Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Η ηθική της ευθύνης


Μέσα στις αναθυμιάσεις που αναδίδει η σήψη του πολιτικού συστήματος, ευτυχώς υπάρχουν πολιτικοί που μας εκπλήσσουν ευχάριστα. Με το αναζωογονητικά τολμηρό άρθρο της στην «Καθημερινή» (16/1/2011), η βουλευτής Δράμας του ΠΑΣΟΚ κυρία Χαρά Κεφαλίδου απηύθυνε έκκληση στους συναδέλφους της να αρθούν πάνω από τις αντιλήψεις της «συντεχνίας» τους, να «περιορίσουν τα προνόμιά» τους. Θα λυθεί έτσι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας; Όχι, βέβαια. Το ζητούμενο είναι άλλο, συμβολικό: να ανακτήσουν οι βουλευτές την αξιοπιστία τους. Πώς; Τιμώντας την ηγετική διάσταση του ρόλου τους: «Όταν ζητάμε από τους άλλους να ξεβολευτούν, πρέπει πρώτα να ξεβολευτούμε εμείς οι ίδιοι», γράφει η βουλευτής Δράμας. «Αν δεν εμπνεύσουμε τους πολίτες δεν έχουμε μέλλον. Αλλά για να εμπνεύσουμε πρέπει να ταυτιστούμε μαζί τους. Διαμορφώνουμε νοοτροπίες όχι με τα λόγια αλλά με τα έργα μας».
Συγκρίνετε το ήθος που εκπέμπει ο λόγος αυτός με τις αυτοεξυπηρετικές πρακτικές των κομματανθρώπων του πολιτικού συστήματος, και θα δείτε τη διαφορά. Ιδού μερικά, τυχαία, παραδείγματα.
Πρόσφατα, οι εθνοπατέρες μας αποφάσισαν για πολλοστή φορά να μην αρθεί η ασυλία τεσσάρων βουλευτών που κατηγορούνται για παραβάσεις του ποινικού δικαίου (π.χ. παράνομη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, παράνομη εκχώρηση άδειας για άσκηση επαγγέλματος, κλπ)! Ο κ. Μ. Παπαϊωάννου, παμπάλαιο στέλεχος της «πράσινης» νομενκλατούρας, αντιτάχθηκε πέρυσι στη δημοσιοποίηση των βουλευτικών δηλώσεων «πόθεν έσχες» στο Διαδίκτυο, διότι «δεν βοηθάει σε τίποτα. Ίσως δώσει τροφή και σε ορισμένους που στοχοποιούν κάποιους βουλευτές»! Η αντιπρόεδρος της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού κυρία Τσούνη, ανέφερε πέρυσι στην Επιτροπή Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (!) της Βουλής ότι υπουργοί και βουλευτές απασχολούν ανασφάλιστο προσωπικό για οικιακές εργασίες. Ο πρόεδρος της βαρύγδουπης επιτροπής κ. Β. Οικονόμου αντέδρασε ακαριαία: «Φτάσαμε στο σημείο», είπε οργισμένος, «ο καθένας να λέει κάτι για να κερδίσει ένα δευτερόλεπτο δημοσιότητας. Αν έχει λίγο τσίπα, ας φέρει (στοιχεία η κυρία Τσούνη)». Μάλιστα… Αντί να ρωτήσει την καταγγέλλουσα, πώς θα μπορούσε η Επιτροπή να τη βοηθήσει για να φέρει στο φως τα σχετικά στοιχεία, ο πρόεδρός της, σαν σταλινικός γραφειοκράτης σε σοβιετική δίκη, ανάγκασε τη φοβισμένη καθαρίστρια να ζητήσει «συγγνώμη»! Απλή λεπτομέρεια: ο «σοσιαλιστής» κ. Β. Οικονόμου κέρδισε τον περασμένο Μάιο τη δημοσιότητα που δικαιούται, αντιτιθέμενος σθεναρά στο «κατοχικό» Μνημόνιο! Το «λαό» αξίζει να τον υπερασπίζεσαι μόνο όταν είναι αφηρημένη έννοια… 
Ο λόγος οποιουδήποτε ασκεί δημόσια εξουσία αποκτά ηγετική αξιοπιστία όταν αποσπά την εμπιστοσύνη μας. Πώς γίνεται αυτό; Όταν αυτός που τον εκφέρει αίρεται πάνω από τον ορίζοντα των ιδιοτελών συμφερόντων - είτε δικών του, είτε της συλλογικής οντότητας στην οποία μετέχει· όταν, δηλαδή, αντιμετωπίζει συμβάντα που δοκιμάζουν τις καταστατικές αξίες της συλλογικότητας όχι  καιροσκοπικά, ούτε συντεχνιακά, αλλά αυτοκριτικά, αναγόμενος σε αυτές τις αξίες. Η στρατηγική αυτή κερδίζει την εμπιστοσύνη μας στο μέτρο που ο ενεργών ηγετικά ακολουθεί το δύσκολο δρόμο: διακινδυνεύει κάτι πολύτιμο (π.χ. το βραχυπρόθεσμο κύρος της συλλογικότητας)· υπάγει τη συμπεριφορά του σε γενικές αρχές, αυτοπεριορίζεται. Βουλευτές-statesmen δείχνουν να το κατανοούν αυτό· βουλευτές-κομματάνθρωποι είναι παντελώς ανυποψίαστοι: αγωνιούν πρωτίστως για τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής της εξουσίας τους.
Δεν είναι πολλά και ίσως εξαερώνονται στην εμετική οσμή που αναδίδει ο βόρβορος της διαφθοράς, αλλά παραδείγματα αναζωογονητικών ηγετικών πρωτοβουλιών συναντούμε και σε άλλους χώρους, εκτός της πολιτικής. Πέρυσι, λ.χ., οι γιατροί του ΕΣΥ Λακωνίας, με ομόφωνη απόφαση του συλλόγου τους, ανάρτησαν αφίσες στο νοσοκομείο της Σπάρτης με κεντρικό μήνυμα: «Εάν σου ζητήσουν φακελάκι, δώσε ένα άδειο! Βοήθησε να απαλλαγούμε από τη διαφθορά. Μη συμμετέχεις».
Τι εύστοχη πρωτοβουλία! Κάποιοι επαγγελματίες είναι υπερήφανοι για τη δουλειά τους και θέλουν να την προστατεύσουν. Υπερασπίζοντας την υπόληψή τους, υπερασπίζονται τις αξίες του επαγγέλματός τους. Δεν κάνουν εθιμοτυπικές εκκλήσεις στην πολιτεία να θεσπιστούν νόμοι, να επέμβει δηλαδή κάποιος άλλος· αναλαμβάνουν οι ίδιοι την πρωτοβουλία να αυτοαστυνομευθούν, να χωρίσει η ήρα από το στάρι.. Οι μακροχρόνιες αξίες που διέπουν το επάγγελμά τους είναι σημαντικότερες από το είδωλο της «καλής εικόνας» που κοινωνικά τους αποδίδεται. Η εικόνα είναι πραγματικά καλή όταν, όπως παρατηρεί ο Ανταμ Σμιθ, ο επαγγελματίας διεκπεραιώνει με «ευπρέπεια» το ρόλο του, όταν δηλαδή το «πάθος» του συμπίπτει με το «πάθος» που θα είχε ένας «αμερόληπτος θεατής» αν ήταν στη θέση του.  Τότε, ο ορίζοντας ενός επαγγελματία δεν εξαντλείται στον ορίζοντα των ιδιοτελών συμφερόντων του, αλλά συναντά το ευρύτερο «κοινό αίσθημα». Όσο ο επαγγελματίας παγιδεύεται στο κοινωνικώς κατασκευασμένο είδωλο του ρόλου του, τόσο συρρικνώνεται ο ηθικός του ορίζοντας.
Η ηθική της ευθύνης απελευθερώνει. Ενισχύει την αυτοεκτίμηση των εμπλεκομένων («κερδίζουμε πρόσωπο», λέει η κυρία Κεφαλίδου), προστατεύει εμπράκτως τις αξίες της συλλογικής οντότητας, προσδίδει αξιοπιστία στα μέλη της. Η ηθική της ευθύνης είναι αλλοκεντρική, μάχεται την αδιαφορία και το ναρκισσισμό, διατηρεί σε ετοιμότητα τα ηθικά ανακλαστικά του φορέα της. Φυσικά, κοστίζει – σε ανέσεις, ισχύ, ησυχία. Αν σας προβληματίζει γιατί δεν βλέπουμε περισσότερα δείγματα αυτής της ηθικής στο δημόσιο βίο, σκεφτείτε ότι η «ευπρέπεια» απαιτεί ενέργεια για την καλλιέργειά της – αίσθηση κοινότητας, υποδειγματικές ηγετικές πρωτοβουλίες, κίνητρα και κυρώσεις, εγρήγορση· το ιδιοτελές συμφέρον, αντιθέτως, είναι αυτοφυές! 

