Κυριακή 19 Ιουνίου 2011

Ώρα ηγετικής ευθύνης

Με ρωτούν αρκετοί γιατί υπέγραψα το κείμενο των 32 με τίτλο «Τολμήστε». Τους εξηγώ ότι το κείμενο είναι μια έκκληση προς τον πολιτικό κόσμο και τους συλλογικούς φορείς που μετέχουν στη δημόσια σφαίρα να κάνουν το καθήκον τους: να μιλήσουν με ειλικρίνεια, να υπερβούν τις παραδοσιακές αγκυλώσεις, να επιδείξουν αίσθημα ευθύνης, να προβούν στις τολμηρές πράξεις που έχει ανάγκη ο τόπος.
Ποια είναι η πιο σημαντική πράξη που χρειαζόμαστε σήμερα; Να υπερβούν οι πολιτικοί μας την ιδιοτελή επιμεριστικότητα, να μεριμνήσουν για την πατρίδα, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων. Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι τίποτα λιγότερο από τη σωτηρία της χώρας. Οι στιγμές είναι δραματικές, η Ελλάδα κινδυνεύει να γυρίσει πίσω αρκετές δεκαετίες • κοντεύουμε να βιώσουμε ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί σε μια χώρα σε καιρό ειρήνης. Η διαφαινόμενη χρεοκοπία δεν θα επιδεινώσει μόνο την υλική πλευρά της ζωής μας: θα καταρρεύσει η ίδια η έννοια, και οι συνοδευτική θεσμοί, μιας «ευπρεπούς κοινωνίας». Δεν είναι απαραίτητο να δούμε το χειρότερο σενάριο να υλοποιείται (π.χ. έξοδος από την ευρωζώνη ή κατάρρευση του ευρώ και συνακόλουθη χρεοκοπία) για να διαπιστώσουμε τι δεν κάναμε όταν είχαμε τη δυνατότητα. Πρέπει να δράσουμε τώρα• οι επιλογές μας μειώνονται ραγδαία…

Το κείμενο των 32 δεν συνιστά πολιτική ανάλυση, ούτε κατάθεση προτάσεων. Συνιστά προτροπή για δράση: να υπερβούν οι ταγοί μας την ακρασία που τους διακρίνει. Ξέρουν τι πρέπει να κάνουν, αλλά αποφεύγουν να το κάνουν. Μια χώρα υπό πτώχευση έχει μια κύρια έγνοια: πώς να αποφύγει την πτώχευση. Ως πολίτης δεν βλέπω τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εμείς από το να διαμαρτυρηθούμε ειρηνικά και να προτρέψουμε τους ηγέτες μας να αναλάβουν δράση. Ως πολιτικά σκεπτόμενο όν, ωστόσο, γνωρίζω ότι η έκκλησή μας μάλλον θα πέσει στο κενό. Οι ιστορικοί εθισμοί φοβάμαι ότι δεν ξεπερνιούνται μόνο με εκκλήσεις. Κάτι πιο καταλυτικό χρειάζεται…

Σημαίνει αυτό ότι η έκκλησή μας είναι μάταιη; Όχι. Πρώτον, είναι θέμα αξιοπρέπειας. Αν δεν μιλήσω, δεν θα μπορώ να δικαιολογήσω στον εαυτό μου αύριο την απραξία μου σήμερα. Απευθύνουμε εκκλήσεις λιγότερο από υπολογισμό και περισσότερο από ένα αίσθημα ευθύνης ως έλλογα όντα. Δεύτερον, μια έκκληση δημιουργεί ένα εν δυνάμει πολιτικό γεγονός. Στη δημόσια σφαίρα, τίποτα δεν πάει χαμένο. Ο δημόσιος λόγος δυνητικά αναπαράγεται από τα ΜΜΕ, σχολιάζεται, προβληματίζει. Από τη στιγμή που κάτι αξιοπρόσεκτο κατατίθεται στο δημόσιο λόγο, ενδέχεται να δημιουργήσει τη δική τους, εν πολλοίς απρόβλεπτη, δυναμική. Όχι δεν έχω αυταπάτες, ούτε πάσχω, νομίζω, από κάποιο σύνδρομο μεγαλείου. Η έκκληση των 32 είναι ελάχιστη, εφήμερη συνεισφορά, δεν έχει τις προδιαγραφές του κειμένου που θα συνεγείρει πλήθη ή θα θέσει σε κίνηση ιστορικές διαδικασίες (όπως λ.χ. οι 95 θέσεις του Λούθηρου). Παρόλα αυτά είναι κάτι…• καλύτερη από τη σιγή και την αδράνεια.

Η αγαπημένη μου φράση από το κείμενο των 32 είναι η διαπίστωση (και έμμεση προτροπή) ότι «ο τόπος χρειάζεται μια ηγεσία ευθύνης και εθνικής ανασυγκρότησης που, σε συνεργασία με τους Ευρωπαίους εταίρους μας, θα κάνει τα απαραίτητα για τη σωτηρία [της χώρας]». Για δεκαετίες ζούμε ένα τραγικό έλλειμμα ηγεσίας: βλέπουμε πολιτικούς να άγονται από τους ψηφοφόρους τους, αντί να ηγούνται των ψηφοφόρων τους. Έστω και τώρα, την δωδεκάτη ώρα, τους καλούμε να μην ακολουθήσουν την πεπατημένη του παραδοσιακού πολιτικού παιγνίου αλλά να δημιουργήσουν ένα νέο παίγνιο – πιο διαλογικό, λιγότερο καιροσκοπικά συγκρουσιακό, πιο ορθολογικό.

