε πέντε περιπτώσεις η Γιούροστατ εξέφρασε «επιφυλάξεις». Όποτε τα σχετικά στοιχεία δημοσιεύθηκαν «άνευ επιφυλάξεων», αυτό ήταν αποτέλεσμα δικών της παρεμβάσεων.

Η αξιοπιστία των ελλαδικών στατιστικών στοιχείων αμφισβητήθηκε από τη Γιούροστατ περισσότερο από αυτά κάθε άλλης χώρας-μέλους της ΕΕ, Η υπηρεσία «αφιέρωσε μακράν περισσότερους πόρους και αποστολές στην Ελλάδα από οποιαδήποτε άλλη χώρα της ΕΕ». Αν και συμφωνήθηκε ένα «σχέδιο δράσης» με την ελληνική κυβέρνηση το 2006, εν τούτοις, η ευρωπαϊκή στατιστική υπηρεσία ομολογεί έμμεσα την αδυναμία της να διαπιστώσει πόσο τηρήθηκε!

Οι συντάκτες της Έκθεσης εκφράζουν με διπλωματικό τρόπο την αγανάκτησή τους ότι οι συμφωνίες συχνά δεν τηρούνταν. Θέματα λ.χ. όπως η καταγραφή των ευρωπαϊκών επιδοτήσεων, οι λογαριασμοί κοινωνικής ασφάλισης, και το παθητικό των νοσοκομείων, τα οποία είχαν συμφωνηθεί με τη Γιούροστατ μεταξύ 2005 και 2008, επανεμφανίσθηκαν το 2009, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις των αρμοδίων. Η Έκθεση κατηγορεί τις ελληνικές αρχές για «εσκεμμένα ψευδείς αναφορές» (“deliberate misreporting”) αναφορικά με την καταγραφή των νοσοκομειακών δαπανών. Αντί να καταγραφούν οι απλήρωτες δαπάνες ύψους 3,3 δις. ευρώ, για την περίοδο 2005-2008, μόνο 2,3 δις ευρώ καταγράφηκαν ως παθητικό στις ελληνικές αναφορές προς την ΕΕ, τον Απρίλιο 2009 και στις 4/10/ 2009, «ψευδώς μειώνοντας το δημόσιο έλλειμμα». Όταν στις 21/10/2010, ο νέος υπουργός Οικονομικών κ.Παπακωνσταντίνου αύξησε κατά 2,5 δις. το ύψος του ελλείμματος (επιπλέον των 2,3 δις), αυτό συνέβη «παρά το γεγονός ότι το πραγματικό ποσό του παθητικού των νοσοκομείων είναι ακόμη άγνωστο», αφού μάλιστα, όπως αναφέρει η Έκθεση, ούτε τα ίδια τα νοσοκομεία καταγράφουν τις δαπάνες τους!

Η Έκθεση της Γιούροστατ δεν περιορίζεται στην παράθεση γεγονότων, αλλά προσφέρει και μια ερμηνεία τους. Η κορύφωση της ελλαδικής αναξιοπιστίας το 2009, με τις συνεχείς αναθεωρήσεις στοιχείων τον Απρίλιο και δύο φορές τον Οκτώβριο (πριν και μετά τις εκλογές), δεν είναι «ούτε πρωτοφανής, ούτε μεμονωμένο επεισόδιο», παρατηρεί. Η χαμηλή ποιότητα των ελλαδικών στατιστικών στοιχείων είναι χρόνιο φαινόμενο και παράγεται από ένα ανεπαρκές και πολιτικοποιημένο πλαίσιο διακυβέρνησης: «αδύνατοι θεσμοί», «ελλειμματική λογοδοσία», «κακός συντονισμός», «θολές και διαστρεβλωμένες πληροφορίες», «μη συμμόρφωση με ευρωπαϊκές οδηγίες», «απουσία θεσμικών ελέγχων και αντίβαρων», «πολιτικοποίηση» της διοίκησης. Τα Greek statistics είναι πρόβλημα «μόνον εν μέρει μεθοδολογικής φύσεως και βρίσκεται κυρίως πέραν της στατιστικής σφαίρας», καταλήγουν εύστοχα οι λειτουργοί της Γιούροστατ.

