Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Δεν ξεχνώ


Στις 3 Φεβρουαρίου 2012, στην πανεπιστημιούπολη, σε τελετή του Πανεπιστημίου Κύπρου, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κ. Δ. Χριστόφιας θα θέσει το θεμέλιο λίθο του Κέντρου Πληροφόρησης - Βιβλιοθήκης «Στέλιος Ιωάννου». Τα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας έχουν προσκληθεί στην τελετή και τη δεξίωση που θα ακολουθήσει.

Ως καθηγητής του Πανεπιστημίου Κύπρου, λυπούμαι, αλλά δεν μπορώ να αποδεχθώ την πρόσκληση. Κατανοώ τη συμβολική αναγκαιότητα τη τελετής, είμαι ευγνώμων στην Κυπριακή Δημοκρατία για τη συμμετοχή της στη χρηματοδότηση της Βιβλιοθήκης, και τιμώ το κορυφαίο αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Γνωρίζω ότι, τόσο η ιδιότητα του καθηγητή δημόσιου πανεπιστημίου, όσο και η ιδιότητα του πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπάρχουν στο μέτρο που υπάρχει συντεταγμένη πολιτική κοινότητα. Τόσο ο πολίτης όσο και ο δημόσιος λειτουργός, οφείλουν την ύπαρξή τους στους θεσμούς της «πόλεως». Η «πόλις» είναι το σπίτι μας.

Ακριβώς γι αυτό, έχουμε χρέος όλοι, άρχοντες και αρχόμενοι, να μεριμνούμε ενεργά για την καλή λειτουργία των θεσμών της πολιτείας στην οποία μετέχουμε. Όταν οι θεσμοί της «πόλεως» ευτελίζονται από τους ηγέτες που είναι κατ’ εξοχήν επιφορτισμένοι με την καλή λειτουργία τους, τότε, ως ενεργοί πολίτες, έχουμε υποχρέωση, αφενός μεν να διαχωρίσουμε το αξίωμα από τον αξιωματούχο, αφετέρου δε να εκφράσουμε έλλογα την αντίθεσή μας σε πρακτικές των ηγετών που απαξιώνουν το αξίωμα, μειώνοντας το κύρος και το σεβασμό που πρέπει να το περιβάλλουν.

Ως Πρόεδρος, ο κ. Χριστόφιας διαθέτει, βεβαίως, την πολιτική νομιμοποίηση να κυβερνά. Μετά, όμως, τη φονική έκρηξη στο Μαρί, στις 11/7/2011, έχει απολέσει την ηθική νομιμοποίηση να ηγείται. Η κρίση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά προκύπτει από την κοινή λογική.

Σύμφωνα με το Πόρισμα της συσταθείσης με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου «Μονομελούς Ερευνητικής Επιτροπής για τη Διεξαγωγή Έρευνας Σχετικά με την Έκρηξη που Επισυνέβη την 11η Ιουλίου 2011 στη Ναυτική Βάση “Ευάγγελος Φλωράκης” στο Μαρί», ο κ. Χριστόφιας «έχει σοβαρότατες θεσμικές και προσωπικές ευθύνες σε σχέση με […] την τραγωδία που ακολούθησε». Το Πόρισμα συμπεραίνει: «Οι ευθύνες του προέδρου για την τραγωδία είναι άμεσες, συγκεκριμένες, αδιαμφισβήτητες και σοβαρότατες. […] Η κύρια ευθύνη για την τραγωδία και τα συνεπακόλουθα, βαρύνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας» (σ. 459).

Με άλλα λόγια, το Πόρισμα της Ερευνητικής Επιτροπής θεωρεί ουσιαστικά τον κ. Χριστόφια ως τον κύριο ύποπτο ηθικής αυτουργίας στην τραγωδία του Μαρί, στην οποία, θυμίζω, δεκατρείς συμπολίτες μας έχασαν τη ζωή τους. Το Πόρισμα αυτό δεν είναι ένα οποιοδήποτε κείμενο γνώμης, αλλά συνιστά την πλέον έγκυρη γνώση που διαθέτουμε ως οργανωμένη πολιτική κοινότητα για το συγκεκριμένο θέμα. Σε ένα συντεταγμένο κράτος δικαίου, όπως η Κυπριακή Δημοκρατία, η διαδικασία παραγωγής του Πορίσματος προσδίδει εγκυρότητα στα συμπεράσματά του, τα οποία αυτονοήτως οφείλουν να γίνονται εξίσου σεβαστά με τις αποφάσεις των οργάνων της έννομης τάξης. Αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που, στο διάγγελμά του την 14η Ιουλίου 2011, ο κ. Χριστόφιας δήλωσε, μεταξύ άλλων: «Η απαίτηση όλων είναι να εντοπιστούν και να αποδοθούν οι ευθύνες, όποιους κι αν αυτές βαρύνουν, από το χαμηλότερο μέχρι το ανώτατο επίπεδο. Οι ευθύνες, σας διαβεβαιώ, θα αποδοθούν και θα αναληφθούν».

