Σάββατο, 27 Οκτωβρίου 2007

Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα


Αν η τέχνη της πολιτικής είναι, μεταξύ άλλων, η αποφυγή του αυτο-εγκλωβισμού, το ΠΑΣΟΚ σίγουρα δεν την κατέχει. Όποιος από τους δύο κύριους διεκδικητές της ηγεσίας του κόμματος κι αν εκλεγεί, το ΠΑΣΟΚ θα έχει αυτο-παγιδευτεί. Ιδού γιατί.

Ο Γιώργος Παπανδρέου διαθέτει τα σωστά ανανεωτικά ένστικτα, αλλά απέδειξε ότι του λείπουν η στρατηγική, η αυτοπεποίθηση και η ευθυκρισία. Πρόκειται για θεμελιώδη ηγετικά μειονεκτήματα, τα οποία ακυρώνουν τις καλύτερες των προθέσεων. Σε αντίθεση με τον Τόνι Μπλερ, που από την πρώτη στιγμή κατάλαβε ότι μόνο ένα Νέο Εργατικό Κόμμα θα είχε την πιθανότητα εκλογικής επιτυχίας και εργάσθηκε μεθοδικά για τη δημιουργία του, ο κ.Παπανδρέου παλινδρομούσε, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μεταξύ του παλαιοπασοκικού λαϊκισμού και ενός ελπιδοφόρου μεν, πλην αβαθούς, νεωτερισμού. Το βλέπουμε και σήμερα, την επαύριο μιας οδυνηρής ήττας: ο παπανδρεϊκός λόγος αναφέρεται απροσδιόριστα στην «επανίδρυση του ΠΑΣΟΚ» ενώ, συγχρόνως, διακηρύσσει «επιστροφή στις ρίζες», το κατ’ εξοχήν σύνθημα των αμήχανων ηγετών. Θέλει και το (ασαφές) νέο και το (γνωστό) παλαιό. Συντάσσεται και με τον Γιόσκα Φίσερ και με τον Κώστα Λαλιώτη! Και με τον Κλίντον και με τον Τσοβόλα!

Σε ανύποπτο χρόνο, ο κ.Παπανδρέου παραδέχθηκε ότι, αν δεν ήταν πολιτικός, θα ήθελε να ηγείται Μη Κυβερνητικής Οργάνωσης. Αν τον παρατηρήσετε προσεκτικά θα δείτε ότι εκεί είναι πραγματικά η καρδιά του, και γι αυτό θυμίζει περισσότερο τον Μπομπ Γκέλντοφ παρά έναν εν δυνάμει πρωθυπουργό. Ο κ.Παπανδρέου, αποδέκτης της συλλογικής φαντασίωσης για ένα ΠΑΣΟΚ που δεν θα εγκαταλείψει το παπανδρεϊκό λίκνο, δεν έχει το σθένος να μετατρέψει τη φαντασίωση αυτή σε δύναμη χειραφέτησης από τον ιδρυτή του κόμματος. Ο υιός Παπανδρέου δεν διαθέτει την απαιτούμενη αυτοπεποίθηση, ίσως επειδή ουδέποτε ξέφυγε από τη σκιά του πατέρα του. Δεν είναι η ρητορική του ικανότητα το πρόβλημα, αλλά ότι δεν έχει βρει τη δική του φωνή. Δεν πείθει, όχι γιατί δεν μιλάει καλά, αλλά γιατί δεν είναι ο ίδιος βαθιά πεπεισμένος για τις επιλογές του. Παλινωδεί γιατί δεν διαθέτει ένα ισχυρό, αυτοφυές πολιτικό ένστικτο που θα του επέτρεπε τη διακινδύνευση. Θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το ΠΑΣΟΚ μόνο αν διέπραττε συμβολική πατροκτονία, αλλά η συνθλιπτική παρουσία του πατρικού προτύπου, το οποίο δεν παύει να επικαλείται στις κρίσιμες στιγμές, δεν του το επιτρέπει.


Αν ο κ.Παπανδρέου δεν βρήκε την πολιτική του φωνή, ο κ.Βενιζέλος αρέσκεται να ακούει τη δική του. Ανθρωπος ευφυής και ικανός, ο Θεσσαλονικός βουλευτής διακρίνεται για την αχαλίνωτη φιλοδοξία του. Το πρόβλημα με τη φιλοδοξία των ικανών είναι ότι, αν αυτή δεν υπηρετεί ένα ευρύτερο όραμα κι αν δεν διέπεται από ευδιάκριτες αρχές, δεν γίνεται δύναμη συσπείρωσης και αλλαγής, αλλά η προωθητική ενέργεια εγωκεντρικών επιδιώξεων. Η ηγετική επάρκεια δεν είναι μόνο θέμα ευφυίας ή ρητορικής δεινότητας, αλλά, κυρίως, θέμα αξιών, αίσθησης προτεραιοτήτων και διάθεσης ανάληψης κινδύνων. Ο κ.Βενιζέλος θέλει να ηγηθεί του ΠΑΣΟΚ και θεωρεί ότι, λόγω ευφυίας ίσως, η χώρα του χρωστά την πρωθυπουργία, χωρίς ο ίδιος να επιδιώκει να πείσει ότι φέρνει κάτι καινούριο για το οποίο είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει. Το κείμενο θέσεων που κυκλοφόρησε, φέρει την προσωπική του σφραγίδα: βερμπαλιστικό, κοινότοπο, αοριστολογικό.