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Οι «κοπρίτες» χρειάζονται «κοπρίτες»!


Η αμετροεπής ελευθεροστομία του ενδέχεται να εκληφθεί ως παρρησία. Δεν είναι. Ο παρρησιαστής λέει τα πάντα (παν-ρήμα) και αντιπαρατίθεται σε κυρίαρχες αντιλήψεις, διακινδυνεύοντας κάτι πολύτιμο με τον τολμηρό λόγο του· όχι απαραίτητα τη ζωή του, ή την ελευθερία του, αλλά τη σταδιοδρομία του, τις ανέσεις του. Είναι αμφίβολο τι από όλα αυτά χαρακτηρίζει τον Θ. Πάγκαλο.

Διακεκριμένο μέλος του παρακμιακού κατεστημένου που χρεοκόπησε τη χώρα, εκφράζει επιλεκτικώς καυστικά αυτά που πολλοί συζητούν ιδιωτικά. Διανθίζοντας τον πολιτικό του λόγο με χολερικούς χαρακτηρισμούς, ο κ.Πάγκαλος συνδέει τον θεσμικό (και γι αυτό αναγκαστικά αφηρημένο)  λόγο των πολιτικών με τον βιόκοσμο του νεοέλληνα, για τον οποίο η πολιτική δεν είναι τόσο γενικές αρχές, όσο εμπρόσωπες συμπεριφορές. Η γλώσσα του συνήθως διαθέτει τη ζωντάνια του ανθρώπου των καφενείων, επιλεκτικά στηλιτεύοντας στρεβλώσεις, ταμπού και πολιτικές ασημαντότητες του δημόσιου βίου,  αλλά διαπερνάται και από τον αφοριστικό ισοπεδωτισμό, την έλλειψη αναλυτικότητας, και, κυρίως, την απουσία αναστοχαστικότητας που διακρίνει τον καφενειακό λόγο.

Αυτό που ο κ.Πάγκαλος δείχνει να απολαμβάνει περισσότερο δεν είναι τόσο η ικανοποίηση που παρέχει η αποτελεσματικότητα του κυβερνήτη, όσο η προσοχή που προσελκύει ο ναρκισσιστής θορυβοποιός. Είναι υπουργός, αλλά συμπεριφέρεται κυρίως σαν αυτάρεσκος τηλεσχολιαστής. Η πείρα που η βιολογική γήρανση επισωρεύει, του προσέδωσε λιγότερο φρόνηση και αυτογνωσία και περισσότερο γεροντική έλλειψη ανεκτικότητας και επηρμένη αυταρέσκεια. Σίγουρα γνωρίζει ότι η διακυβέρνηση, για να είναι αποτελεσματική, απαιτεί στρατηγική και αθόρυβη μεθοδικότητα, αλλά αυτή η εγκεφαλική γνώση σπάνια μετατρέπεται σε βιωμένη πράξη. Ο κ.Πάγκαλος ζει για το θόρυβο (χειροκρότημα ή αποδοκιμασία αδιάφορο), το θυμικό ξέσπασμα, όχι την πλήξη της προσήλωσης στο στόχο που διακρίνει το συνετό κυβερνήτη.

Δεν είναι γνωστό από πού αντλεί την έπαρση που αποπνέει ο λόγος του και η σωματική του παρουσία. Μήπως από τον εθνικά επωφελή χειρισμό κρίσιμων θεμάτων, όπως οι S300, η κρίση στα Ίμια ή το φιάσκο Οτσαλάν; Για ποιες σημαντικές πολιτικές επιτυχίες μπορεί να υπερηφανεύεται; Στη δημιουργία ποιών θεσμών που έκαναν το δημόσιο βίο καλύτερο καθοριστικά συνέβαλε; Στο πρόσφατο βιβλίο του ομολογεί ότι το πρόγραμμα εξυγίανσης της Ολυμπιακής που διαπραγματεύτηκε με την ΕΕ ως υπουργός Μεταφορών δεν εφαρμόστηκε ποτέ!  