Παρά τη ρητή δέσμευσή του, ο κ. Χριστόφιας απέρριψε κατηγορηματικά το Πόρισμα. Με άλλα λόγια, για λόγους ιδιοτελείς, αφού το Πόρισμα τον χαρακτηρίζει ως τον φέροντα την κύρια προσωπική και θεσμική ευθύνη για την τραγωδία, ο κ. Χριστόφιας έθεσε τον εαυτό του υπεράνω της «πόλεως», πέρα από κάθε κριτική που του ασκούν τα συντεταγμένα όργανά της. Αρνούμενος τα συμπεράσματα του Πορίσματος και παραβιάζοντας την ίδια τη ρητή του δέσμευση, ο κ. Χριστόφιας δεν σέβεται τις διαδικασίες του κράτους δικαίου, αρνείται να υπαγάγει τον εαυτό του στους κανόνες που χαρακτηρίζουν το ήθος της Δημοκρατίας, και καθίσταται, ως εκ τούτου, αναξιόπιστος. Ενεργώντας ως «ιδιώτης», θέτει το ίδιον συμφέρον πάνω από το δημόσιο· αποξενώνεται από τον «κοινόν λόγον» της «πόλεως» και κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Προσκολλημένος στην εξουσία, ο κ. Χριστόφιας ευτελίζει το υψηλό αξίωμά του και διαπαιδαγωγεί μια ολόκληρη κοινωνία στην ανευθυνότητα. Αντί με τις πράξεις του να επιβεβαιώνει και να ενισχύει το κύρος τους αξιώματός του, του αφαιρεί το συμβολικό κεφάλαιο, χωρίς το οποίο ο εκλεγμένος ηγέτης στερείται πειθούς. Η δύναμη του ηγέτη είναι συνάρτηση του προσωπικού του κύρους. Μετά την επίσημη απόδοση και μη ανάληψη εκ μέρους του των κολοσσιαίων ευθυνών του για την τραγωδία στο Μαρί, ο κ. Χριστόφιας έχει υπονομεύσει το προσωπικό του κύρος, απαξιώνοντας, κατά συνέπεια, το ύπατο αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Για τους ανωτέρω λόγους, αρνούμαι να παραστώ στην τελετή τοποθέτησης του θεμέλιου λίθου. Σέβομαι απεριόριστα το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά δεν τρέφω τα ίδια αισθήματα για έναν Πρόεδρο που φέρνει το υψηλό αξίωμά του στα μέτρα του δικού του ηγετικού αναστήματος. Αρνούμαι να επιπλώσω το μιντιακό σκηνικό των δημοσίων σχέσεων του κύριου ύποπτου ηθικής αυτουργίας στη σημαντικότερη ανθρωπογενή καταστροφή που συνέβη στην Κύπρο μετά το 1974. Αρνούμαι να τιμήσω με τη φυσική μου παρουσία τον ηγέτη που δεν τιμά το αξίωμά του. Αρνούμαι να σφίξω το χέρι του κορυφαίου αξιωματούχου που θέτει ανερυθρίαστα το ίδιον συμφέρον πάνω από την καλή λειτουργία των θεσμών. Αρνούμαι να σβήσω από τη μνήμη μου τους δεκατρείς νεκρούς του Μαρί. Αρνούμαι να ξεχάσω τον γοερό θρήνο των γονιών, των συζύγων, των παιδιών. Αρνούμαι να είμαι πολίτης με αμνησία.

Δεν ξεχνώ – και πράττω αναλόγως.

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Η ηθική πυξίδα του Βάτσλαβ Χάβελ


Λίγοι είχαν το σθένος του, την ηθική οξύνοια, την οξυδέρκεια της γραφής του. Ακόμα λιγότεροι αυτοί που τα συνδύαζαν όλα. Ο Βάτσλαβ Χάβελ, πρώην πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας (αρχικά) και της Τσεχικής Δημοκρατίας (αργότερα), ηγέτης της Βελούδινης Επανάστασης του1989, «πολιτικός από καθήκον όχι από επιλογή» όπως έλεγε, ήταν η ενσάρκωση του ακάματου αγωνιστή, του φιλοσοφημένου πολιτικού, του διεισδυτικού θεατρικού συγγραφέα. Ο θάνατός του είναι απώλεια για κάθε ελεύθερα σκεπτόμενο άνθρωπο.
Ο Χάβελ δεν ήταν μόνο ένας θαρραλέος ακτιβιστής που αντιστάθηκε στη φρίκη του κομμουνιστικού ολοκληρωτισμού. Με στέρεα φιλοσοφική συγκρότηση και βαθιά Ευρωπαϊκή παιδεία (αυτοδίδακτος εν πολλοίς), υπήρξε ένας οξυδερκής στοχαστής της ανθρώπινης κατάστασης. Η οδυνηρή εμπειρία του κομμουνισμού τον έκανε να συλλάβει μερικές βαθύτερες αλήθειες για τον ολοκληρωτισμό, τη νεωτερικότητα, και τη δημοκρατία.

Τρεις, κυρίως, άξονες διαπερνούν τη σκέψη του. Πρώτον, ο αγώνας κατά του ολοκληρωτισμού είναι πρωτίστως αγώνας ενάντια στο ψεύδος. Στοχεύοντας στην εγκόσμια σωτηρία του ανθρώπου, ο κομμουνισμός είναι υποχρεωμένος να εκτρέφει το ψεύδος – τόσο περισσότερο, όσο η πραγματικότητα αποκλίνει από το «σχέδιο». Οι άνθρωποι έπρεπε να πεισθούν ότι ζουν σε έναν «εργατικό παράδεισο» ελευθερίας και ισότητας, άσχετα αν η εμπειρία τους ήταν ακριβώς η αντίθετη – μια ζωή γεμάτη καταπίεση, χαφιεδισμό, και φτώχεια. Το χάσμα μεταξύ (ιδεο)κρατικής προπαγάνδας και εμπειρικής πραγματικότητας έθετε τα άτομα σε ηθική κρίση: αποδέχομαι το ψέμα για να ζήσω με σχετική ασφάλεια και να εξελιχθώ επαγγελματικά ή δρω με βάση αυτό που βιώνω, καταλήγοντας στο περιθώριο, τα ψυχιατρεία και τα Γκουλάγκ;

Ο μανάβης που εθελοντικά αναρτά στο μαγαζί του την επιγραφή «Εργάτες όλου του κόσμου ενωθείτε», παρατηρεί ο Χάβελ, δεν το κάνει γιατί το πιστεύει, αλλά για να εξαγοράσει την ησυχία του από την ολοκληρωτική εξουσία. Το μέσον (η ανάρτηση της επιγραφής) είναι το μήνυμα! Η οικειοθελής υποταγή του συντελεί στην ηθικο-πνευματική απονέκρωσή του. Αναρτώντας εθιμοτυπικά την επιγραφή, δεν διερωτάται για την πράξη του• αποκρύπτει από τον εαυτό του τόσο την ηθική κατάπτωση της συμμόρφωσής του όσο και την αισχρότητα της ολοκληρωτικής εξουσίας.