Γνωρίζω ότι οι έννοιες είναι αναγκαστικά γενικευτικές, ενώ η πραγματικότητα περισσότερο πολυσχιδής. Η έννοια «το πολιτικό σύστημα» συναιρεί πολλούς και διαφορετικούς πολιτικούς και δημόσια πρόσωπα. Αυτή την ετερογένεια μπορεί να αναδείξει ένα κείμενο όπως το «Τολμήστε».
Απευθύνοντας έκκληση στους πολιτικούς, καλούμε τους πιο νεωτεριστές, έντιμους και ικανούς από αυτούς, να πάρουν θέση, να αδράξουν ευκαιρίες (όπως το κείμενο των 32 ή οι συγκεντρώσεις των «Αγανακτισμένων») για να εκφέρουν έναν διαφορετικό πολιτικό λόγο• να δείξουν την ετερότητά τους από το χρεοκοπημένο mainstream. Κραυγάζοντας με πάθος την έκκλησή μας – «Τολμήστε!» - εκπέμπουμε μήνυμα αγωνίας, καλώντας τους να μην το αγνοήσουν. Στο μέτρο που η έκκλησή μας απηχεί ένα γενικότερο αίσθημα, καλούμε τους πολιτικούς να συντονιστούν με την κοινή εμπειρία: να ακούσουν την κραυγή της κοινωνίας, να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, να τιμήσουν τον όρκο τους.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2011

Αν ήμουν βουλευτής του ΠΑΣΟΚ…

«Το θέμα είναι τώρα τι λες.
Καλά φάγαμε, καλά ήπιαμε.
Καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ.
Μικροζημίες και μικροκέρδη συμψηφίζοντας.
Το θέμα είναι τώρα τι λες»
Μανόλης Αναγνωστάκης




Δεν λογάριαζα ποτέ να βρεθώ σε αυτή τη θέση. Δεν προετοιμάστηκα γι αυτό. Καλούμαι να λάβω δραματικής σημασίας αποφάσεις για τη χώρα, ενώ οι πλείστες αποφάσεις που έπαιρνα μέχρι τώρα ήταν πώς να εκλεγώ, πώς να μην αποδυναμωθώ εσωκομματικά, ποιά ρουσφέτια να ικανοποιήσω, πώς να μεταφέρω τοπικά αιτήματα στην κεντρική εξουσία. Στον μικρόκοσμό μου αυτά μετρούσαν…Τώρα το παιχνίδι άλλαξε. Από την ψήφο μου κρίνονται πολύ σοβαρότερα πράγματα: αν θα συνεχισθεί η δανειοδότηση της χώρας, αν η Ελλάδα θα παραμείνει στην καρδιά της Ευρώπης, αν τα παιδιά μου θα ζήσουν με αξιοπρέπεια και προοπτική.
Πώς να αποφασίσω; Τι στάση να κρατήσω στο Μεσοπρόθεσμο; Είναι η στιγμή που θα αναμετρηθώ με τη συνείδησή μου. Πρέπει να υπαγαγάγω με διαύγεια το πολιτικό συμφέρον μου στο συμφέρον της χώρας. Παλιότερα πίστευα πως ό,τι είναι καλό για το κόμμα μου είναι καλό και για τη χώρα μου. Όχι πλέον. Η οξεία πολιτική κρίση μου φανέρωσε πόσο μικροπρεπώς αυτοεξυπηρετική ήταν η αντίληψη αυτή.
Πρέπει να αφουγκραστώ το οργίλο λαϊκό αίσθημα, χωρίς όμως να παγιδευτώ από αυτό. Πρέπει να σκεφτώ τη διακυβέρνηση της χώρας, χωρίς να υποπέσω στην αναπαραγωγή του κατεστημένου κυβερνητισμού. Στην Ελλάδα επήλθε μια ποιοτική αλλαγή: η οικονομική χρεοκοπία αποκάλυψε πλήρως τη χρεοκοπία του πολιτικού συστήματος. Χρειαζόμαστε πολιτική αναγέννηση. Χρειαζόμαστε όμως άμεσα και την πέμπτη δόση. Τι να κάνω;
Πρώτον, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις μου, θα υπερψηφίσω το Μεσοπρόθεσμο. Η χώρα πρέπει οπωσδήποτε να αποφύγει τη χρεοκοπία. Δεύτερον, η παρούσα κυβέρνηση έχασε την εμπιστοσύνη ότι μπορεί να φέρει εις πέρας ένα τόσο τιτάνιο έργο αλλαγών. Σπαράσσεται από διαφωνίες, απουσιάζει το ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων. Ο τιμονιέρης, παρά τις καλές προθέσεις του, απεδείχθη ανεπαρκής. Θα ζητήσω την παραίτηση του πρωθυπουργού. Τα σοβαρά κόμματα αλλάζουν τους ηγέτες τους όταν αυτοί χάσουν την εμπιστοσύνη (βλ. Συντηρητικό Κόμμα στη Βρετανία το 1990). Τρίτον, ο νέος ηγέτης να εκλεγεί, εκτάκτως, από την κοινοβουλευτική ομάδα. Η σχετική διαδικασία θα αναδείξει αντιλήψεις και πρόσωπα. Η έκβαση είναι δημιουργικά αβέβαιη. Τέταρτον, ο νέος πρωθυπουργός να σχηματίσει κυβέρνηση προσωπικοτήτων, η οποία θα επεξεργαστεί μια στρατηγική πρωτοφανών μεταρρυθμίσεων παντού. Και πέμπτον, απαιτείται λαϊκή νομιμοποίηση, άρα προσφυγή σε εκλογές.
Πρέπει και να αποφύγουμε την άμεση χρεοκοπία και να βγούμε από τη βαθύτερη κρίση. Το πολιτικό σύστημα χρεοκόπησε, όχι όμως και η Πολιτική. Χρειαζόμαστε βαθιές τομές για την εθνική αναγέννηση. Τώρα είναι η ώρα. Ξέρω ότι οι μεγάλες αλλαγές δημιουργούν αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα, όμως, είναι συνθήκη παραγωγής της καινοτομίας, ο τοκετός προϋποθέτει ωδίνες. Πρέπει να αντέξουμε την αβεβαιότητα και να την αξιοποιήσουμε δημιουργικά.
Τι θα κάνουν οι υπόλοιποι βουλευτές; Δεν ξέρω. Εγώ, πάντως, θα κάνω το καθήκον μου.

Τρίτη 7 Ιουνίου 2011

Μπορούν οι βάτραχοι να γίνουνε λιοντάρια;


«Αφήστε την Ελλάδα ήσυχη να κάνει τη δουλειά της», δήλωσε πρόσφατα ο πρωθυπουργός. Σε ποιους απευθυνόταν; Άγνωστο. Η έκκλησή του πάντως ήταν αφελής. Πρώτον διότι από το παγκόσμιο μιντιακό χωριό δεν μπορείς ποτέ να αποσυρθείς, αφού υποχρεωτικά ζεις σε ένα διαρκές «τώρα» υπό τα βλέμματα των άλλων. Και δεύτερον, διότι είναι λιγότερο πιθανό να σε «ενοχλήσουν» (δηλαδή να υποστείς αρνητική δημοσιότητα), στο βαθμό που είσαι αξιόπιστος. Δεν μας αφήνουν ήσυχους οι ξένοι γιατί εμείς δεν τους αφήνουμε σε ησυχία!