Ο ναρκισσισμός του δεν του επιτρέπει να δει ότι, σε τελική ανάλυση, είναι κι αυτός ένα ακόμη δείγμα του θλιβερού ελλαδικού πολιτικαντισμού: πολλά λόγια και λίγα έργα· ο υπουργός που αστόχαστα θορυβεί αλλά δεν επιλύει προβλήματα· ο πολιτικός που σχολιάζει τα πολιτικά δρώμενα ως παρατηρητής, αντί να τα συν-διαμορφώνει αναστοχαστικά ως συμμέτοχος. Αυτό που, τελικά, προσδίδει συνοχή στις ανερμάτιστες εκρήξεις, τις ηχηρές σιωπές ή τις κυνικές σοφιστείες του κ.Πάγκαλου, είναι κάτι πολύ πεζό: η ναρκισσιστική απόλαυση της δημοσιότητας και η επιθυμία του να έχει διηνεκώς πρωταγωνιστικό ρόλο στον κομματικό-κυβερνητικό «πράσινο» θίασο.       
Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, στη δεκαετία του 1980, κομματικοποιούσε ασύστολα το κράτος, ανεχόταν την κλεπτοκρατία, και εξαγόραζε πολιτική πελατεία με δανεικά, δεν καταγράφηκε ο αντιρρητικός λόγος του κ.Πάγκαλου. Το 2001 αντιτάχθηκε καιροσκοπικά στην τολμηρή μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού από την κυβέρνηση Σημίτη, για να καταπιεί αδιαμαρτύρητα τις πολύ αγριότερες σχετικές αλλαγές της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατ’ επιταγή των δανειστών μας. Πριν το 2004 διακήρυσσε ότι ο Παπανδρέου Γ’ δεν ήταν κατάλληλος για αρχηγός του κόμματός του και απειλούσε με αποχώρηση σε περίπτωση που εκλεγόταν. Σήμερα είναι αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του! Όταν ο  Τσοχατζόπουλος και οι όμοιοί του στο ΠΑΣΟΚ πλούτιζαν την εποχή της παντοδυναμίας τους, ο λαλίστατος κ.Πάγκαλος είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Όταν ο Τσουκάτος ομολόγησε ότι πήρε 1 εκ. μάρκα από τη  Siemens και τα μετέφερε στο ΠΑΣΟΚ, ο σοφιστής κ.Πάγκαλος απεφάνθη ότι αυτή η πράξη «δεν ήταν παράνομη» και, σαν Πόντιος Πιλάτος, εξέφρασε την αδυναμία του ποιόν να πιστέψει – τον Τσουκάτο ή τον ταμία του κόμματός του! Τις πολιτικές «χορηγίες» της Siemens από τα μαύρα ταμεία της τις απενοχοποίησε κυνικά ως «έξοδα παραστάσεως» μιας ανώνυμης εταιρίας!       
Το τελευταίο πυροτέχνημα του κ.Πάγκαλου είναι οι «κοπρίτες», που πολιτικοί σαν κι αυτόν συστηματικά διόριζαν στο Δημόσιο! Ομολογεί τη συμμετοχή του σε ένα διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας και, ενώ η αναμενόμενη συνέπεια της παραδοχής του θα ήταν η παραίτηση από το δημόσιο αξίωμά του, μέμφεται αυτοαπαλλακτικά τους «διεφθαρμένους πολίτες»! Δεν βλέπει ότι η «κόπρος» που η κυβέρνησή του σήμερα πασχίζει να καθαρίσει παρήχθη και από το ίδιο του το κόμμα. Οι «κοπρίτες» διορίζονταν στο Δημόσιο από ένα φαύλο πολιτικό σύστημα, του οποίου κύριο έργο ήταν να λειτουργεί ως κοπρομηχανή: να κατασκευάζει «κοπρίτες» με την, μέσω κομματικοποίησης και συνδικαλιστικής παραδιοίκησης, παράκαμψη επαγγελματικών κριτηρίων και την αλλοίωση κινήτρων και κυρώσεων. Οι «κοπρίτες» χρειάζονται «κοπρίτες»!
Ως ευφυής άνθρωπος ο κ.Πάγκαλος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι, σε μια πρακτική τέχνη όπως η πολιτική, η αλήθεια ενός ισχυρισμού δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενό του αλλά και από την «πίστη» που απολαμβάνει ο ομιλητής. Όπως δεν θα εμπιστευόμασταν τον Αλ Καπόνε αν επέκρινε την αστυνομία του Σικάγο για υπαρκτή διαφθορά, έτσι δυσπιστούμε σε έναν πρωταγωνιστή του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που εγκαλεί τώρα τους «πελάτες» του για φαυλότητα! Η αλήθεια τσαλακώνεται όταν εκφέρεται από λάθος χείλη. Αν η «α-λήθεια» είναι η απουσία της λήθης, δυστυχώς για το ναρκισσιστή θορυβοποιό ακόμη θυμόμαστε… 

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2010

Ο δήμος ως όχλος



«Ο λόγος είναι ένα φρούριο κατά της κτηνωδίας. Όταν δεν ξέρουμε, όταν δεν μπορούμε να εκφραστούμε, όταν ο λόγος δεν είναι επαρκής και αρκετά επεξεργασμένος επειδή η σκέψη είναι ασαφής και μπερδεμένη, δεν απομένουν παρά οι γροθιές, τα χτυπήματα, η άξεστη, βλακώδης, τυφλή βία»
ΖΑΚΛΙΝ ΝΤΕ ΡΟΜΙΓΥ

Η εικόνα του αιμόφυρτου βουλευτή, πρώην υπουργού Κωστή Χατζηδάκη εν μέσω του μαινόμενου όχλου ήταν συγκλονιστική. Όπως στην περίπτωση του σαδιστικού ξυλοδαρμού του Κύπριου φοιτητή Αυγουστίνου Δημητρίου από αστυνομικούς στη Θεσσαλονίκη το 2006, τα τηλεοπτικά  πλάνα μας μετέφεραν την ανατριχιαστική ωμότητα του επεισοδίου. Στην επίθεση κατά του κ.Χατζηδάκη, η τηλεοπτική εικόνα αποτύπωσε τη θλιβερή έκπτωση του πολίτη σε τραμπούκο, του διαδηλωτή σε ταραξία, του δήμου σε όχλο.

Το φαινόμενο της, κυμαινόμενης σε ένταση, οχλοκρατικής βίας δεν είναι καινούριο: έχουμε συνηθίσει την ύπαρξή του σε επιμέρους θεσμούς (π.χ. πανεπιστήμια) και σε διαδηλώσεις. Το σημαντικότερο: η οχλοκρατική βία δεν είναι ένα περαστικό φαινόμενο. Στο μέτρο που οι θεσμοί της οργανωμένης κοινωνίας δεν λειτουργούν με συστηματικά έλλογο τρόπο, η οχλοκρατική βία τείνει να εμφανίζεται ως ένα υποκατάστατο. Ιδού γιατί.

Στο κλασικό βιβλίο «Έξοδος, Φωνή και Αφοσίωση», ο Αμερικανός οικονομολόγος Αλμπερτ Χίρσμαν ερμηνεύει τους τρόπους με τους οποίους τα άτομα αντιδρούν στην πτώση της ποιότητας των αγαθών που λαμβάνουν, είτε από ιδιωτικούς είτε από δημόσιους οργανισμούς. Όταν είναι δυσαρεστημένα, τα άτομα είτε εγκαταλείπουν τον οργανισμό («έξοδος»), είτε διατυπώνουν την κριτική τους σε αυτόν («φωνή»). Το κλασικό παράδειγμα είναι η έξοδος από τη δημόσια, και η στροφή στην ιδιωτική, εκπαίδευση από τους εύπορους πολίτες που είναι δυσαρεστημένοι με την ποιότητα των δημόσιων σχολείων. 