Δεύτερον, το κομμουνιστικό δόγμα συνιστά την κορύφωση της νεωτερικής φαντασίωσης ότι η ανθρώπινη κοινωνία διαπερνάται από νόμους, με βάση τους οποίους είναι εφικτός ο ορθολογικός ανασχεδιασμός της. Παραπέμποντας στον Καρλ Πόπερ, ο Χάβελ ονομάζει αυτή τη στάση «ολιστική κοινωνική μηχανική». Πρόκειται για ένα επικίνδυνο δόγμα, στο μέτρο που αφενός μεν εκλαμβάνει την κοινωνία ως ένα εποπτεύσιμο και πλήρως προβλέψιμο όλον, αφετέρου δε καταργεί τη δημιουργική ανθρώπινη πράξη.

Η κοινωνία, παρατηρεί ο Χάβελ, «δεν είναι μια μηχανή που χτίστηκε με κάποιο γνωστό σε μας σχέδιο», αλλά διαπερνάται από απροσδιοριστία, πλουραλισμό αξιών, απρόβλεπτη εξέλιξη. Η επιστήμη μας δίνει τα εργαλεία να βελτιώσουμε τη ζωή μας, αδυνατεί όμως να δώσει νόημα στη ζωή: παρά τη γνώση που κομίζει, δεν μπορεί να μας πει γιατί ο θάνατος μας γεμίζει αγωνία, πώς να συμβιβάσουμε αντικρουόμενες αξίες, ή γιατί μας εμπνέει η αυτοθυσία. Ο ανθρώπινος βίος εκτυλίσσεται στον «βιόκοσμο» - εκεί όπου αυθόρμητα και μη εγκεφαλικά βιώνουμε κοινά αισθήματα (τη φιλία, την απώλεια, την υπερηφάνεια, την οργή, κλπ) και προβαίνουμε σε ηθικές επιλογές. Ο «βιόκοσμος» δεν είναι προϊόν σχεδιασμού, αλλά οργανικής εξέλιξης• παρέχει το κοινό πλαίσιο αυτο- και αλληλο-κατανόησης.

Η επιδίωξη της επιστημονικά σχεδιασμένης κοινωνίας οδηγεί σε ολοκληρωτικού τύπου εξουσία – στην επιβολή επιστημονικοφανών ιδεολογημάτων στον «βιόκοσμο». Μπορεί η κομμουνιστική εκδοχή να είναι η πιο βάρβαρη (καθότι πιο ακραία), αλλά ο πυρήνας της ολοκληρωτικής λογικής ενυπάρχει στη νεωτερική αναζήτηση (κοινή τόσο στο φιλελευθερισμό, όσο και στο μαρξισμό) της Τελικής Γλώσσας («επιστημονικής» φυσικά!) για την περιγραφή της ύπαρξης. Τόσο οι νεοφιλελεύθεροι όσο και οι μαρξιστές, λέει ο Χάβελ, διαπράττουν το ίδιο σφάλμα: θεωρούν ότι «λειτουργώντας με βάση τη θεωρία είναι εξυπνότερο από τη λειτουργία με βάση τη γνώση της ζωής».

Τρίτον, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης συνειδητοποιούμε την ανάγκη να θεμελιωθεί η δημοκρατία σε μια νέα υπερβατικότητα. Η αίσθηση της μετοχής σε μια υπερβατική κοσμική τάξη καλλιεργεί το σεβασμό ως στάση ζωής – σεβασμό στη Γη, στους άλλους, στον εαυτό μας. «Μόνο κάποιος που υπάγει τον εαυτό του στην ισχύ μιας καθολικής τάξης και δημιουργίας», λέει ο Χάβελ, «που εκτιμά το δικαίωμα να μετέχει σε αυτή, μπορεί αυθεντικά να εκτιμά τον εαυτό του και τους γείτονές του, και να τιμά έτσι τα δικαιώματά τους».

Η ειρωνεία είναι ότι είναι η ίδια η επιστήμη, στη μετανεωτερική της εκδοχή, αυτή που μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στην κοσμική διάσταση της ύπαρξής μας – να συνειδητοποιήσουμε, δηλαδή, ότι μετέχουμε σε έναν ευρύτερο, ανεξάλειπτα «μυστηριώδη» Κόσμο που μας υπερβαίνει. Αυτή η επίγνωση μας κάνει πιο ταπεινόφρονες και ανεκτικούς• μας οδηγεί, δυνητικά, στην αυθυπέρβαση: «στο χέρι που δίνουμε σε όσους είναι κοντά μας, στους ξένους, […] σε όλες τις ζωντανές υπάρξεις, στη φύση, στο σύμπαν» (Χάβελ). Ανακτούμε αυτό που ο ρασιοναλισμός της κλασικής επιστήμης πάσχισε να εξαλείψει: τη αίσθηση του Ιερού, τον ευρύτερο μεταφυσικό ορίζοντα που νοηματοδοτεί την πράξη.