Γιατί τους εμπνέουμε ανησυχία; Διότι η εγχώρια πολιτική ελίτ είναι αναξιόπιστη. Το πολιτικό σύστημα φλυαρεί περί «αλλαγής» αλλά δεν μπορεί να παραγάγει καινοτόμα πολιτικά γεγονότα: τομές που θα μεταβάλουν τις πεποιθήσεις των άλλων (εταίρων, πιστωτών, ΜΜΕ) προς μια ευνοϊκή για τη χώρα κατεύθυνση. Είναι οι δανειστές που μας ζητούν διαρκώς να κάνουμε ρηξικέλευθα πράγματα (π.χ. εκτεταμένες κρατικοποιήσεις, μείωση προσωπικού στο δημόσιο τομέα, συναίνεση), τα οποία όμως εμείς προσποιούμαστε ότι υιοθετούμε. Μόνοι μας αδυνατούμε να δράσουμε αξιόπιστα και να αλλάξουμε τις προσδοκίες τους για μας. Ιδού μερικά πρόσφατα παραδείγματα.


Συγκαλείται εκτάκτως το Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών, το οποίο καταλήγει να λειτουργεί ως συνεδρία παραγωγής «νέων ιδεών»! Ο έχων την πρωτοβουλία πρωθυπουργός δραματοποιεί μια ήδη δραματική με τις δηλώσεις Παπακωνσταντίνου («χρήματα υπάρχουν μέχρι τον Ιούλιο») και Δαμανάκη («μεθοδεύεται απομάκρυνση της Ελλάδας από το ευρώ») πολιτική ατμόσφαιρα, αλλά προσέρχεται στην κρίσιμη συνάντηση δίχως στρατηγική! Δεν εκπλήσσει. Τόχουμε ξαναπεί: ο Παπανδρέου δεν έχει νοοτροπία κυβερνήτη αλλά προέδρου Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Είναι στο φόρτε του όταν «διαβουλεύεται», εξού και τα «οpen gov», «ανοιχτό κόμμα», «ανοιχτός σε προτάσεις» - ανοιχτός σε όλα! Δεν συνειδητοποιεί ότι η δουλειά του κυβερνήτη είναι το αντίθετο: να αποφασίζει, να προβαίνει σε de-cisions, δηλαδή να απο-κόπτει, να απορρίπτει εναλλακτικές για να επικεντρωθεί σε με μία.

Αποκορύφωμα είναι η πομφόλυγα του δημοψηφίσματος που το πρωθυπουργικό περιβάλλον άφησε να αιωρείται. Δεν είναι μόνο ότι η διαχείριση ενός τόσο σύνθετου φαινομένου όσο η οικονομική κρίση δεν συμπυκνώνεται σε ένα διλημματικού τύπου ερώτημα. Πιο σημαντικό είναι ότι, για κάποιον που ενδιαφέρεται να πείσει τους πιστωτές του για την αξιοπιστία του, το δημοψήφισμα θα ήταν λάθος κίνηση: δείχνει έλλειψη ηγετικής αυτοπεποίθησης, εντείνει την αβεβαιότητα και, άρα, την εικοτολογία. Πως, λοιπόν, να μας «αφήσουν ήσυχους»;

Σε συνέντευξή του ο κ.Παπακωνσταντίνου το 2010 δήλωσε ότι «αν χρειαστεί να έρθουν νέα μέτρα ίσως να είναι ένας άλλος υπουργός ο οποίος να το κάνει. […] Θα σημαίνει ότι εγώ έχω αποτύχει». Του θυμίζει πρόσφατα ο Αλέξης Παπαχελάς στους «Νέους Φακέλους» τη δήλωση εκείνη, και τι απαντά; «Έστω ότι εγώ φεύγω αύριο το πρωί. Και λοιπόν; Αυτός που θα με αντικαταστήσει, θα κάνει μια διαφορετική πολιτική; Το πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι ο Παπακωνσταντίνου;».

Ο υπουργός Οικονομικών δεν κατανοεί τον στρατηγικό χαρακτήρα των δημόσιων δεσμεύσεών του. Εκστομίζοντας μια απειλή παραίτησης πασχίζεις να μεταβάλεις αξιόπιστα τις αντιλήψεις των αντιπάλων σου ως προς την αποφασιστικότητά σου (αφού με τη δέσμευσή σου ότι θα παραιτηθείς, εναντιώνεσαι στο συμφέρον σου), έτσι ώστε να κάμψεις τις αντιδράσεις τους. Με στρατηγικούς όρους, η απειλή δεν αποσκοπεί στην πληροφόρηση αλλά στη διαμόρφωση των εξελίξεων. Αν όμως, τελικά, χάσεις τον έλεγχο των εξελίξεων και δεν υλοποιήσεις των απειλή σου, τότε μειώνεται η αξιοπιστία σου, δεν γίνεσαι πλέον πιστευτός. Αν θες να είσαι αξιόπιστος, πρέπει να διατυπώνεις απειλές που μπορείς να εκτελέσεις!

Τι προτείνει ο κ. Σαμαράς για να βγούμε από την κρίση; «Επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου». Ποια είναι, όμως, η βάση της διαπραγματευτικής μας ισχύος σήμερα; Η εξαιρετική εφαρμογή του Μνημονίου ή, μήπως, το αρραγές πολιτικό μέτωπο; Για μια ακόμη φορά εμφανιζόμαστε αναξιόπιστοι: θέλουμε εκ των υστέρων να αλλάξουμε τη συμφωνία δανεισμού για να αποφύγουμε την επώδυνη εφαρμογή της.