Η «έξοδος» είναι εφικτή, στο μέτρο που υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις. Όταν αυτές είναι ανύπαρκτες, η «φωνή» – η διατύπωση, δηλαδή, κριτικής – είναι η κύρια μέθοδος έκφρασης της δυσαρέσκειας. Σε γενικές γραμμές, η δυνατότητα «εξόδου» αποδυναμώνει τη «φωνή» - η «έξοδος» είναι η εύκολη λύση, η «φωνή» προϋποθέτει εμπλοκή, με αβέβαιο αποτέλεσμα Στο μέτρο, όμως, που τα άτομα είναι συναισθηματικώς συνδεδεμένα με έναν οργανισμό («αφοσίωση»), το κόστος «εξόδου» μεγαλώνει, και η δυνατότητα χρήσης της «φωνής» ενισχύεται.

Στην πολιτική, όταν οι πολίτες είναι δυσαρεστημένοι, συνήθως εγκαταλείπουν ένα κόμμα και στρέφονται σε ένα άλλο, εκτός κι αν είναι μέλη ή φίλοι (δείχνουν, δηλαδή, «αφοσίωση»), οπότε χρησιμοποιούν τη «φωνή» τους. Όταν όμως το πολιτικό σύστημα έχει απαξιωθεί συνολικά, όπως εμφατικά έχει συμβεί στη χώρα μας, η «φωνή» εμφανίζεται ως μάταιη επιλογή («δεν ακούει κανείς, στην Ελλάδα ζεις…»), ενώ η «έξοδος», στο μέτρο που δεν υπάρχουν αξιόπιστες εναλλακτικές λύσεις, εκφράζεται ως ιδιώτευση (στην καλύτερη περίπτωση) ή ως οχλοκρατική βία (στη χειρότερη). Η τάση προς τέτοιες μη έλλογες μορφές «εξόδου» ενισχύεται από τη δυσπιστία που ιστορικά περιβάλλει τους ελλαδικούς θεσμούς και, αναφορικά με τη βία, την ύπαρξη καχεκτικών μηχανισμών επιβολής κυρώσεων.

Να το πω απλά, έστω με κίνδυνο να γίνω απλουστευτικός: όταν αισθάνεσαι ότι ζεις στη χώρα της μίζας, όταν δεν εμπιστεύεσαι κανέναν, όταν η ανομία σε περιβάλλει, όταν νοιώθεις ότι δεν αποδίδεται δικαιοσύνη, ότι από παντού σου τα παίρνουν, ότι διαχρονικά σε κυβερνούν εν πολλοίς ανίκανοι, φαιδροί, και όχι σπάνια διεφθαρμένοι πολιτικάντηδες, όταν, εν ολίγοις, βιώνεις την καθολική απαξίωση των θεσμών της χώρας σου, υφίστασαι στο πετσί σου τα αποτελέσματα αυτής της απαξίωσης (διάβαζε: τη χρεοκοπία), και δεν βλέπεις από πουθενά ελπίδα, σε κυριεύουν συναισθήματα οργής και ματαιότητας, η «φωνή» σου χάνεται· ο λόγος σου γίνεται χονδροειδής, αστόχαστος, σχεδόν άναρθρος. Τι απομένει; Το πρωτόγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης και ο ανεπεξέργαστος θυμός που ωθούν, απρόβλεπτα, στην «άξεστη, βλακώδη, τυφλή βία»· «εξέρχεσαι», τότε, έστω και ανεπαίσθητα, από την έλλογη κοινωνικότητα.

Όπως έχει διεισδυτικά παρατηρήσει η Αμερικανίδα φιλόσοφος Μάρθα Νουσμπάουμ με αναφορά στην «Εκάβη» του Ευριπίδη, απαραίτητος όρος για τη συγκρότησή μας ως έλλογα όντα είναι η μετοχή σε έναν στοιχειωδώς λειτουργικό «κοινό λόγο», η ύπαρξη ενός βασικού υποστρώματος κοινωνικής εμπιστοσύνης, διαφορετικά κινδυνεύουμε να εκπέσουμε σε κτηνώδη κατάσταση, όπως η Εκάβη όταν διαπιστώνει τον θάνατο του γιού της Πολύδωρου από τον βασιλιά και φίλο της Πολυμήστορα, στον οποίο είχε εμπιστευθεί τη φύλαξή του. Στερημένη την πόλη της, τον πλούτο της, και τώρα το μονάκριβο γιό της, η Εκάβη καταρρέει ηθικά, αποκτηνώνεται, ζητά εκδίκηση. Σκοτώνει τον Πολυμήστορα και τυφλώνει τα δύο του παιδιά. Η εκδίκηση την αναζωογονεί.

Η ηθική μας συγκρότηση, παρατηρεί εύστοχα η Νουσμπάουμ, δεν αποτελεί τόσο ένα ατομικό κατόρθωμα, όσο ένα κοινωνικό επίτευγμα – προϋποθέτει στοιχειώδεις σχέσεις εμπιστοσύνης και κοινωνικής λειτουργικότητας. Όταν το αίσθημα δικαιοσύνης καταπατείται και η εμπιστοσύνη σε πρόσωπα και θεσμούς θρυμματίζεται, διαβρώνεται ο «κοινός λόγος» που άρρητα διαπερνά την έλλογη συλλογικότητα και καταστρέφεται η κοινωνική βάση που απαραίτητα συγκροτεί την υπόστασή μας ως έλλογα-ηθικά όντα· ο δήμος εκπίπτει σε όχλο, ο πολίτης σε τραμπούκο.        

Εν κατακλείδι, η οχλοποίηση του δήμου παράγεται από συγκεκριμένες κοινωνικές διεργασίες μέσω των οποίων η πολιτική αλλοτριώνεται σε διεφθαρμένο ή ιδιοτελή πολιτικαντισμό και η κομματική-συντεχνιακή-κλικαδόρικη ιδιοτέλεια εκτοπίζει τον «κοινό λόγο» των θεσμών.  Η «άξεστη βία» θρέφεται αφενός μεν από αυτο-εξυπηρετικές πρακτικές που συστηματικά εκφυλίζουν την πολιτική κοινότητα, αφετέρου δε από την απουσία εμπνευσμένης ηγεσίας ικανής να αρθρώσει αξιόπιστα την εναλλακτική «φωνή». Η οχλοκρατική βία είναι η άλλη όψη της φαυλοκρατίας.