Η Έκθεση αναφέρει συχνά ότι η ποιότητα των στατιστικών στοιχείων της ΕΕ εξαρτάται από την «καλή πίστη» των συνεργαζομένων εθνικών υπηρεσιών. Οι Ευρωπαίοι σκέφτονται με τα ορθολογικά κριτήρια των προηγμένων χωρών, στις οποίες η εντιμότητα, η τήρηση συμφωνιών, και η καλή πίστη αποτελούν απαραίτητο όρο κάθε συνεργασίας. Δεν έχουν υπόψη ότι στην Ελλάδα η κουτοπονηριά, το ψέμα, η ανομία και η υποκρισία αποτελούν τρόπο ζωής. Μόνο σε ένα έθνος συστηματικών μικρο-απατεώνων, αντικοινωνικών ατομιστών, υποκριτικών πατριωτών, και γενικευμένης περιφρόνησης του νόμου, θα μπορούσαν να ευδοκιμήσουν τα Greek statistics. Μόνο σε ένα πελατειακό πολιτικό σύστημα ανίκανων και ιδιοτελών πολιτικάντηδων, το κράτος απαθλιώνεται, η ανικανότητα κυριαρχεί, και η δημόσια σφαίρα αλώνεται από πολιτικές σκοπιμότητες. Δυστυχώς, η χώρα εισπράττει σήμερα την περιφρόνηση που της αξίζει.

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Ο κούκος που δεν θα φέρει την άνοιξη


Μετά από τρεις μήνες διακυβέρνησης, είναι πλέον εμφανής η δυσκολία του πρωθυπουργού να πάρει γρήγορες, συνεπείς και στρατηγικά σχεδιασμένες αποφάσεις, ιδιαίτερα στην οικονομία. Δεν εκπλήσσει. Θέλει από τη μια να είναι συνεπής με όσα «φιλολαϊκά» μέτρα αφρόνως εξήγγειλε προεκλογικά, αλλά από την άλλη πιέζεται από την αμείλικτη οικονομική πραγματικότητα Αποτέλεσμα; Βραδύτητα, παλινωδίες, αντιφάσεις. Ετοιμάζει πρόγραμμα περικοπών στις δημόσιες δαπάνες, αλλά συναινεί στην πανάκριβη εθελούσια έξοδο των λιμενεργατών του Πειραιά• παγώνει τους «υψηλούς» μισθούς στο δημόσιο, αλλά αρνείται να περικόψει τα σκανδαλώδη προνόμια των υπαλλήλων της Βουλής• θέλει να μαζέψει φόρους, αλλά σπέρνει τη σύγχυση. Λαϊκισμός και υπευθυνότητα δύσκολα συμβιβάζονται.

Υποτίθεται ότι το καινούριο στοιχείο που κομίζει στο δημόσιο βίο ο πρωθυπουργός είναι η ανοιχτή διακυβέρνηση: η διαβούλευση και η αλλαγή του τρόπου στελέχωσης του κράτους με την υποβολή βιογραφικών. Καινούρια ιδέα πράγματι είναι, αλλά δεν συνιστά «επανάσταση» - αλλαγή υποδείγματος – όπως ο ίδιος δήλωσε• είναι μια νέα κίνηση στο υπάρχον παιχνίδι. Αλλαγή υποδείγματος θα συνιστούσε η ανατροπή, όχι η ανακαίνιση, βαθιών ελλαδικών δομών, όπως είναι η χρόνια πολιτικοποίηση του κράτους. Η πραγματική τομή λ.χ. θα ήταν η δημιουργία μιας πολιτικά ανεξάρτητης ελίτ στη δημόσια διοίκηση. Ο Παπανδρέου δεν επέλεξε τους άριστους έναντι των αρεστών για να στελεχώσουν τα υπουργεία, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, τους άριστους μεταξύ των αρεστών. Θα διόριζε ποτέ ο πρωθυπουργός της Σουηδίας επικεφαλής της υπηρεσίας δίωξης οικονομικού εγκλήματος έναν συνδικαλιστή του κόμματός του;