Η πρόταση του κ.Σαμαρά θα ήταν αξιόπιστη υπό έναν όρο: ότι το αίτημα της επαναδιαπραγμάτευσης θα προερχόταν από μία νέα κυβέρνηση, η οποία δεν θα βαρυνόταν από τις δεσμεύσεις της προηγούμενης. Αλλά για να συμβεί αυτό είτε θα πρέπει ο κ.Σαμαράς να πιέσει για εκλογές (δεν το κάνει) και να τις κερδίσει (αβέβαιο), είτε θα πρέπει να συμπράξει με τον αντίπαλό του για το σχηματισμό νέας κυβέρνησης, ενδεχόμενο που απορρίπτει κατηγορηματικά. Άρα, γιατί μιλά για «επαναδιαπραγμάτευση»; Γιατί αυτό ξέρει να κάνει: να δημαγωγεί.

Καταλήγουμε έτσι στην αρχική διαπίστωση. Το πολιτικό σύστημα είναι εγκλωβισμένο στην ιστορικά διαμορφωμένη μικρόνοιά του. Δεν μπορεί να δημιουργήσει νέα πολιτικά γεγονότα-εκπλήξεις. Ποια θα μπορούσε να είναι αυτά; Μια οικουμενική κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας• μια νέα κυβέρνηση με τους πιο άξιους που διαθέτει η χώρα• η εξώθηση των αρχηγών των δύο κομμάτων εξουσίας σε παραίτηση, όπως στην περίπτωση του Τσάμπερλεν στη Βρετανία, όταν, λίγο μετά την κήρυξη πολέμου στη Γερμανία το 1939, παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία για να σχηματισθεί οικουμενική κυβέρνηση.

Οι πολιτικάντηδες θυμήθηκαν τώρα τη «σωτηρία της πατρίδας» όταν επί δεκαετίες ξεδιάντροπα λαφυραγωγούσαν τους θεσμούς της. Μηρυκάζουν κοινοτοπίες για την κρισιμότητα των περιστάσεων προκειμένου να μη χρειαστεί να δράσουν ρηξικέλευθα – να προβούν σε αντισυμβατικές πράξεις που θα παραγάγουν μια νέα πολιτική δυναμική, η οποία θα μεταβάλει θετικά για τη χώρα τις πεποιθήσεις των δανειστών μας.

Όταν πέρασες όλη σου τη ζωή σα βάτραχος πώς ξαφνικά θα γίνεις λιοντάρι; Μπορεί ο Βενιζέλος να γίνει Μπήβερμπρουκ και ο Παπανδρέου Τσόρτσιλ;

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2011

Η αμφιθυμία του πολιτικού συστήματος απέναντι στον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό



Σκέφτομαι συχνά τον Κωνσταντίνο Καραμανλή• όλο και πιο συχνά όσο περνάνε τα χρόνια. Σκέφτομαι πώς μακρο-αποφάσεις επηρεάζουν τη μικρο-ζωή μας, πώς η δημόσια πολιτική εισχωρεί στον προσωπικό βίο, πώς στρατηγικές επιλογές καθορίζουν την τροχιά εξέλιξης μιας κοινωνίας και των μελών της.
Ανήκω στην πρώτη γενιά της Ευρωπαϊκής Ελλάδας. Όσοι σπουδάσαμε σε ευρωπαϊκές χώρες τη δεκαετία του ΄80 το κάναμε επί ίσοις όροις με τους γηγενείς. Η ευρωπαϊκή επιρροή έχει καίρια αποτυπωθεί τόσο σε ατομικές επιλογές όσο και στο δημόσιο βίο. Δεν είναι μόνο ο πακτωλός οικονομικών ενισχύσεων από τις Βρυξέλλες, ούτε απλώς η ενίσχυση της διεθνοπολιτικής ισχύος της χώρας, αλλά και η σημαντική επιρροή της Ευρώπης στους θεσμούς μας. Σκεφτείτε: χωρίς την ΕΕ οι κυβερνήσεις μας θα έριχναν ακόμη δημόσιο χρήμα στον κρατικοεπιχειρηματικό πίθο των Δαναΐδων (τύπου Ολυμπιακής), θα εξακολουθούσαν να ενδιαφέρονται μόνο ρουσφετολογικά για το περιβάλλον, θα είχαμε ακόμη κρατικό μονοπώλιο στις τηλεπικοινωνίες.

Όπως μας θυμίζει ο ιστορικός Ιαν Κέρσοου, συχνά θεωρούμε, εκ των υστέρων, ότι οι ιστορικές εξελίξεις αναπόφευκτα θα είχαν την έκβαση που τελικά πήραν. Τριάντα χρόνια μετά, ίσως νομίζουμε ότι η ένταξή μας στην ΕΟΚ ήταν προεξοφλημένο γεγονός. Δεν ήταν. Οι σχετικές διαδικασίες μπορεί να ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του ’60, αλλά ήταν το οραματικό πείσμα του Καραμανλή που τις αξιοποίησε στην κατάλληλη συγκυρία. Σήμερα μπορεί οι Έλληνες να συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο θερμών υποστηρικτών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, το 1981 όμως δεν ήταν. Το ηγετικό ανάστημα του Καραμανλή φαίνεται από το γεγονός ότι δεν σύρθηκε πίσω από τη συγκυριακή κοινή γνώμη, αλλά, όπως παρατηρεί ο Θουκυδίδης, «αποτόλμησε και αντιλογία προς αυτή». Διέβλεψε καλύτερα από μας τις βαθύτερες ανάγκες μας, και αποφάσισε αναλόγως. Ευτυχώς!
Η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ υπαγορεύτηκε κυρίως από γεωπολιτικούς λόγους. Ο Καραμανλής οξυδερκώς διέγνωσε ότι σε μια μικρή, περιφερειακή χώρα της Ευρώπης, επιρρεπή σε πολιτικές εκτροπές, η πολιτική σταθερότητα, οικονομική ενδυνάμωση, και διεθνής αναβάθμιση θα ενισχύονταν με τη συμπερίληψή της στην πιο ισχυρή διεθνώς οικονομική-πολιτική ένωση. Αν αυτή η στρατηγική επιλογή του Καραμανλή πρόδιδε το ηγετικό ανάστημά του, η μετέπειτα διαχείριση της ευρωπαϊκής ιδιότητας της χώρας από το πολιτικό σύστημα κατέδειξε τη μικρότητά του. Μια κολοσσιαίας σημασία πολιτική πράξη προσαρμόστηκε στα μέτρα του εγχώριου πολιτικού παιχνιδιού.