Δευτέρα 20 Δεκεμβρίου 2010

Το επιστολόχαρτο


Συζητούσαμε για το πρόσφατο βιβλίο του «Μικρές ιστορίες …μακράς πορείας» (Λιβάνης), μια γλαφυρή περιγραφή  της παθολογίας των ελλαδικών θεσμών. Έλεγα στο συνομιλητή μου, τον καθηγητή της Ιατρικής Χ. Μουτσόπουλο, πόση εντύπωση μου έκαναν οι ιστορίες διαπλοκής πολιτικών και καθηγητών πανεπιστημίου που περιγράφει στο βιβλίο. «Στην Ελλάδα θεωρείται αυτονόητη η πέραν του νόμου αμοιβαία «εξυπηρέτηση» μελών των ελίτ που διοικούν τους θεσμούς της χώρας», παρατήρησε. «Πολλοί ιθύνοντες έχουν σουλτανική νοοτροπία. Το βλέπω διαρκώς…».  

Σιώπησε για λίγο. «Θες να ακούσεις μια ακόμα ιστορία;», ρώτησε. «Αν κερνάς καφέ, ευχαρίστως», απάντησα. «Πριν από λίγο καιρό, η γραμματέας μου, μειδιώντας, μου έδωσε ένα φάκελο. Της τον είχε δώσει την προηγούμενη μέρα κάποιος δικηγόρος. Ο φάκελος περιείχε δύο επαγγελματικές κάρτες – μια του δικηγόρου και μια ενός ανώτερου δικαστικού λειτουργού που γνώριζα από παλιά. Στο συνοδευτικό επιστολόχαρτο ξεχώριζαν το όνομα και ο τίτλος του δικαστικού λειτουργού. Διστάζω να το αποκαλέσω επιστολή γιατί το περιεχόμενό της δεν περιείχε κάποιο κείμενο, αλλά το όνομα του αποδέκτη (το δικό μου), το όνομα κάποιας πτυχιούχου η οποία ενδιαφερόταν για κατατακτήριες εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή, το όνομα του πανεπιστημίου και του προέδρου της Ιατρικής Σχολής του, καθώς και τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής…».

«Δηλαδή δεν υπήρχε καθόλου κείμενο;», τον διέκοψα. «Όχι δεν υπήρχε, ήταν όπως σου το λέω – μια παράθεση ονομάτων και ιδιοτήτων». «Μα τότε γιατί σου τόστειλε;», επανήλθα. «Δεν καταλαβαίνεις…Εμμέσως, ο δικαστικός λειτουργός  ζητούσε την  παρέμβασή μου ώστε η εκλεκτή του να εισαχθεί στην Ιατρική Σχολή. Θεώρησε το αίτημά του τόσο αυτονόητο, ώστε δεν χρειάστηκε καν να το διατυπώσει, ούτε φυσικά να το τεκμηριώσει».

Ρούφηξε μια γουλιά καφέ και συνέχισε. «Ξέρεις τι με ενόχλησε περισσότερο; Πρώτα απ’ όλα η υποκρισία. Θα περίμενα από έναν ανώτερο λειτουργό της Δικαιοσύνης να υπηρετεί το κράτος δικαίου με μεγαλύτερη συνέπεια· να εναρμονίζει τη συμπεριφορά του με αυτά που ex officio κηρύττει, να συμπεριφέρεται παραδειγματικά… Με προσέβαλλε το θράσος του. Θεώρησε αυτονόητο πως είμαι κι εγώ ένας  ακόμη κρίκος της διαπλοκής που ανθεί στα Πανεπιστήμιά μας· θεώρησε βέβαιο ότι θα ενεργούσα με τον αναμενόμενο τρόπο. Τις απόψεις μου για την αξιοκρατία σίγουρα τις ήξερε, αφού αφενός μεν γνωριζόμαστε, αφετέρου δε τις έχω δημοσιοποιήσει με πλειάδα ομιλιών, άρθρων και βιβλίων. Παρόλα αυτά ενήργησε σα να ήμασταν και οι δύο μέλη μασονικής στοάς, παραθρησκευτικής οργάνωσης ή μαφιόζικης ομάδας…».  

Η συζήτηση ζωήρεψε. «Αυτό που βρίσκω ενδιαφέρον σε τέτοιες περιπτώσεις», είπα, «είναι η άρρητη γνώση που συνοδεύει τέτοιου είδους επικοινωνία. Μόνο σε μια κοινωνία της οποίας τα μέλη έχουν εθισθεί στην παρασκηνιακή συναλλαγή, στο αλισβερίσι της άνομης διαπλοκής, είναι κατανοητό ένα τέτοιου είδους υπόρρητο αίτημα. Το μήνυμα είναι στην αποστολή του, όχι στο λειψό περιεχόμενο.  Η γνωστή ρήση του Μάρσαλ Μακλούαν «το μέσον είναι το μήνυμα» παίρνει καινούριο περιεχόμενο στα ελλαδικά συμφραζόμενα. Ο αιτούμενος χρειάζεται «μέσον», το οποίο ελπίζει να του παρασχεθεί «μέσω» ενός οιονεί κενού επιστολόχαρτου».

«Πρόκειται για μορφή επικοινωνίας», συνέχισα, «που συναντούμε σε κοινωνικά συστήματα των οποίων τα μέλη έχουν εσωτερικεύσει καλά τις νόρμες συμπεριφοράς, ώστε να ξέρουν να κάνουν το επόμενο βήμα στην επικοινωνιακή χορογραφία. Ο μεγάλος κοινωνιολόγος Χάρολντ Γκαρφίνκελ, το αποκάλεσε «η ρήτρα κλπ» (the etcetera clause): διαισθανόμαστε τι εννοεί ο συνομιλητής μας με την έκφραση «κλπ», χωρίς να χρειαστεί να ολοκληρώσει το συλλογισμό του – συμπληρώνουμε μόνοι μας τα κενά. Το οιονεί κενό επιστολόχαρτο είναι το αντίστοιχο του «κλπ» - «ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, είσαι ένας από μας». Φυσικά αυτή η υπόρρητη υπόδειξη-παράκληση δεν παύει να είναι ένα ριψοκίνδυνο άλμα, και, όπως στο χορό οι χορευτές ενδέχεται να παραπατήσουν, έτσι κι εδώ, ο αποδέκτης του υπόρρητου αιτήματος ενδέχεται να μην ανταποκριθεί (όπως και συνέβη). Το άλμα όμως έγινε και, ως τέτοιο, αποκαλύπτει τι θεωρείται αυτονόητο σε ένα κοινωνικό σύστημα».     