Ο Παπανδρέου Γ’ είναι ένας αμλετικός χαρακτήρας: διαπερνάται από αμφιβολίες που μειώνουν την αποφασιστικότητα της δράσης του. Το βλέπει κανείς και στη γλώσσα του σώματός του – αποπνέει αβεβαιότητα και προσωρινότητα. Ξέρει πως θάθελε να είναι η Ελλάδα («η Δανία του Νότου»), έχει τα σωστά φιλελεύθερα-κοινωνιστικά ένστικτα, αλλά δεν γνωρίζει πώς να τα μεταποιήσει σε βιώσιμες στρατηγικές αλλαγής, γι αυτό και εξαντλείται σε κοινότοπες γενικότητες. Μεγάλωσε σε μια προβεβλημένη πολιτική οικογένεια, κύριο γνώρισμα της οποίας ήταν η «φιλολαϊκότητα» - να είναι αρεστοί στο «λαό» - γι αυτό και δυσκολεύεται να πάρει τις σκληρές αποφάσεις που το κυβερνάν αναπόφευκτα επιβάλλει. Οι Παπανδρέου έμαθαν να υπόσχονται, να παρέχουν στους «μη προνομιούχους», όχι να τους δυσαρεστούν.

Ο πρωθυπουργός δεν διαθέτει βιωματική γνώση των προβλημάτων, βλέπει την Ελλάδα με την οπτική γωνία ενός «φιλέλληνα» που εκπλήσσεται με την αθλιότητα της χώρας, αλλά δεν γνωρίζει βαθιά, σωματικά, τον ψυχισμό της, τις φοβίες της, τους ιστορικούς εθισμούς της, κι αυτό φαίνεται στον άνευρο λόγο του. Αναπληρώνει την ελλιπή γνώση του ελλαδικού πλαισίου με γενικόλογες διακηρύξεις και δάνεια ιδεολογήματα («διαβούλευση», «συμμετοχή»).

Ο κ.Παπανδρέου έγινε πολιτικός επειδή γεννήθηκε σε πολιτική οικογένεια, η καρδιά του όμως είναι αλλού. Πριν από κάμποσα χρόνια, σε μια στιγμή αυθεντικότητας, εξέφρασε σε συνέντευξή του την επιθυμία ότι, αν δεν ήταν πολιτικός, θα ήθελε να ηγείται μια Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Ο κ.Παπανδρέου δεν έχει νοοτροπία κυβερνήτη, αλλά επικεφαλής think tank, περιβαλλοντικής ή φιλανθρωπικής οργάνωσης – ανθρώπου, δηλαδή, που δεν τον έλκει τόσο η εκτελεστική όσο η συμβολική εξουσία. Γι αυτό του πάει ο ρόλος του προέδρου της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, όπως θα του ταίριαζε ο ρόλος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ ή του προέδρου της Διεθνούς Αμνηστίας. Ο ενδιάθετος κοσμοπολιτισμός του και μια αμερικανικής προελεύσεως σωτηριολογική προδιάθεση τον ωθούν να ασχολείται ενεργά με τα διεθνή κοινά. Με την εγχώρια πολιτική πλήττει, πιθανόν επειδή θα πρέπει να ασχοληθεί και με τη «λάντζα», όχι μόνο με υψιπετείς σκοπούς• ίσως θεωρεί τα δημόσια ήθη πολύ πρωτόγονα για τη δική του «εκλεπτυσμένη» νοοτροπία (περίπτωση Ρατζίβ Γκάντι)• ή πιθανότατα δεν θέλει να φθείρει το «φιλολαϊκό» του προφίλ. Σε κάθε περίπτωση, δίνει την εντύπωση ανθρώπου που παρατηρεί αλλά δεν μετέχει.