Ουσιαστικά, το πολιτικό σύστημα, ιδιαίτερα τα κόμματα εξουσίας, αντιμετώπισε με αμφιθυμία το ευρωπαϊκό εγχείρημα. Από τη μια μεριά η Ευρώπη ήταν πηγή σημαντικών οικονομικών ενισχύσεων και, κατά τούτο, ευπρόσδεκτη. Τζάμπα χρήμα! Από την άλλη, όμως, στο μέτρο που η Ευρώπη αντιπροσώπευε τη θεσμική ευρυθμία, το ορθολογικά οργανωμένο κοινωνικό κράτος, και τον οικονομικό-πολιτισμικό φιλελευθερισμό, ήταν δυνητικά επικίνδυνη για ένα πολιτικό σύστημα που αντλούσε την εξουσία του από πελατειακά δίκτυα, σχέσεις διαπλοκής με ισχυρά ιδιωτικά συμφέροντα, την κομματικοποίηση του κράτους, τον κρατικό πατερναλισμό, και τον αχαλίνωτο λαϊκισμό. Ο εξευρωπαϊσμός της χώρας απειλούσε τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής της παραδοσιακής κομματικής ισχύος.

Το κόμματα εξουσίας ενσωμάτωσαν την ευρωπαϊκή ρητορική, όχι όμως απαραίτητα και τις αντίστοιχες πρακτικές. Αν και η χώρα επισήμως συμμετείχε πρόθυμα με την ψήφο της στη βαθμιαία μετάλλαξη της ΕΟΚ στην ΕΕ, εν τούτοις επιβράδυνε όσο μπορούσε τις συνακόλουθες διαρθρωτικές αλλαγές στο εσωτερικό της. Ο λόγος είναι ότι η διαδικασία του ευρωπαϊκού εκσυγχρονισμού διηθήθηκε από την παράλληλη διαδικασία εκπασοκισμού του πολιτικού συστήματος: από τη δεκαετία του ΄80 και μετά εντάθηκε ο λαϊκισμός και η κομματικοποίηση των θεσμών, διευρύνθηκε το πελατειακό φαινόμενο, θέριεψε η διαφθορά.

Το μοτίβο παρέμεινε σταθερό τα τελευταία τριάντα χρόνια: από τη μια μεριά υιοθετούμε τους «εξωτερικούς περιορισμούς» που θέτει η διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά, από την άλλη, χρονοτριβούμε, παλινωδούμε συστηματικά στην υλοποίησή τους, αναβάλλουμε επώδυνες αποφάσεις όσο μπορούμε• ελαστικοποιούμε ακόμα και τις πιο «σκληρές» οδηγίες της ΕΕ (βλ. Ολυμπιακή). Μεταξύ 1985-2000 η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των τριών χειρότερων χωρών της ΕΕ των 15 σε ότι αφορά τη μη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία!

Στη ρίζα αυτής της αμφίθυμης συμπεριφοράς υπάρχει το ελλαδικό παράδοξο: η πολιτική ελίτ θέλει και δεν θέλει να είμαστε την ΕΕ. Επιζητά τα (μακροχρόνια) οφέλη της συμμετοχής αλλά είναι απρόθυμη να καταβάλλει το (βραχυχρόνιο) κόστος• επιθυμεί τον ευρωπαϊκό εκσυγχρονισμό, αρκεί να μη θίξει τις δομές αναπαραγωγής της ισχύος της (δηλαδή τα πελατειακά δίκτυα, την κομματικοποίηση του κράτους, τον κρατισμό)• θέλει να αλλάξει (μελλοντικά) η χώρα δίχως όμως να αλλάξει το (παρόν) πολιτικό σύστημα. Αυτές οι ανταγωνιστικές επιθυμίες ωθούν την Ελλάδα να συγκλίνει μεν ονομαστικά με την ΕΕ, αλλά να ανθίσταται σε ότι αφορά στην υλοποίηση διαρθρωτικών αλλαγών που επηρεάζουν καθοριστικά τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος. Το αποτέλεσμα είναι σχιζοφρενικό: η γλώσσα της μεταρρύθμισης συνυπάρχει με τη διατήρηση της στασιμότητας, ο εξευρωπαϊσμός συμβιώνει με την πολιτικο-διοικητική φαυλότητα.

Τα κόμματα εξουσίας αναπαρήγαγαν το ίδιο μοτίβο αντιφατικότητας που διαπερνούσε τη χώρα: από τη μια μεριά συμμετείχαν ενεργά στις ιδεολογικά ομόλογες ομάδες του ευρωκοινοβουλίου, από την άλλη, όμως, παρέμειναν, αν και με διαφορετική μορφή, πελατειακοί και αρχηγικοί μηχανισμοί. Το γραφειοκρατικό-πελατειακό κόμμα αντικατέστησε τον προδικτατορικό κομματάρχη, η κομματικοποίηση του κράτους έγινε πλέον απροκάλυπτη, η αυτο-εξυπηρετική κουλτούρα της σύγκρουσης παρέμεινε. Σε αυτά προστέθηκε και η καινοφανής κρυπτο-κρατικοποίηση των κομμάτων: η οικονομική ενίσχυσή τους από τον κρατικό προϋπολογισμό, η οποία χρησιμοποιήθηκε όπως οι κοινοτικές επιδοτήσεις από το κράτος, δηλαδή σπαταλήθηκε, οδηγώντας τα κόμματα στην υπερχρέωση! Συν τω χρόνω, η κομματική δημοκρατία της μεταπολίτευσης μεταλλάχθηκε σε αυτο-εξυπηρετική κομματοκρατία.

Η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας σφραγίστηκε με την ένταξή της στην ΕΟΚ. Η στρατηγική επιλογή του Καραμανλή υπήρξε κολοσσιαίας σημασίας όχι μόνο για της εμπρόθετες συνέπειές της, όσο και για την απρόθετη δυναμική που περιέκλειε. Μπορεί η ενσωμάτωσή μας στην Ευρώπη να μη μας προσέδωσε βορειοευρωπαϊκό ψυχισμό, μας έδωσε όμως προοπτική. Κυρίως, θεσμοποίησε και νομιμοποίησε την πειθαρχημένη συγκρισιμότητα, η οποία λειτουργεί ως καταλύτης αλλαγής. Από το 1981 και μετά η Ευρώπη διεισδύει στο λόγο μας, διαπερνά τη δημόσια πολιτική, είναι το σταθερό σημείο αναφοράς και σύγκρισης στο δημόσιο βίο. Χωρίς την Ευρώπη δεν θα είχαμε αρχίσει καν το ταξίδι του μετασχηματισμού μας σε μια πραγματικά σύγχρονη χώρα. Και χωρίς την Ευρώπη ίσως να μη μπορέσουμε, κυριολεκτικά, να επιβιώσουμε. Χρωστάμε πολλά σε αυτόν που ξεκίνησε το ταξίδι - στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Ηγέτες της συμφοράς!