Ο συνομιλητής μου με επανέφερε στην πάντοτε δυσανάγνωστη εμπειρική πραγματικότητα. «Μερικοί άνθρωποι», είπε, «έτσι πορεύτηκαν στη ζωή τους· οι αλληλοεξυπηρετήσεις, ηθικές ή μη, νόμιμες ή μη, δεν τους απασχολούν ιδιαίτερα – είναι ένα δεδομένο στοιχείο της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Από την άλλη μεριά, σκέφτομαι, γιατί να περιμένω από ένα γέρικο άλογο να βγάλει καινούργια περπατησιά; Μήπως άνθρωποι σαν τον γνωστό μου, περισσότερο ρεαλιστές, γνωρίζουν καλλίτερα τι πραγματικά συμβαίνει σε κατατακτήριες εξετάσεις στα Πανεπιστήμια; Μήπως απλά μου ζητούσε  προληπτική παρέμβαση έτσι ώστε να μην αδικηθεί η ενδεχομένως άξια προστατευόμενή του σε περίπτωση που άλλοι, υποδεέστεροι, υποψήφιοι χρησιμοποιούσαν τις δικές τους διασυνδέσεις; Που να ξέρω; Προσπαθώ να βρω λογικές δικαιολογίες…».

«Το καταλαβαίνω, αλλά κοίτα τι συμβαίνει εδώ», είπα. «Ο κίνδυνος γι αυτόν που έχει ένα θεσμικό ρόλο κι αρχίζει να κάνει τέτοιες σκέψεις είναι ότι ανεπίγνωστα αρχίζει να αποδέχεται το λεξιλόγιο και τη συλλογιστική των αιτουμένων παράνομη εξυπηρέτηση. Αρχίζει, δηλαδή, να κατασκευάζει στο μυαλό του την πιθανή δικαιολογία για την ενδεχόμενη παράνομη πράξη του. Με τον τρόπο αυτό «κατανοεί» την «ευλογοφάνεια» του παράνομου αιτήματος, χάνει τη διαύγεια των κινήτρων του, και αλλάζει τελικά ρόλο (αυτόν του θεματοφύλακα της θεσμικής ακεραιότητας), αναλαμβάνοντας αυτόν του «προστάτη» ενός μυθοπλαστικού «αδικημένου»».

«Τελικά τι έκανες;» ρώτησα το συνομιλητή μου. «Εσύ τι λες;», απάντησε με χαμόγελο, κοιτώντας τον κάλαθο αχρήστων. Η ερώτηση ήταν εντελώς περιττή. Γνώριζα ήδη την απάντηση («η ρήτρα κλπ»!). 

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2010

“Μικροί άνθρωποι…”

«Έχουμε μέτριους πολιτικούς, αυτή είναι η δυστυχία μας. Δεν υπάρχουν μορφές που μπορούν να εμπνεύσουν ή να συναρπάσουν έναν λαό. Να τον οδηγήσουν. Μικροί άνθρωποι…»
Θανάσης Βαλτινός, συγγραφέας και Ακαδημαϊκός


 
Δεν μπορείς να διδάξεις σε ένα παλιό σκυλί καινούρια κόλπα, λέει μια παροιμία. Το βιώνουμε, δυστυχώς, σε κάθε ευκαιρία.
Η Βουλή έχει ανάγκη από στενογράφους. Τίποτα το περίεργο. Στην προ Μνημονίου εποχή θα προσλάμβανε όσους ήθελε. Τηρώντας την παράδοση, αρκετοί από αυτούς, πιθανότατα, θα ήταν συγγενείς ή συνεργάτες βουλευτών, Προέδρων της Βουλής ή ανεπάγγελτοι κομματάνθρωποι· άνθρωποι του «κυκλώματος». Θα είχαν ήδη κοινωνικοποιηθεί στην άρρητη γνώση της συναλλαγής, χωρίς την οποία λίγα πράγματα δουλεύουν καλά στη γραφική μας χώρα.
Στην εποχή του Μνημονίου, όμως, όπου οι μισθοί των δημοσίων υπαλλήλων πληρώνονται με δανεικά, η μετάταξη μερικών υπεράριθμων υπαλλήλων του Δημοσίου στη Βουλή θα ήταν η πιο οικονομική λύση. Άλλωστε, υπό την πίεση των δανειστών μας,  η κυβέρνηση Παπανδρέου Γ’ ορθά αποφάσισε να προβεί σε μαζικές μετατάξεις. Λογικά και συμβολικά, τη μετάταξη θα έπρεπε να επιλέξει, εν προκειμένω, και η Βουλή - ο συλλογικός ηγέτης μας - τις δραματικές στιγμές που περνάμε.
Αμ δε! Πιστέψατε ότι αυτοί που διαχρονικά μετέτρεψαν το Κοινοβούλιο σε οίκο ρουσφετολογικού αίσχους και πλυντήριο παρανομιών σκέπτονται «λογικά» και ενεργούν «συμβολικά»; Στην εύστοχη παρατήρηση του Πάσχου Μανδραβέλη («Κ», 24/11/2010) ότι οι στενογράφοι θα έπρεπε να προέλθουν από μετάταξη, αντί να επιδιωχθούν νέες προσλήψεις, τι απαντά ο Γενικός Γραμματέας της Βουλής; «Εξετάσαμε», λέει, «όλες τις εναλλακτικές λύσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν εφαρμόσιμες στην περίπτωση των στενογράφων, αφού η σχετική ειδικότητα έχει μοναδικά χαρακτηριστικά […]» («Κ», 27/11/2010). 


Ποια είναι αυτά τα «μοναδικά χαρακτηριστικά» που χαρακτηρίζουν τη στενογραφία; Ο κ. Παπαϊωάννου, φειδωλός γραφειοκράτης, δεν μπαίνει στον κόπο να τα διευκρινίσει. Αν πλήρωνε, βέβαια, ο ίδιος ή ο Πρόεδρος της Βουλής από την τσέπη του τις σχετικές δαπάνες (τους 16 μισθούς λ.χ.), πιθανότατα θα διαπίστωνε ότι οι δεξιότητες των στενογράφων δεν είναι και τόσο «μοναδικές». Οι ειδήμονες δεν έχουν οριστικά αποφανθεί, αλλά, εξ όσων είναι γνωστό, δεν απαιτούνται γνώσεις μοριακής βιολογίας, ούτε πυρηνικής φυσικής για να μάθεις να στενογραφείς!