Μπορεί η κομμουνιστική βαρβαρότητα να εξέλιπε (σχεδόν…), η ολοκληρωτική λογική όμως δεν έπαψε να είναι η σκιά της νεωτερικότητας. Ψήγματά της βλέπουμε στη νεοφιλελεύθερη πίστη στις αγορές, στην άκριτη λατρεία της επιστήμης, στη γραφειοκρατική γιγάντωση. Κοινό στοιχείο τους είναι η πίστη σε σωτηριολογικού τύπου «θεωρίες», η παραγνώριση της βιωμένης εμπειρίας, η πεποίθηση ότι η κοινωνία μπορεί να ανασχεδιασθεί «ορθολογικά». Ο αγώνας, το ήθος, και ο στοχασμός του Χάβελ θα εμπνέουν πάντοτε όποιον θέτει την αλήθεια της ζωής πάνω από ιδεοληπτικές σκοπιμότητες.

Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

O στρατηγός απόκαμε…



Τον περασμένο Μάιο δήλωσε στη Βουλή: «[…] χρειάζεται συστράτευση, πανστρατιά. […] Είμαστε σε συνθήκες πολέμου. Χρειάζεται εθνική επιστράτευση, εθνική συστράτευση, ενότητα». Στη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον περασμένο Οκτώβριο, επανέλαβε μια παρόμοια δήλωση: «εδώ πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι κάνουμε έναν πόλεμο». Ο υπουργός Οικονομικών και αντιπρόεδρος δύο κυβερνήσεων κ.Βενιζέλος, τον οποίο δεν θα μπορούσε να μεμφθεί κανείς για φραστική λιτότητα, δύσκολα αντιστέκεται στον τσορτσιλικό πειρασμό - να θεωρήσει τον εαυτό του ηγέτη στρατεύματος σε καιρό πολέμου!

Δεν είναι ο μόνος. Ο κ.Παπανδρέου Γ΄ χρησιμοποίησε επανειλημμένα τη γλώσσα του πολέμου, ενώ, πρόσφατα, ο κυβερνητικό εκπρόσωπος κ.Καψής υπογράμμισε τον έκτακτο, πολεμικό χαρακτήρα της οξείας κρίσης που μαστίζει τη χώρα. Χαρακτήρισε την κυβέρνηση Παπαδήμου «πολεμική κυβέρνηση», τονίζοντας ότι «αυτό που πρέπει να καταλάβουν όλοι είναι ότι είμαστε σε πόλεμο. Αν δεν υπογράψουμε τη συμφωνία, θα βρεθούμε εκτός ευρώ».

Η γλώσσα του πολέμου είναι κατανοητή υπό τις περιστάσεις – αρκεί να συνειδητοποιούσαν οι χρήστες της τι συνεπάγεται! Μια χώρα γονατισμένη, που μάχεται για την οικονομική της επιβίωση, μοιάζει να έχει εμπλακεί σε πόλεμο. Ο εχθρός δεν είναι, βέβαια, ευδιάκριτος, δεδομένου ότι τα ελλείμματα και το χρέος δεν είναι απέναντί μας (όπως ένας εχθρός), αλλά μέσα μας, αποτελέσματα ιστορικών εθισμών και νοοτροπιών. Ίσως να ήμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν παραλληλίζαμε την αγωνιώδη προσπάθεια της χώρας για οικονομική επιβίωση αντίστοιχη με τη μάχη τους ασθενούς κατά του καρκίνου. Τα ελλείμματα, όπως τα καρκινικά κύτταρα, τα παράγουμε εμείς οι ίδιοι. Συμβιώνουμε για δεκαετίες με τον εχθρό.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η κυβερνώσα ελίτ δεν παίρνει τα λόγια της στα σοβαρά: μιλά για πόλεμο αλλά δεν συμπεριφέρεται σα να είναι σε πόλεμο. Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι η σχεδόν πεντηκονταμελής κυβέρνηση Παπαδήμου περιέχει, σε μεγάλο βαθμό, ό,τι πιο ανίκανο, φθαρμένο και, σε μερικές περιπτώσεις, απλώς γελοίο υλικό απαρτίζει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ούτε μόνο για το γεγονός ότι (και) η κυβέρνηση Παπαδήμου έχει για αντιπρόεδρο (Α΄ ή Β΄ θα σας γελάσω…) έναν κύριο με τρυφηλή φυσιογνωμία, ο οποίος, σύμφωνα με δική του ομολογία, έχει «μόνο συμβουλευτικές, όχι νομοθετικές αρμοδιότητες» και, ο οποίος, για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του, κάνει δήθεν αυτοκριτικές δηλώσεις στα ΜΜΕ, παραχωρεί αφειδώς συνεντεύξεις και, κατά δήλωσή του, συγγράφει βιβλίο, στο οποίο θα τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του (για τον οποίο θα τον θυμούνται οι επόμενες γενιές, αφού το πολιτικό του έργο είναι σχεδόν ανύπαρκτο) «όλοι μαζί τα φάγαμε», παραμένοντας παρ’ όλα αυτά υπουργός! (Παρεμπιπτόντως, αν ήθελε η κυβέρνηση Παπαδήμου να πείσει για την αναγκαιότητα της εργασιακής εφεδρείας θα έδινε το καλό παράδειγμα: θα άρχιζε με τους ουκ ολίγους πλεονάζοντες υπουργούς της, αρχής γενομένης με τον κ.Αντιπρόεδρο (Α΄ ή Β΄, μου διαφεύγει…). Αλλά πότε οι πολιτικάντηδες έδωσαν το καλό παράδειγμα για να το κάνουν τώρα…).