Πρόκειται για συμβολική σύμπτωση. Η δολοφονία ενός ανυποψίαστου οικογενειάρχη στο κέντρο της Αθήνας συνέπεσε με το ταξίδι του πρωθυπουργού στο Όσλο, προκειμένου να λάβει μέρος στο Συνέδριο Προοδευτικής Διακυβέρνησης. Μήπως επρόκειτο για κάποια θεσμική υποχρέωσή του; Όχι. Το συνέδριο διοργανώθηκε από ένα think tank και τα νορβηγικά συνδικάτα.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός κ.Θαπατέρο ακύρωσε τη συμμετοχή του. Ο άνθρωπος είχε μια σοβαρή οικονομική κρίση να διαχειρισθεί! Δεν θα μπορούσε ο πρωθυπουργός μας να δώσει ένα χρήσιμο ρόλο στον άεργο αντιπρόεδρό του, στέλνοντάς τον στο συνέδριο, εξοικονομώντας έτσι πολύτιμο χρόνο ο ίδιος; Αυτό έκανε ο Ιρλανδός πρωθυπουργός. Δεν αφήνεις το σπίτι σου όταν έχει πιάσει φωτιά.

Για ποιο θέμα μίλησε ο κ.Παπανδρέου; «Θέσεις εργασίας και ανάπτυξη στο μέλλον». Έχει κάποια ιδιαίτερη εμπειρία ή γνώση στο θέμα αυτό; Αμφιβάλλω, αν σκεφτούμε ότι, επί των ημερών του, η ανεργία έχει επισήμως εκτοξευθεί στο 16%, ενώ η οικονομία διέρχεται μια διαδικασία παρατεταμένου αργού θανάτου. Γιατί να θέλει να ακούσει κανείς τον πρωθυπουργό μιας χρεοκοπημένης χώρας να εκστομίζει πληκτικές κοινοτοπίες για τον «εξανθρωπισμό της παγκοσμιοποίησης»; Είναι τόσο ενδιαφέρον όσο να ακούς τον Καραμανλή να μιλά για «μεταρρυθμίσεις»!
Πως αντέδρασε ο πρωθυπουργός στη δολοφονία του ανυποψίαστου πολίτη και στο τεράστιο κύμα οργής για την εγκληματικότητα στο γκετοποιημένο αθηναϊκό κέντρο που προκάλεσε; Ανέγνωσε δήλωση στο υπουργικό συμβούλιο: «Δυστυχώς, είχαμε κι ένα τραγικό γεγονός χθες, τη δολοφονία στο κέντρο της Αθήνας ενός νέου οικογενειάρχη, που μας συγκλόνισε όλους. Και συνεχίζεται η έρευνα, για να βρεθούν οι υπεύθυνοι». Ναι, με τέτοια ένταση εκφράζει το «συγκλονισμό» του ο πρωθυπουργός! Το ίδιο παθιασμένα με τις ομιλίες του στη Βουλή. Ακόμα κι όταν τον βρίζει ο Τσίπρας, ανοίγει μεθοδικά τις σημειώσεις του να διαβάσει την απάντηση!
Πως αντιδρά ο πρωθυπουργός όταν οι υπουργοί του αμφισβητούν τον τρόπο που κυβερνά; «Αντιεξουσιαστικά», φυσικά! Απευθύνει εκκλήσεις για υπουργική «αλληλεγγύη»! Η πυγμή του είναι ευθέως ανάλογη του πάθους του! Και πως αντιδρούν οι υπουργοί του όταν δυσαρεστείται ο πρωθυπουργός με κάποιες δηλώσεις τους; Ανασκευάζοντάς τες, προτιμώντας την αυτογελοιοποίηση από την ηγετική ευθύτητα. Αποδίδουν τόση βαρύτητα στον πολιτικό λόγο τους όση και στις δηλώσεις εκλογικών δαπανών!
Υπογράμμισε ο κ.Βενιζέλος ότι «πρέπει να ανακτηθεί επειγόντως η ικανότητα της πολιτικής διεύθυνσης της χώρας». Η βολή κατά του πρωθυπουργού ήταν σαφής. Τη χώρα τη διευθύνει η κυβέρνηση, την οποία διευθύνει ο πρωθυπουργός. Μήπως, όμως, ο οξύνους κ.Βενιζέλος εννοούσε κάτι άλλο, βαθύτερο, που εμείς, επιφανειακά σκεπτόμενοι, χάσαμε; Μάλλον αυτό συνέβη, διότι ο κ.