Είναι πειστικός όταν μιλάει για θέματα μειονοτήτων και μεταναστών (για τα οποία έχει προσωπική εμπειρία και ευαισθησία). Οι καλύτερες στιγμές του είναι όταν ενεργεί ως υπουργός Εξωτερικών – ένας ρόλος που εμπεριέχει λιγότερο την άσκηση εκτελεστικής εξουσίας και περισσότερο τη διαβούλευση. Όπως προσφυώς ελέχθη, ο Παπανδρέου είναι ένας υπουργός Εξωτερικών με αρμοδιότητες πρωθυπουργού. Ουσιαστικά είναι ένας do-gooder που αισθάνεται άβολα με συγκρούσεις. Η περιλάλητη «διαβούλευση» είναι ένας εύσχημος τρόπος να μην αποφασίζει.

Εκπλήσσονται μερικοί με τις κυβερνητικές «αρρυθμίες» και τον ανεπαρκή συντονισμό. Κακώς. Είχαμε αρκετά δείγματα γραφής από τον πρωθυπουργό με την ιδιότητά του ως προέδρου του ΠΑΣΟΚ. Η παροιμιώδης χαλαρότητα του κόμματος, τα διαρκώς ανανεούμενα όργανα, η απρόβλεπτα μεταβλητή γεωμετρία των ανθρώπων που τον περιβάλλουν, και η απουσία πολιτικών ανακλαστικών, ήταν ήδη γνωστά. Γιατί να κάνει κάτι διαφορετικό ως πρωθυπουργός; Οι αρρυθμίες σύντομα θα εξελιχθούν σε εμφράγματα.

Όσοι περίμεναν ο νέος πρωθυπουργός όχι μόνο να γυρίσει σελίδα, αλλά να αλλάξει βιβλίο, πιθανότατα θα απογοητευθούν. Οι βαθιές δομές που καθηλώνουν τη χώρα είναι αμφίβολο αν θα αλλάξουν. Αλλαγές θα γίνουν, αλλά θα είναι ασύνδετες και περιπτωσιακές. Νέοι θεσμοί πιθανόν να δημιουργηθούν, αλλά οι υπάρχοντες είναι λιγότερο πιθανό να μεταρρυθμιστούν σοβαρά. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε ρήξη με τον κομματισμό, τον κρατισμό, την πολιτική πόλωση, το λαϊκισμό, τον κομματικό καιροσκοπισμό - ρήξη, δηλαδή, με όσα συνέχουν το σημερινό πολιτικό σύστημα, ένα νέο παιχνίδι. Η χώρα χρειάζεται επειγόντως έναν Ελευθέριο Βενιζέλο, αλλά επιλέγει πολιτικές μετριότητες. Φυσικά το πληρώνει – κυριολεκτικά!

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2010

Ζούμε με δανεικά, σε χρόνο δανεικό


Ο τρόπος με τον οποίο, ως οργανωμένη κοινωνία, αντιμετωπίζουμε χρόνια προβλήματα, ιδιαίτερα εκείνα που έχουν σχετικά σαφή δομή, εγνωσμένα μοτίβα εξέλιξης και παράγουν προβλέψιμα αποτελέσματα, δείχνει τη στάση μας απέναντι στο χρόνο. Κατά πόσον, δηλαδή, θεωρούμε ότι μπορούμε να επηρεάσουμε το μέλλον σύμφωνα με τις αξίες μας ή, αντίθετα, επικεντρώνουμε ευδαιμονιστικά τις προσπάθειές μας στην καιροσκοπική ικανοποίηση τρεχουσών αναγκών.