Ας επανέλθω, όμως, στο θέμα της πολεμικής γλώσσας. Έλεγα ότι η κυβερνώσα τάξη μιλά για πόλεμο, αλλά δεν συμπεριφέρεται σα να είναι η χώρα σε πόλεμο. Άνθρωποι που αγνοούν την έννοια της συνέπειας (εκτός κι αν αφορά τα συμφέροντά τους), αδυνατούν να είναι συνεπείς με την ίδια τους τη γλώσσα: δεν κατανοούν τις συνεπαγωγές – τις συμπεριφορικές επιπτώσεις - της γλώσσας που χρησιμοποιούν. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, που η γλώσσα τους εκπίπτει σε φλύαρη κενολογία• γι αυτό δεν πείθουν, ούτε συγκινούν, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούν δραματικά ρητορικά σχήματα.
Δείτε τις πρόσφατες δηλώσεις Βενιζέλου: «Δυστυχώς όλες οι θεμελιώδεις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις του αρχικού προγράμματος - του μνημονίου - δεν επιβεβαιώθηκαν. Είμαι εξουθενωμένος, μένω εδώ από εθνικό καθήκον», είπε. Φαντάζεστε τον Τσόρτσιλ να λέει, μετά τις πρώτες ήττες των Συμμάχων στον Πόλεμο: «η στρατηγική μας απέτυχε. Είμαι εξουθενωμένος»; Φαντάζεστε τη Σαν Σου Κι, τον Νέλσον Μαντέλα, ή τον Λεχ Βαλέσα να ομολογούν ηττοπαθώς ότι νοιώθουν «εξουθενωμένοι» από τον αγώνα τους;

Όχι, δεν το φαντάζεστε. Γιατί οι ηγέτες αυτοί ήταν (και η Σαν Σου Κι εξακολουθεί να είναι) αφοσιωμένοι στον αγώνα τους, γνώριζαν ότι σε αυτούς προσβλέπουν πολλοί άλλοι που δεν έπρεπε να διαψεύσουν• ο τελικός σκοπός τους είχε συνεπάρει τόσο πολύ που υπήγαγαν σε αυτόν τη συνολική τους ύπαρξη. Τέτοιοι ηγέτες δεν μιλούν απλώς για «μάχες», «αγώνες» και «πολέμους» - ζουν μαχόμενοι, αγωνιζόμενοι, πολεμώντας. Δεν σκέπτονται την επόμενη μέρα με όρους σταδιοδρομικής επιβίωσης• το «εθνικό καθήκον» δεν είναι γι αυτούς ρητορικός πομφόλυγας αλλά κατευθυντήριος τρόπος ζωής• η ηττοπάθεια και η «εξουθένωση» είναι πολυτέλειες που δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους.

Δεν μπορεί να νοιώθει ένας ηγέτης «εξουθενωμένος»; Ακόμα κι αν το νοιώσει, δεν πρέπει να το κοινολογήσει. Όπως λίγο-πολύ κι ένας γονιός. Όταν έχεις ευθύνη για άλλους, η ελπίδα είναι καθήκον σου. Δεν μπορείς να μεταφέρεις ανεπεξέργαστα την αβεβαιότητα που αντιμετωπίζεις σε αυτούς που σε ακολουθούν. Από τη θέση σου βλέπεις πολύ περισσότερα από τους υπόλοιπους. Τη γνώση σου αυτή πρέπει να τη χρησιμοποιήσεις για να εμπνεύσεις, όχι για να μοιραστείς δήθεν αυθεντικά με τους άλλους τις αγωνίες σου. Ο ρόλος σου υπαγορεύει τη συμπεριφορά σου. Έχεις υποχρέωση να μην απογοητεύσεις αυτούς που προσβλέπουν σε σένα. Ο ηγέτης καθοδηγεί, δεν καλλιεργεί ηττοπάθεια• εμψυχώνει, δεν μεταφέρει απόγνωση.

Μα δεν πρέπει ο ηγέτης να περιγράφει τις δυσκολίες; Μήπως πρέπει να εξωραΐζει την πραγματικότητα; Να καλλιεργεί φρούδες ελπίδες; Όχι, βέβαια. Οι συγκλονιστικότερες στιγμές ενός ηγέτη, οι στιγμές που σφυρηλατεί δεσμούς εμπιστοσύνης με αυτούς που τον ακολουθούν, δεν είναι όταν ωραιοποιεί τα πράγματα, αλλά, αντιθέτως, όταν ονοματίζει τις δυσκολίες: Θυμηθείτε τον Τσόρτσιλ: «δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω παρά μόνο ιδρώτα, δάκρυα, και αίμα». Η ελπίδα δεν γεννάται με ενέσεις τεχνητής αισιοδοξίας, αλλά με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας. Χρέος του ηγέτη είναι να μας πείσει ότι μπορούμε να πιστεύουμε στις δυνάμεις μας, ακόμα κι όταν τα εμπόδια φαίνονται ανυπέρβλητα και το ηθικό μας κλονίζεται. Οι ηγέτες έχουν το ψυχικό σθένος του μαχητή• οι ψευδο-ηγέτες ομολογούν την ήττα τους την ώρα του πολέμου, μη διαθέτοντας, τουλάχιστον, τη γενναιότητα της παραίτησης από το αξίωμά τους. Θέλουν να είναι στρατηγοί στα εύκολα! Μένουν δήθεν από «εθνικό καθήκον», ενώ το μυαλό τους είναι στην πολιτική τους επιβίωση.