Βενιζέλος, διευκρίνισε ότι «η πολιτική διεύθυνση της χώρας δεν περιλαμβάνει μόνο την κυβέρνηση, αλλά και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τα συνδικάτα, την κοινωνία των πολιτών, τη δικαιοσύνη και την τοπική αυτοδιοίκηση». Ναι, τη χώρα τη διευθύνουμε όλοι μαζί, χύμα, όχι αυτοί που εκλέγουμε να τη διευθύνουν! Η οργουελική χρήση της γλώσσας - η κένωση των εννοιών από το συμβατικό νόημά τους – αποτελεί γενικό γνώρισμα των ανθρώπων του «συστήματος», το οποίο ο κ.Βενιζέλος ομολογουμένως τελειοποίησε. Ο άνθρωπος συγχέει την αυτοθαυμαστική ευφράδεια με το ηγετικό ανάστημα. Καλεί σε «εθνική συστράτευση», χωρίς να είναι διατεθειμένος να φέρει εις πέρας τον απαιτητικό ρόλο του «στρατηγού» - να μας εμπνεύσει με τη βάσει αρχών συμπεριφορά του. Αλλά πότε έμαθε αυτή την τέχνη για την ασκήσει τώρα;
Ζητά εμφατικά «συναίνεση» τις κρίσιμες αυτές στιγμές ο πρωθυπουργός. Υπερθεματίζοντας δε ο κ.Βενιζέλος διατείνεται με στόμφο ότι η «αντιπολίτευση έχει και την υποχρέωση συναίνεσης»! Ενδιαφέρον... Αν όμως η συναίνεση συνιστά αξία για τον κ.Παπανδρέου, γιατί δεν την πρόσφερε ούτε κατ’ ελάχιστον στον προκάτοχό του, όταν κι εκείνος τη ζητούσε επιμόνως το πρώτο εξάμηνο του 2009, ενόψει της επερχόμενης κρίσης; «Η συναίνεση», έλεγε τότε, «δεν χτίζεται […] σε πολιτικές που ζημιώνουν τον τόπο, ούτε μπορεί να ζητείται από ανθρώπους που δεν λειτούργησαν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον». Επεκτείνοντας την άποψη αυτή ο κ.Παπακωνσταντίνου έλεγε, τον Φεβρουάριο 2009, ότι «πρόκειται για άλλη μια προσπάθεια του πρωθυπουργού [Καραμανλή] να βρει συνενόχους στην καταστροφική πολιτική της κυβέρνησής του». Συναίνεση ίσον συνενοχή!
Σας θυμίζει κάτι αυτή η γλώσσα; Σωστά σκεφτήκατε τον κ.Σαμαρά. «Να συναινέσω σε τι;» αναρωτήθηκε, με προσποιητή μαχητικότητα, στην πρόσφατη ομιλία του στο Ζάππειο. «Σε αυτό που διαλύει τη χώρα μου; […] Ενότητα στο λάθος απαγορεύεται. Θα ήταν συνενοχή». Συναίνεση ίσον συνενοχή!
Αντιλαμβάνεστε το πρόβλημά μας; Τα δύο μεγάλα κόμματα χρησιμοποιούν το ίδιο λεξιλόγιο, με διαφορετικό πρόσημο. Μιλάνε για την εκάστοτε κυβέρνηση σα να είναι ξένη κυβέρνηση κατοχής, με την οποία δεν πρέπει ποτέ να συνεργαστούν! Βάση συναίνεσης θεωρούν μόνο τις απόψεις τους, τις οποίες δεν διαπραγματεύονται ποτέ! Η όλα ή τίποτα! Απορείτε που αυτό το μοτίβο αυτιστικής αδιαλλαξίας οδηγεί σε αυτο-εξυπηρετικές συμπεριφορές, και αναπαράγεται σε όλους τους τομείς του δημόσιου βίου; Αν η δημοκρατία είναι το κατ΄ εξοχήν πολίτευμα του λόγου, της θεσμοποιημένης συν-αναζήτησης, εμείς δυστυχώς είμαστε χρόνιοι μάρτυρες μιας κακοφωνίας ακοινώνητων μονολόγων.
Η χώρα καταρρέει μπροστά στα μάτια μας γιατί έχει την ατυχία να μη διαθέτει άξιους πολιτικούς ηγέτες. Άνθρωποι του «συστήματος», δίχως αίσθηση προτεραιοτήτων, με ιδεοληπτικές παρωπίδες, καιροσκόποι και ναρκισσιστές, ακόμα και τώρα, την εποχή της χρεοκοπίας, δεν μπορούν να υπερβούν τον εαυτό τους. Δεν έμαθαν ποτέ άλλες δεξιότητες, αυτό το παιχνίδι ξέρουν, αυτοί είναι. Και μας παρασύρουν στην καταστροφή…