Η ελλαδική κοινωνία έχει κάνει τις επιλογές της τα τελευταία τριάντα χρόνια. Επιβραβεύοντας ηγέτες και αντιλήψεις που μεταθέτουν χρόνια προβλήματα στο μέλλον, δείχνει να προτιμά την ανερμάτιστη από τη στρατηγική ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών. Είμαστε η χώρα της συστημικής αναβλητικότητας. Οι θεσμοί μας, ιδιαίτερα αυτοί της εκτελεστικής εξουσίας, αδυνατούν να ενεργήσουν στρατηγικά. Αρκούνται στη μικρο-διαχείριση της αθλιότητας• ο χρονικός ορίζοντας δράσης τους, στην καλύτερη περίπτωση, συν-εξελίσσεται με τον εκλογικό κύκλο. Το πολιτικό σύστημα στο σύνολό του, μέσα από πρακτικές πολωτικής αντιπαράθεσης και χυδαίου λαϊκισμού, αδυνατίζει την όποια ικανότητα της εκάστοτε κυβέρνησης να σχεδιάζει και να δρα με μακροπρόθεσμα κριτήρια.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ασφαλιστικό. Η διαχρονική εξέλιξη του προβλήματος είναι γνωστή και αποτυπώνεται σε πληθώρα σχετικών μελετών (βλέπε λ.χ. το βιβλίο του Τ. Γιαννίτση, «Το ασφαλιστικό (ως ορφανό της πολιτικής) και μια διέξοδος», Πόλις, 2007). Ξέρουμε τι μας περιμένει. Εκτός από την τεράστια εισφοροδιαφυγή και την κακή οργάνωση του συστήματος, μια σειρά δομικών εξελίξεων, όπως η πληθυσμιακή γήρανση, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής, και η επιμήκυνση του χρόνου εκπαίδευσης, οδηγούν στη συνεχή μείωση της σχέσης ασφαλισμένων-συνταξιούχων (4:1 το 1970, 2,26:1 το 1995, 1,79:1 το 2005, 1,29 το 2050) και σε διαρκή αύξηση των δημοσίων δαπανών για συντάξεις (ως ποσοστό του ΑΕΠ: 12,6% το 2000, 15,4% το 2020, 23,8% το 2040). Γνωρίζουμε τον κίνδυνο, αλλά, σαν να έχουμε καταληφθεί από συλλογικό λήθαργο, δεν κάνουμε κάτι ρηξικέλευθο να τον αντιμετωπίσουμε. Ξορκίζουμε το μέλλον με ιδεοληπτικές κραυγές. Βλέπουμε το τσουνάμι να έρχεται και κλείνουμε τα παράθυρα!

Πως παράγεται η συστημική αναβλητικότητα; Οι κυρίαρχες αξίες του πολιτικού μας συστήματος (ψηφοθηρία, καιροσκοπισμός, θεσμική ατροφία, έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς), συγκροτούν ένα διαμορφωτικό της κυβερνητικής πράξης λαϊκιστικό λογοπλαίσιο, το οποίο ακυρώνει τον μακροπρόθεσμο ορθολογικό σχεδιασμό, ακόμη κι εκεί που αυτός είναι κατ’ εξοχήν εφικτός (όπως στην περίπτωση του ασφαλιστικού). Ο πρώην υπουργός Εργασίας Τ. Γιαννίτσης, ένας μεταρρυθμιστής σοσιαλδημοκράτης με καλή γνώση του ασφαλιστικού, του οποίου το σχέδιο μεταρρύθμισης αποσύρθηκε το 2001, μετά από θορυβώδεις αντιδράσεις του ίδιου του κόμματός του, περιγράφει πως η ψηφοθηρία, ο καταγωγικός λαϊκισμός του ΠΑΣΟΚ, και ο κομματικός καιροσκοπισμός απέτρεψαν την εκσυγχρονιστική κυβέρνηση Σημίτη να προωθήσει περαιτέρω τη σχεδιαζόμενη μεταρρύθμιση.