Η χώρα εν πολλοίς κυβερνάται από ανθρώπους που δεν πίστεψαν ποτέ σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το συμφέρον τους. Χρειάζεται πολύ σοφία για να συμπεράνει κανείς ότι, με τέτοιους στρατηγούς, είναι μάλλον απίθανο να κερδηθεί ο πόλεμος;


Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Το νερό της Φουκουσίμα


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011. Τα κύρια άρθρα του διεθνούς Τύπου αναφέρονται, φυσικά, στην πρωτοφανή κρίση του ευρώ. Οι πολυεθνικές εταιρίες, πάντοτε εχθρικές στις εκπλήξεις, εντάσσουν ήδη στα σχέδιά τους το σοβαρό ενδεχόμενο κατάργησης του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Η αβεβαιότητα και η αγωνία κυριαρχούν. Ποιο είναι το πρώτο θέμα στο ελλαδικό κανάλι με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση ειδήσεων; Η απουσία των κκ.Αβραμόπουλου και Δήμα από το υπουργικό συμβούλιο της ημέρας, ρεπορτάζ για το σχετικό παρασκήνιο και τα επικριτικά σχόλια «πράσινων» υπουργών, και, φυσικά, έμμεσες υποδείξεις στον πρωθυπουργό! Τέτοιας ποιότητας ΜΜΕ (στην «ευπρεπή» τους μάλιστα εκδοχή!) διαμορφώνουν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα…

Αν η αδυναμία της διάκρισης του μείζονος από το έλασσον, αποτέλεσμα μικρονοϊκής εσωστρέφειας, χαρακτηρίζει τη γλώσσα των πλείστων ελλαδικών ΜΜΕ, η ξεδιάντροπη υποκρισία διακρίνει τη γλώσσα των περισσότερων πολιτικών. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Ο Χρυσοχοϊδης διαπιστώνει εμβριθώς ότι «η πολιτική μας οδήγησε σε αδιέξοδο και εθνική ταπείνωση». Ο Πάγκαλος, σε μια δυσεύρετη στιγμή νηφαλιότητας, μας κοινοποιεί τη βαθυστόχαστη γνωμάτευση ότι «το Μνημόνιο απέτυχε γιατί εμείς αποτύχαμε». Η Γεννηματά, σε συζήτηση στη Βουλή για τα σκανδαλώδη δάνεια της Τράπεζας Αττικής στα δύο μεγάλα κόμματα με εγγύηση μελλοντικές κρατικές χορηγίες, δηλώνει πομπωδώς ότι η κρατική χρηματοδότηση είναι «απαραίτητη προκειμένου να θωρακίσουμε το πολιτικό σύστημα απέναντι σε φαινόμενα διαπλοκής»!

Τι διαπερνά τη γλώσσα αυτών των πολιτικών (και αναρίθμητων άλλων); Σωστά: είναι η γλώσσα της υποκρισίας και του αυτο-εξυπηρέτησης. Είναι καινούριο αυτό; Όχι, δεν είναι, αν και η ένταση του φαινομένου είναι μεταβλητή. Οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι, σε κάποιο βαθμό, να ψεύδονται, να αποκρύπτουν, και να συμπεριφέρονται καιροσκοπικά: απευθυνόμενοι σε διαφορετικά ακροατήρια, ωθούνται να λένε διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους∙ τους ενδιαφέρει να κατισχύσουν σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό παιχνίδι, γι αυτό μεταχειρίζονται τη γλώσσα «στρατηγικά»∙ είναι υποχρεωμένοι να υπερασπίζονται κοινές αξίες (π.χ. δημόσιο συμφέρον), τις απαιτήσεις των οποίων δεν μπορούν με συνέπεια να υπηρετήσουν στον πραγματικό κόσμο, αλλά πρέπει, ωστόσο, να εμφανίζονται ότι υπηρετούν!

Δείτε τη γλώσσα της Γεννηματά. Πρέπει να εμφανιστεί ρητορικά κατά της «διαπλοκής», αφού η διαπλοκή παραβιάζει την αξία της ισονομίας. Το κάνει με περισσή υποκρισία. Αφενός μεν αποσιωπά ότι έχει η ίδια ωφεληθεί από τη διαπλοκή (με ειδική ρύθμιση μετατάχθηκε από την Εθνική Τράπεζα, όπου είχε προσληφθεί, εντελώς αξιοκρατικά εννοείται, το 1986, στις υπηρεσίες της Βουλής, όπου μέχρι πρότινος «εργάζονταν»…), αφετέρου δε αποκρύπτει την κραυγαλέα διαπλοκή μεταξύ του κύριου δανειστή των κομμάτων (της κρατικής Αγροτικής Τράπεζας) και των κομμάτων εξουσίας. Ποιοί διετέλεσαν επί σειρά ετών διοικητές της ΑΤΕ; Ο κ.Λάμπρου, ταμίας κάποτε του ΠΑΣΟΚ, και ο κ.Μηλιάκος, κουμπάρος του Καραμανλή Β’. Η ρητορική κατά της «διαπλοκής» αποσκοπεί να αποκρύψει το φαινόμενο της διαπλοκής! Η υποκρισία είναι η βέλτιστη στρατηγική για έναν πολιτικάντη.

Εκτός από την υποκριτική υπάρχει και η καιροσκοπικά εργαλειακή χρήση της γλώσσας. Η γλώσσα εδώ σημαίνει ό,τι εγώ κάθε φορά θέλω να σημαίνει. Η ομιλία αποσυνδέεται από τον ομιλητή: οι εκάστοτε απόψεις του συνιστούν ανεξάρτητα στιγμιότυπα λόγου, ανάλογα με τη συγκυρία και τις αυτο-εξυπηρετικές προθέσεις του, χωρίς απαιτήσεις συνοχής μεταξύ τους. Ο καιροσκόπος λέει ό,τι κάθε φορά τον συμφέρει να πει. Οι χρήστες της καιροσκοπικά εργαλειακής γλώσσας δεν δεσμεύονται από προηγούμενες θέσεις τους, δεν θεωρούν ότι η μέχρι τώρα διαδρομή τους θέτει αιτήματα αφηγηματικής συνοχής και λογικής συνέπειας, γι αυτό και αισθάνονται ότι μπορούν να ασπάζονται οποιαδήποτε άποψη συγκυριακά τους εξυπηρετεί. Στην καλύτερη περίπτωση, εκλαμβάνουν το λόγο τους ως αφηρημένο επιχείρημα, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη εκφορά του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η γλώσσα των Χρυσοχοϊδη, Πάγκαλου και Βενιζέλου. Οι δύο πρώτοι καθίστανται αίφνης επικριτικοί σχολιαστές των πεπραγμένων της κυβέρνησης Παπανδρέου, στην οποία όχι μόνο συμμετείχαν αλλά όλες τις επιλογές τη οποίας ενθουσιωδώς υποστήριζαν! Ο Βενιζέλος εκφράστηκε ενθέρμως υπέρ του παπανδρεϊκού δημοψηφίσματος («λύτρωση», το χαρακτήρισε!), για να το αποκηρύξει με την ίδια θέρμη την επομένη! Ως καλός δικηγόρος αναλαμβάνει να υπερασπίσει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί ή τον εξυπηρετεί...