Ότι η Βουλή δεν κόπτεται ιδιαίτερα για το δημόσιο χρήμα, το διαπιστώσαμε και από το κόστος του σχετικά πρόσφατου ανασχεδιασμού του ιστοχώρου της: μια δουλειά που θα μπορούσε να γίνει με λίγες δεκάδες χιλιάδες ευρώ κόστισε πάνω από ένα εκατομμύριο! Με τα λεφτά των άλλων έχεις μια τάση να είσαι πιο γενναιόδωρος!
Είναι βέβαιο ότι ο συγκεκριμένος ιστοχώρος είχε κάποια «μοναδικά χαρακτηριστικά» - να δίνει πρόσβαση λ.χ.  σε τόσους αξιόλογους ανθρώπους που μοχθούν ανιδιοτελώς για το δημόσιο συμφέρον. Περιέργως, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του βουλευτή του ΛΑΟΣ κ. Βελόπουλου, ο Πρόεδρος της Βουλής κ.Πετσάλνικος δεν επικαλέστηκε αυτό το επιχείρημα, γεγονός που μας βάζει σε υποψία ότι, εκτός από την  αποδεδειγμένα ακλόνητη αγάπη για το χωριό του, διαθέτει και διανοητική ευελιξία. Ως επιδέξιος γραφειοκράτης, μας εξήγησε όχι πως προέκυψε το ύψος της δαπάνης αλλά την προέλευση του σχετικού κονδυλίου (εννοείται από τις τσέπες των άλλων – κυρίως από το Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης!) και μετέθεσε την ευθύνη στους προκατόχους του («Βήμα», 8/5/2010). Οι γραφειοκρατίες είναι όχι μόνο εξαιρετικά συστήματα μη ανάληψης ευθυνών, αλλά και πεδία καλλιέργειας της ηθικής αμβλύνοιας των λειτουργών τους.
Το σφάλμα των επικεφαλής της Βουλής είναι ότι έδωσαν δημόσιες εξηγήσεις, έστω λειψές. Ο δημόσιος λόγος είναι δυνητικά μια επικίνδυνη πράξη, καθότι απο-καλύπτεσαι. Εξηγώντας τις πράξεις ή παραλείψεις σου, φέρνεις στην επιφάνεια τις ανεπίγνωστες παραδοχές σου· επιχειρηματολογώντας, υιοθετείς οπτική γωνία· γίνεσαι ορατός και, άρα, αντικείμενο δημόσιας κριτικής. Η σιωπή, αντιθέτως, είναι πολύτιμη, στο μέτρο που περνάς κάτω από το ραντάρ της δημόσιας αντιπαράθεσης. Προφυλάσσεις (έτσι νομίζεις…) το πολιτικό κεφάλαιό σου από την «συνάφεια του κόσμου την πολλή».
Το ξέρει καλά αυτό ο πρώην πρωθυπουργός και νυν βουλευτής Καραμανλής Β’. Η χώρα συγκλονίζεται αλλά ο ηγέτης επί των ημερών του οποίου επήλθε η οικονομική κατάρρευση παραμένει ατάραχος· έχασε εντελώς τη δημόσια λαλιά του σα να έπαθε εγκεφαλικό· σπάνια επισκέπτεται το Κοινοβούλιο! Είναι άγνωστο τι σκέπτεται για την κρίση, πώς αισθάνεται. Μήπως πρόκειται για πολιτικό αναχωρητισμό; Στωική εγκαρτέρηση; Θεμιτή ιδιώτευση;  
Ο αναχωρητής «ησυχάζει», ο στωικός «ασκείται», ο ιδιώτης αποσύρεται από τα κοινά. Η συνειδητή σιωπή προϋποθέτει έξοδο από τα τετριμμένα εγκόσμια, στέρηση από τη μετοχή στον κοινό βίο· ο αναχωρητής αποφλοιώνει τον κοινωνικό ρόλο του για να βρεθεί ενώπιος ενωπίω με τον εαυτό του. Ο στωικός αναζητεί σιωπηρά την αρετή. Ο βουλευτής, όμως, βουλεύεται δημοσίως. Ως πολιτικός εκπρόσωπος, αυτοδικαίως ηγείται: μας βοηθά να ερμηνεύουμε τον κόσμο, προτείνει πρακτικές δράσεις, εμπνέει με το παράδειγμά του· προτιμά το χώρο του Κοινοβουλίου από τα μπαράκια του Κολωνακίου· καταθέτει τις απόψεις τους στην «αγορά» όχι στις ταβέρνες της Αττικής. Το βέβαιο είναι ότι ο βουλευτής, που είχε μάλιστα το σπάνιο προνόμιο να διατελέσει κυβερνήτης, δεν σιωπά· είναι ο τελευταίος που θα 'πρεπε να σιωπά. 
Αν η συμπεριφορά του κ. Πετσάλνικου συγκεφαλαιώνει, στην ευγενέστερη μάλιστα εκδοχή, το κυρίαρχο ήθος απέναντι στο δημόσιο χρήμα (τη σπατάλη), η στάση του κ. Καραμανλή απηχεί τα κυριότερα γνωρίσματα του έλληνα της μεταπολίτευσης: την ανευθυνότητα, την εγωκεντρικότητα, την ευδαιμονιστική ιδιώτευση με δημόσια έξοδα. «Σας έχω γραμμένους…».
Μικροί άνθρωποι, μέτριοι πολιτικοί, σπιθαμιαίοι ηγέτες …    

Δευτέρα 22 Νοεμβρίου 2010

Μεταξύ ευτέλειας και ελπίδας

Σύμφωνα μια άποψη, ας την πούμε κανονιστικά ορθολογική, η πολιτική είναι η αντιπαράθεση έλλογα επεξεργασμένων θέσεων. Τα πολιτικά υποκείμενα κυρίως είναι νοητικές οντότητες, οι οποίες σχηματίζουν απόψεις για επιμέρους θέματα και τις θέτουν στην κρίση του εκλογικού σώματος. 
Υπάρχουν αρκετά στοιχεία αλήθειας σε αυτή τη θεώρηση. Η δημοκρατία είναι το κατ΄ εξοχήν πολίτευμα του λόγου. Αναμένεται οι συμμετέχοντες να εκφράζουν απόψεις, τις οποίες να έχουν διαμορφώσει όχι με αναφορά σε πατροπαράδοτες συνήθειες, ούτε με βάση εξουσιαστικές εξαρτήσεις, αλλά με τη χρήση του ορθού λόγου.
Η θεώρηση όμως αυτή, στο βαθμό που παραμένει απλώς κανονιστική, καταλήγει να είναι απλοϊκή. Δεν είμαστε μόνο νοητικές οντότητες, αλλά και ενσώματες υπάρξεις, με ιστορική πορεία, και συμφέροντα. Η λογική δεν είναι αυθύπαρκτη, αλλά οργανικό μέρος της συνολικής μας ύπαρξης.   
Η συμπεριφορά του πολίτη λ.χ. που απογοητεύεται και απέχει από τις εκλογές είναι κατανοήσιμη. Η συμμετοχή στην εκλογική διαδικασία νοηματοδοτείται από εξω-λογικά στοιχεία. Όταν αυτά απισχνούνται, αδυνατίζει η ορθολογικότητά μας.   Όσοι ψηφίζουμε, το κάνουμε γιατί εντάσσουμε τη λογική μας σε μια ευρύτερη αυτοκατανόηση: δρούμε ενδεχομένως από καθήκον, από προσωπική υποχρέωση, ή γιατί μας εμπνέει ένας υποψήφιος. Το «καθήκον», η «υποχρέωση»  και η «έμπνευση» είναι στοιχεία που καλλιεργούνται στην κοινότητα που μετέχουμε, δεν είναι απλά προϊόντα της ατομικής νόησης. Η κρίση μας διαμορφώνεται συχνά με ανεπίγνωστο τρόπο από τον τρόπο του συλλογικού βίου. 