Τρίτη 10 Μαΐου 2011

Νόμος είναι ό,τι τους εξυπηρετεί!



Γενεσιουργός αιτία πολλών προβλημάτων της χώρας είναι η κακή σχέση μας με το νόμο. Πολίτες και κυβερνήτες συχνά συμπεριφέρονται άνομα - είτε παρακάμπτουν, είτε παραβιάζουν, είτε προσαρμόζουν το νόμο στα μέτρα τους. Η ανομία όμως δεν αναπτύσσεται εν κενώ: θρέφεται (και) από την κακονομία. Ακόμα κι αν αγνοήσουμε περιπτώσεις «φωτογραφικών» νόμων, όταν οι νομοθέτες θεσπίζουν νόμους από τους οποίους λείπουν η τεχνική αρτιότητα, η αναλογικότητα, και η συμβατότητα με το ευρύτερο δικαιικό σύστημα, τότε παράγεται νομοθεσία κακής ποιότητας, η οποία απαξιώνει την έννοια του νόμου, ταλαιπωρεί τους πολίτες, ξεφτιλίζει τη χώρα, και τροφοδοτεί την ανομία.
Θέλετε ένα ενδεικτικό παράδειγμα; Δείτε την περίπτωση του διαβόητου νόμου 3037 για τα «φρουτάκια», ο οποίος ψηφίστηκε ομόφωνα (!) από τη Βουλή το 2002. Ο νόμος αυτός απαγόρευσε την εγκατάσταση και χρήση ηλεκτρομηχανικών και ηλεκτρονικών παιχνιδιών σε δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους, με εξαίρεση τα καζίνο. Προκειμένου να απαγορευτούν τα τυχερά παιχνίδια, απαγορεύτηκαν όλα!
Τι προκάλεσε μια τέτοια δρακόντεια νομοθεσία; Όπως μας θύμισε ο Π. Μανδραβέλης («Κ», 13/4/2011), ο νόμος 3037 ψηφίστηκε, κατόπιν πρωτοβουλίας του τότε υπουργού Οικονομικών κ.Χριστοδουλάκη, μετά από σκανδαλοθηρική τηλεοπτική εκπομπή, η οποία εμφάνισε προβεβλημένο βουλευτή του ΠΑΣΟΚ να παίζει «φρουτάκια». Η Βουλή ψήφισε υπό την πίεση του μιντιακού λαϊκισμού και του συνακόλουθου ηθικού πανικού. Οι νομοθέτες δεν πήραν σοβαρά τη γνωμοδότηση του Τμήματος Νομοτεχνικής Επεξεργασίας Σχεδίων και Προτάσεων Νόμων της Βουλής, η οποία εξέφρασε επιφυλάξεις τόσο για τη συνταγματικότητα του νόμου όσο και για τη συμβατότητά του με την κοινοτική νομοθεσία.
Διαβάζοντας τα σχετικά πρακτικά της Βουλής σε πιάνει απελπισία με την κενολογία και την ασυναρτησία των περισσότερων ομιλητών. Πλεονάζει η κενή ρητορεία, η πατερναλιστική ηθικολογία, τα σαθρά επιχειρήματα, τα non sequiturs. Αποκορύφωση είναι το καταγέλαστο συμπέρασμα του τότε υφυπουργού Οικονομικών κ.Φωτιάδη, ο οποίος, ενώ εμφανίζεται ρητορικά να συμμερίζεται τον προβληματισμό της γνωμοδότησης, τελικά τον απορρίπτει (!) διότι η σύγχρονη τεχνολογία δυνητικά καταργεί τη διάκριση «τυχερών» και «ψυχαγωγικών» παιχνιδιών, οπότε η απαγόρευση πρέπει να είναι καθολική! Σε απλά ελληνικά: παρακάμπτω το Σύνταγμα, αδιαφορώ για την κοινοτική νομοθεσία, εμένα με νοιάζει να θεσπίσω αυτό που εγώ θέλω! Ένα ακόμα δείγμα πολιτικού αυτισμού…
Ο νόμος 3037 προσεβλήθη από την Κομισιόν στο Δικαστήριο της ΕΕ, το οποίο έκρινε, το 2006, ότι παραβιάζεται η κοινοτική νομοθεσία. Στο μέτρο δε που η συμπεριφορά των «αρχόντων» αντανακλά την κυρίαρχη συμπεριφορά των «αρχομένων» (και αντιστρόφως), η Ελλάδα δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου και τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ! Η κακονομία και μας ξεφτιλίζει και μας κοστίζει...
Έμαθαν κάτι οι πολιτικοί μας από το φιάσκο; Ζητάτε πολλά, νομίζω…Σε πρόσφατη επιστολή του στην «Κ» (19/4/2011), ο κ.Χριστοδουλάκης υπερασπίζεται την τότε νομοθετική πρωτοβουλία του για τα «φρουτάκια». Τα επιχειρήματά του αποκαλύπτουν πόσο πατερναλιστικά λαϊκιστικό είναι, στον πυρήνα του, ακόμα και το πιο εκσυγχρονιστικό κομμάτι του πολιτικού συστήματος.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών διατείνεται ότι το πρόστιμο των 12 εκ. ευρώ άξιζε τον κόπο διότι απέτρεψε, λέει, 12 εκ. Έλληνες από το τζόγο! Προσέξτε τη φενακιστική συλλογιστική: εικάζει ατεκμηρίωτα ότι όλοι οι Έλληνες θα τζόγαραν και ότι όλοι απετράπησαν από το νόμο του! Κατασκευάζει ρητορικά, δεν συνάγει λογικά, το συμπέρασμα που έχει προεπιλέξει! Ισχυρίζεται εμμέσως ότι ο νομοθέτης πρέπει να συμμορφώνεται με το «λαϊκό αίσθημα» (ο.π.), έστω κι αν αυτό συγκρούεται με την ευρύτερη έννομη τάξη. Λέει κάτι διαφορετικό ο Ψωμιάδης, ο Καρατζαφέρης και η Παπαρήγα; Ο πυρήνας του λαϊκισμού, σε όλες τις αποχρώσεις του, είναι ο ίδιος: «ένας είναι ο θεσμός, ο κυρίαρχος λαός»! Όπως τα νήπια, όμως, ο μυθοποιημένος «λαός» χρειάζεται καθοδήγηση από τους αυτοδιορισμένους κηδεμόνες του, οι οποίοι, όπως ο κ.Χριστοδουλάκης, αποφασίζουν ακόμη και που θα διασκεδάσει («οι ενήλικοι παίκτες μπορούν να εκτονωθούν αλλού», ο.π.).
Υποστηρίζει ο πρώην υπουργός ότι, όπως οι περισσότεροι νόμοι, ο συγκεκριμένος νόμος δεν εφαρμόστηκε τέλεια, χωρίς αυτό να μειώνει τη χρησιμότητά του. Προσέξτε: σαν την αλεπού με την κομμένη ουρά, η ενδεχόμενη νομική κακοτεχνία ανάγεται σε καθολική αρχή! Το πρόβλημα όμως με το νόμο 3037 είναι ότι ήταν εξ υπαρχής θνησιγενής – ήταν αντισυνταγματικός και ασύμβατος με την κοινοτική νομοθεσία. Ακόμα κι αν η εφαρμογή του ήταν τέλεια, πάλι θα κατέπιπτε στα δικαστήρια. Βουλευτές και υπουργοί είχαν αρμοδίως προειδοποιηθεί. Δεν έδωσαν σημασία.
Εννιά χρόνια αργότερα, διαβάζοντας την επιστολή του κ.Χριστοδουλάκη, καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί: ακόμα και διακεκριμένοι εκσυγχρονιστές πολιτικοί δεν μπορούν να απαλλαγούν από το σύνδρομο του βαλκάνιου πολιτικάντη. Ενδίδουν στον πειρασμό να νομοθετούν όχι τόσο με αφετηρία το σεβασμό στην έννομη τάξη, όσο με γνώμονα τις λαϊκιστικές, φατριαστικές ή ιδεοληπτικές τους επιδιώξεις. Και φυσικά δεν διανοούνται να αναστοχαστούν τις πρακτικές τους! Με τέτοια νοοτροπία «λογικό» δεν είναι οι βουλευτές μας να διορίζουν τους «κολλητούς» τους στη Βουλή ή να αυτο- και ετερο-απαλλάσσονται από αδικήματα που φέρονται να διαπράττουν; Πρόσφατα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου καταδίκασε τη χώρα με πρόστιμο 19000 ευρώ γιατί η αυτιστική συντεχνία των βουλευτών μας αρνήθηκε να άρει τη βουλευτική ασυλία της κ.Αποστολάκη, εμποδίζοντας έτσι τον πρώην σύζυγό της να προσφύγει δικαστικώς εναντίον της για οικογενειακή τους διαφορά!
Νόμος είναι ό,τι τους εξυπηρετεί. Τις συνέπειες τις πληρώνουν άλλοι!