Οι χρήστες της καιροσκοπικά εργαλειακής γλώσσας ενδέχεται, ενίοτε, να λένε σωστά πράγματα, πλην όμως, υπάγοντας το λόγο τους στα καιροσκοπικά συμφέροντά τους, μειώνεται δραστικά η πειθώ τους. Γι αυτό έχουμε συχνά την αίσθηση ότι κενολογούν: ο λόγος τους είναι σκηνοθετημένος, δεν εναρμονίζεται με τις βαθύτερες πεποιθήσεις τους, αποσκοπεί σε καιροσκοπικό πλεονέκτημα.
Ο Χρυσοχοϊδης διακηρύσσει ότι «πρέπει επιτέλους να επανακτήσουμε ένα ηθικό πλεονέκτημα», δίχως να αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν αποκτάται με διακηρύξεις αλλά με πράξεις. Όποιος θέλει να πείσει για την εντιμότητά του, δεν τη διακηρύσσει - ζει έντιμα. Όποιος θέλει να αποκτήσει ηθικό πλεονέκτημα, δεν το διατρανώνει - επιβάλλει έγκαιρα στον εαυτό του αντίστοιχες συμπεριφορές, υπάγει το εγώ του σε κάτι ευρύτερο από αυτόν, και αναλαμβάνει το κόστος της μείωσης του καιροσκοπισμού του. Ο βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος της Ιαπωνίας, θέλοντας πρόσφατα να πείσει ότι το νερό της Φουκουσίμα είναι πλέον πόσιμο, το πίνει - δεν μας λέει απλώς ότι είναι πόσιμο.

Ο λόγος πείθει όταν συντονίζεται με την κοινή εμπειρία, που θα πει: όταν σαρκώνεται σε αντίστοιχες συμπεριφορές. Οι στυλοβάτες ενός φαύλου πολιτικού συστήματος αδυνατούν βεβαίως να το κατανοήσουν – τους λείπουν οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις…

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Καιροσκοπισμός, αξιοπιστία, και αξιοπρέπεια


Με τη βόρεια Ευρώπη μας χωρίζει χάσμα νοοτροπίας. Αυτά που γι αυτούς είναι σημαντικά, για μας δεν είναι, και αντιστρόφως. Ο δημόσιος βίος μας διαπερνάται από νοοτροπίες που κυρίως χαρακτηρίζουν μια τριτοκοσμική ή πρώην κομμουνιστική χώρα, όχι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Τα παραδείγματα είναι πολλά: άμετρη πόλωση και άνευ ορίων καιροσκοπισμός των κομμάτων• εθνικός κουτσαβακισμός• συχνή αδυναμία επιβολής της νόμιμης κρατικής εξουσίας και, άρα, περιορισμένη κυβερνησιμότητα της χώρας• αναξιοπιστία.. Δείτε, ενδεικτικά, το τελευταίο.

Στο εξωτερικό, η Ελλάδα κατέστη συνώνυμο της αναξιοπιστίας. Την περασμένη δεκαετία κάναμε ένα άλμα: από γραφικοί Ζορμπάδες και πονηροί λαθρεπιβάτες αποκτήσαμε τη φήμη ξεδιάντροπου απατεώνα, μετά τη γελοία «απογραφή» Αλογοσκούφη, τις αθλιότητες με τα «Greek statistics», την απρόθυμη υλοποίηση του Μνημονίου, και, η κορύφωση όλων, το φιάσκο του δημοψηφίσματος. Στα μάτια των εταίρων μας η Ελλάδα δεν συνιστά μια περίπτωση χώρας με την οποία προβλέψιμα μπορείς να συναλλάσσεσαι, αλλά έναν καιροσκόπο που αδυνατείς να εμπιστευθείς.

Αν κυβερνάς ή φιλοδοξείς να κυβερνήσεις, αντιμετωπίζεις ένα καυτό πρόβλημα: την υψηλή αναξιοπιστία της χώρας. Αυτή η αναξιοπιστία ώθησε τους δανειστές μας να ζητούν έγγραφες δεσμεύσεις από τα κόμματα εξουσίας ότι θα εφαρμόσουν την οικονομική πολιτική που απορρέει από τις δανειακές συμβάσεις που έχουμε υπογράψει. Ο Σαμαράς μέχρι πρόσφατα ανθίστατο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με τον τρόπο που έχει μάθει εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια – τον εθνολαϊκιστικό λεονταρισμό. Είναι θέμα «εθνικής αξιοπρέπειας», έλεγε.

Προσέξτε πόσο ο εθνολαϊκισμός, σταθερή αξία του πολιτικού παιγνίου, εκτρέπει την ορθολογική αναζήτηση στρατηγικής για την επιβίωση της χώρας, σε ψευδο-πατριωτική προάσπιση της «αξιοπρέπειάς» της. Ο πραγματισμός υποχωρεί χάριν μιας, με εγχώρια υλικά, φαντασιακής κατασκευής. Ο ρόλος του θύματος, ο κυρίαρχος τρόπος αυτοκατανόησης που διαπερνά το νεοελληνικό φαντασιακό, μας είναι οικείος και βολικός. Λησμονείται ότι η εθνική αξιοπρέπεια δεν προκύπτει από μόνη της, αλλά κερδίζεται - υπάρχουν προαπαιτούμενα για την επίτευξή της.