Όταν στις εκλογές υπερψηφίζονται τηλεκατασκευασμένα «κύμβαλα αλαλάζοντα» αυτό δεν οφείλεται μόνο στην αναγνωρισιμότητά τους, αλλά και στο ότι η ίδια η διαδικασία της επιλογής συνιστά, για το τηλεθισμένο άτομο, μια προσομοίωση επιλογής τηλεοπτικού παιχνιδιού. Στο μέτρο που η καθημερινότητά μας διαμεσολαβείται από την οθόνη (της τηλεόρασης, του «έξυπνου» κινητού, του υπολογιστή), η «παιγνιοποίηση» που συστηματικά καλλιεργούν οι σύγχρονες τεχνολογίες επικοινωνίας προεκτείνεται δυνητικά και στην πολιτική.
Όπως εύκολα ψηφίζεις με ένα κλικ σε μια ιστοσελίδα, ή με ένα SMS σε έναν τηλεοπτικό παιχνίδι, το ίδιο «εύκολη» πιθανόν θεωρείς ότι είναι και η επιλογή πολιτικού εκπροσώπου. Δεν χρειάζεται να έχεις ακούσει τις απόψεις, ας πούμε, του κ.Ψινάκη (ακόμη κι αν υπήρχαν), αρκεί που νομίζεις ότι τον «γνωρίζεις». Ο κ.Ψινάκης κατοικεί ήδη ως τηλεομοίωμα στο μυαλό σου, αφού τόσο απλόχερα του πρόσφερες χώρο. Η πολιτική κρίση σου διαμορφώνεται σχεδόν ανεπίγνωστα από τη βιρτουαλική οικειότητα που αποπνέει μια τηλεπερσόνα.
Σε ένα πολιτικό σύστημα με εμπεδωμένα κριτήρια ορθολογικής λειτουργίας, υποψηφιότητες σαν αυτή του κ.Ψινάκη συνήθως δεν τίθενται καν προς επιλογή, όπως μια εφημερίδα που σέβεται τον εαυτό της δεν δίνει το λόγο σε τρομοκράτες. Στην επικράτεια του λόγου συμμετέχεις υπό προϋποθέσεις. Όση ευθύνη έχει ο πολίτης που σταυρώνει την τηλεπερσόνα, άλλη τόση (και μεγαλύτερη) έχει αυτός που την προ-επιλέγει. Ως πολίτες επιλέγουμε από ένα ήδη επιλεγμένο μενού.
Η ωριμότητα ενός πολιτικού συστήματος κρίνεται (και) από τις επιλογές που θέτει προς επιλογήν. Όσοι προ-επέλεξαν (τους έδωσαν, δηλαδή, τη δυνατότητα να είναι υποψήφιοι στις πρόσφατες τοπικές εκλογές) τον πρωτοδίκως καταδικασθέντα κ.Ψωμιάδη και τον υπό δικαστική διερεύνηση κ.Μαντούβαλο, για να εγκωμιάσουν στη συνέχεια την «ανθρωποκεντρικότητα» του πρώτου και την «παραταξιακή συνείδηση» του δεύτερου, μας έδωσαν επαρκή δείγματα των κριτηρίων που καθοδηγούν την πολιτική συμπεριφορά τους. Οι πράξεις τους γειώνουν τη ρητορική τους.
Όπως «γνωρίζουμε» τις τηλεπερσόνες μέσα από το κατασκευασμένο προφίλ τους, έτσι, στη μιντιακή κοινωνία, «γνωρίζουμε» και τους πολιτικούς μέσα από το μιντιακό προφίλ που φιλοτεχνούν τα επιτελεία τους. Είσαι ό,τι φαίνεται ότι είσαι. Όταν ο πολιτικός λόγος αποσυνδέεται από την ενσώματη, εγγενώς ριψοκίνδυνη πράξη, τότε ο φορέας του μετατρέπεται σε κύμβαλο αλαλάζον. Η τέχνη της πολιτικής είναι η τέχνη της κρίσης (judgment), και η κρίση δεν είναι αφηρημένη άποψη για τα κοινά, αλλά ζύγισμα αντιτιθέμενων προτεραιοτήτων σε συγκεκριμένα συμφραζόμενα, από άτομα με συγκεκριμένη ιστορική τροχιά που, έχοντας την ευθύνη των κοινών, ρισκάρουν κάτι πολύτιμο.
Είναι τόσο κωμικά θλιβερό να βλέπει κανείς παλαιοκομματικούς πολιτικούς, όπως λ.χ. η κυρία Μπακογιάννη, να ιδρύουν «νέο πολιτικό κίνημα», καταγγέλλοντας το πολιτικό σύστημα που τόσο πιστά υπηρέτησαν δια μακρόν! Δεν βλέπεις πουθενά διάθεση διακινδύνευσης, ψήγμα αναστοχαστικότητας, μόνο ωμή φιλοδοξία.
Ξέρουν τι κάνουν. Στη βιρτουαλική πραγματικότητα της τηλεοθόνης και στο αμνήμον ελλαδικό πολιτικό σύστημα, δεν ορίζεσαι από τις μέχρι τώρα επιλογές σου, την έμπρακτη διαχείριση των κοινών, και τον ενσώματο τρόπο που άσκησες την κρίση σου, αλλά από το πώς ο προπαγανδιστικός μηχανισμός σου θα τηλεκατασκευάσει το προφίλ σου, μέσα από το οποίο θα αναβαπτισθείς στη συνείδηση του πόπολου. Αποσυνδέεις επίτηδες το λόγο σου από τον μέχρι τώρα βίο σου, για να τον αποκαθάρεις. Δεν υπάρχει, όμως, ασώματος λόγος… 
Καταλαβαίνουμε πόσο κίβδηλοι είναι οι πολιτικοί που επιχειρούν την «επικοινωνιακή» ανακαίνισή τους, όταν τους αντιπαραβάλλουμε με την ασυνήθιστη φρεσκάδα των νέων δημάρχων Αθήνας και Θεσσαλονίκης, Γιώργου Καμίνη και Γιάννη Μπουτάρη αντίστοιχα. Αν ο λόγος τους ακούγεται διαφορετικά, είναι γιατί εκφέρεται από χείλη προσώπων με διαφορετική ιστορία – ιστορία έμπρακτης προσήλωσης σε αξίες μακράν της φαύλης κομματοκρατίας. Οι λέξεις κουβαλούν τόσο φορτίο όσο τους προσδίδει ο ενσώματος ομιλητής. Όπως και στην περίπτωση Ομπάμα, ο λόγος πείθει όχι όταν εκφέρονται οι «σωστές» λέξεις, αλλά όταν αυτές σημαίνουν κάτι στην κοινή εμπειρία. Η ελπίδα δεν «επικοινωνείται», σαρκώνεται.