Γράφει ο κ.Γιαννίτσης (ο.π.): «[Στο ΠΑΣΟΚ] εκφράστηκε έντονα η άποψη ότι οι προτάσεις για το ασφαλιστικό αποξενώνουν το κόμμα από τη βάση του, ότι ο «εκσυγχρονισμός» και η παρέμβαση στο ασφαλιστικό βρίσκονται σε αντίθεση με το ιδεολογικό […] οικοδόμημα του ΠΑΣΟΚ, ότι αποτελούν το όχημα μέσω του οποίου η ΝΔ θα κερδίσει τις εκλογές […], ότι αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του κόμματος […]. Στη σκέψη πολλών ήταν φανερό πως κυριαρχούσε η αντίληψη ότι το ΠΑΣΟΚ δεν έπρεπε να καταπιαστεί με ένα κοινωνικό θέμα από το οποίο προέκυπτε πολιτική ζημία, ότι το πρόβλημα θα αναδεικνυόταν αρκετά χρόνια αργότερα […]».

Ο λαϊκισμός δεν είναι απλώς κακόγουστη ρητορική: παρέχει λεξιλόγιο, διαμορφώνει νοοτροπίες, παράγει αποτελέσματα. Τα μείζονα προβλήματα θεωρούνται «καυτές παράτες» που πρέπει να πετιούνται στον επόμενο. Η ειρωνεία είναι ότι το κόμμα που αντιτάχθηκε σφοδρά στο νομοσχέδιο Γιαννίτση το 2001 καλείται να διαχειριστεί το ίδιο πρόβλημα, με πολύ δυσμενέστερους όρους, δέκα χρόνια αργότερα!

Η ανικανότητά μας ως οργανωμένη κοινωνία να δρούμε στρατηγικά – να έχουμε, δηλαδή, όσο πιο σαφή γίνεται γνώση των προτιμήσεών και αξιών μας• να προβλέπουμε, όσο είναι εφικτό, τις μελλοντικές ανάγκες μας• και να σχεδιάζουμε αναλόγως τις απαιτούμενες πολιτικές σε ενεστώτα χρόνο – δίνει προβάδισμα στην ευδαιμονιστική-επιβιωτική αντίληψη της ζωής. Αφού έχουμε παραιτηθεί από τη δυνατότητα να επηρεάσουμε το συλλογικό μας μέλλον, έχουμε καταληφθεί από έναν υλιστικό μηδενισμό: το άγχος της με κάθε τρόπο άμεσης ικανοποίησης τωρινών αναγκών. Οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες θέλουν να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη των συντεχνιών τους, οι πολιτικάντηδες να επανεκλεγούν, οι διαπλεκόμενοι επιχειρηματίες να αρμέξουν το κράτος. Όλοι τα θέλουν όλα, εδώ και τώρα, αδιαφορώντας αν η ικανοποίηση των αιτημάτων τους είναι νόμιμη, δίκαιη, και διατηρήσιμη. Η ηθική μας αμβλύνοια είναι τέτοια που δεν θεωρούμε ότι πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι με τις μελλοντικές γενιές - τα παιδιά μας. Το αυθαίρετο εξοχικό έχει προτεραιότητα! Ζούμε με δανεικά, σε χρόνο δανεικό.

Καθηλωμένοι στο ανιστορικό παρόν, δίχως αίσθηση προοπτικής, κάθε κοινωνική ομάδα προσπαθεί να αρπάξει ό,τι μπορεί. Η φράση-κλισέ πολλών ραδιοφωνικών παρουσιαστών «να περνάτε καλά» συμπυκνώνει το σύγχρονο ελλαδικό ήθος. Θέλουμε να περνάμε, με κάθε τρόπο, καλά! Η ουσία της «μαγκιάς», άλλωστε, είναι η λαθρεπιβασία: να πληρώνουν άλλοι το λογαριασμό. Οι λιμενεργάτες του Πειραιά μπορούν να δώσουν σχετικά μαθήματα σε κάθε ενδιαφερόμενο, κι αν κανείς έχει απορίες μπορεί να απευθυνθεί στην «προστάτιδα» των αδυνάτων κυρία Λούκα Κατσέλη, με επόμενο σταθμό τον εμβληματικό εκπρόσωπο του κομματικού «απαράτ» κ.Χρήστο Παπουτσή. Συμπεριφερόμαστε ως εάν το μέλλον να μη μας αφορά. Και γιατί να μας αφορά; Μακροχρόνια θα είμαστε όλοι νεκροί!