Οι εθνολαϊκιστές, εν μέρει από ιδιοτέλεια, εν μέρει από ιδεοληψία, παραβλέπουν ότι οι «πατριωτικές» τους κορώνες είναι άσφαιρα πυρά. Οι υπεύθυνοι κυβερνήτες οφείλουν να ενεργούν με τρόπο που προάγεται η αξιοπιστία της χώρας, αφού η αξιοπιστία θα μας ενισχύσει διαπραγματευτικά και θα συμβάλλει στην επίτευξη ευνοϊκών αποτελεσμάτων που, βαθμιαία, θα μας καταστήσουν διεθνώς υπολογίσιμους και σεβαστούς. Με άλλα λόγια, αν σε ενδιαφέρει πράγματι η αξιοπρέπεια, τότε εσύ πρώτος αναλαμβάνεις δεσμεύσεις, αυτο-περιορίζεσαι, διότι θέλεις να μεταβάλλεις τις προσδοκίες των άλλων παικτών σχετικά με τις μελλοντικές κινήσεις σου. Αλλά για να το κάνεις αυτό πρέπει να διαθέτεις στρατηγική σκέψη, η οποία δεν αποκτάται με πλειοδοσία υποσχέσεων στο πόπολο, αλλά με το ακριβώς αντίθετό της: τη μονομερή στέρηση βαθμών ελευθερίας από τον εαυτό σου. Η οικειοθελής μείωση της καιροσκοπικής σου ικανότητας (αυτό είναι η δέσμευση), προσδίδει αξιοπιστία στις στρατηγικές κινήσεις σου: το κόστος που επωμίζεσαι με τη μονομερή μείωση των επιλογών σου, κάνει τους άλλους να πιστεύουν ότι εννοείς αυτά που λες.

Ότι ο Σαμαράς, ως μελλοντικός πιθανός πρωθυπουργός, δεσμεύτηκε με την επιστολή του μετά από πίεση των δανειστών, καθιστά την κίνησή του άνευ σημασίας στρατηγικά, αφού δεν είχε αυτός το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης, εντασσόμενη σε ένα σχέδιο να αλλάξει τις προσδοκίες των δανειστών. Διαπραγματευτικά ενισχύονται οι δανειστές (αφού επέβαλλαν τους όρους τους) και, φυσικά, μειώνεται η αξιοπιστία του, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την «αντιμνημονιακή» στρατηγική του. Από το «δεν συναινώ σε λάθος συνταγή» προσχώρησε στην υιοθέτηση των όρων των δανειστών, προσποιούμενος ότι «οι σταθερές θέσεις του δικαιώνονται» (!), ακριβώς όπως ο Παπανδρέου, μετά την εξευτελιστική παραίτησή του, καμώνεται ότι όλα επράχθησαν καλώς!

Η απόκρυψη και η παραπλάνηση είναι συστημικά γνωρίσματα ενός πολιτικού παιγνίου που επί δεκαετίες έχει θεμελιωθεί στην καιροσκοπική απόκτηση πλεονεκτήματος. Με αυτό τον τρόπο, φυσικά, η γλώσσα συσκοτίζει την πραγματικότητα και η αναξιοπιστία-υποκρισία των πολιτικών εντείνεται. Ωστόσο, στη μετα-οθωμανική πολιτική κουλτούρα μας, ουδείς αμφισβητεί τους αρχηγούς για την αναξιοπιστία τους, ενώ όσοι ξεφεύγουν από το μαντρί (όπως ο Μόσσιαλος, διαφοροποιούμενος από τον Παπανδρέου) εγκαλούνται για «προδοσία» και «πατροκτονία»! Οι επιμεριστικές αναφορές (π.χ. στην υποχρέωση στον ευεργέτη) υπερισχύουν των καθολικών αντιλήψεων (τι είναι καλό για τη χώρα;).

Το περίφημο «conflict of loyalties» του Σερ Τζεφρι Χάου, στην κλασική ομιλία παραίτησής του από τη θέση αναπληρωτή πρωθυπουργού της Βρετανίας το 1990, στην Ελλάδα επιλύεται με το γνωστό τρόπο: την υποταγή στον αρχηγό-πασά. Έχει ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον ότι αυτοί που κυρίως ρητορεύουν για αξιοπρέπεια δεν διστάζουν να εξευτελίζονται με τις παλινωδίες τους! Ο Βενιζέλος θα μπορούσε να κάνει κάποια διάλεξη και επ΄ αυτού, έχοντας μάθει καλά την τέχνη - τόσο του καιροσκοπισμού, όσο και της παραπλάνησης.

Άνθρωποι που το μόνο που έμαθαν στη ζωή τους είναι να προάγουν καιροσκοπικά τα συμφέροντά τους (κομματικά, φατριαστικά, προσωπικά) δεν μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν την ικανότητα του εθνικά σκεπτόμενου στρατηγικού παίκτη. Ο καιροσκόπος ναρκισσιστής δεν έχει μάθει να επιλέγει, ενοχλείται όταν δεσμεύεται, τα θέλει όλα δικά του. Αλλάζει θέσεις με την ίδια ευκολία που κάνει ρουσφέτια, πιστεύοντας, ο πονηρός, ότι δεν γίνεται αντιληπτός. Φυσικά, έχει λόγο που το κάνει – στη γραφική μας χώρα υπάρχει πάντοτε μια κρίσιμη μάζα ιδιοτελών, αφελών, και ιδεοληπτικών…