Δεν αντιπαρατέθηκε ποτέ στον πρωτόγονο εθνολαϊκισμό των συμπολιτών του κκ.Ψωμιάδη και Ανθιμου. Συνεχίζοντας μια μακρά παράδοση πελατειακού λαϊκισμού, χάρισε το 2001, ως υπουργός Πολιτισμού, τα χρέη του ΠΑΟΚ και του «Αρη» στο Δημόσιο, ύψους πάνω από 10 δισ. δραχμές. Δεν συντάχθηκε με την απάλειψη του θρησκεύματος από τις ταυτότητες το 2000, λέει όχι στην κατάργηση της μονιμότητας των νεοπροσλαμβανομένων στις ΔΕΚΟ, όχι στη θέσπιση της βάσης του 10 για εισαγωγή στα Πανεπιστήμια, όχι στην ιδιωτικοποίηση της Ολυμπιακής, όχι στην τροποποίηση του νόμου για το πανεπιστημιακό άσυλο, όχι στην αναθεώρηση του άρθρου 16, όχι στο διαχωρισμό της Εκκλησίας από το κράτος. Και φυσικά πρότεινε μια κλασικά «βενιζέλειο λύση» για το επίμαχο βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού: να μην αποσυρθεί το βιβλίο αλλά να πλαισιωθεί και από ένα δεύτερο με διαφορετική άποψη! Κατά τον κ.Βενιζέλο, το «πολυσυλλετικό» ΠΑΣΟΚ πρέπει να λέει ναι σε όλα γιατί εκτιμά, εσφαλμένα, ότι αυτό περιμένει η κοινωνία. Προτιμά να «ισορροπεί» για να μη δυσαρεστήσει κανένα. Κι όταν αναγκάζεται να πάρει θέση, υπερασπίζεται την ακινησία.

Οποιος κι αν εκλεγεί αρχηγός του ΠΑΣΟΚ στις 11 Νοεμβρίου, το ΠΑΣΟΚ θα βγεί χαμένο. Ο κ.Παπανδρέου δεν μπορεί να πείσει. Ο κ.Βενιζέλος δεν θέλει να αλλάξει τίποτα. Κανείς τους δεν διακινδυνεύει κάτι. Ένας παρακμιακός κομματικός οργανισμός που λειτούργησε περισσότερο ως μηχανισμός εξουσίας, παρά ως πολιτικό σώμα, το ΠΑΣΟΚ δεν διαθέτει την ικανότητα να βουλεύεται. Αρκείται να συντηρεί τους μύθους του και απωθεί συστηματικά το ζωτικής σημασίας δίλημμα: μεταρρυθμιστική ή λαϊκιστική κεντροαριστερά; Ριζοσπαστική και αξιόπιστη ανανέωση ή καταπραϋντική αναπαλαίωση; Σε μια δεκαετία από τώρα ένας άλλος ηγέτης ίσως δώσει την απάντηση. Ο Τόνι Μπλερ του ΠΑΣΟΚ, αν υπάρχει, δεν είναι υποψήφιος σε αυτές τις εκλογές.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 27 Οκτωβρίου 2007

Ζητείται ελπίδα


Δεν θα κουραστώ να το γράφω: όλα μας τα προβλήματα προέρχονται από το εξής ένα – το προβληματικό πολιτικό μας σύστημα. Η πολιτική υποτίθεται ότι είναι η διαχείριση των κοινών μας υποθέσεων. Όταν η διαχείριση αυτή είναι αναποτελεσματική, τα προβλήματα συσσωρεύονται και, συνακόλουθα, η ποιότητα της ζωής μας απομειώνεται. Το επιβεβαιώνουν και οι σχετικές έρευνες: η ποιότητα της δημοκρατίας συνδέεται με την ευμάρεια μιας χώρας και το γενικότερο επίπεδο ζωής των κατοίκων της.

Το ελληνικό πολιτικό σύστημα αποφεύγει συστηματικά να αναμετρηθεί με τα πολλά και χρόνια προβλήματα της χώρας. Αναβάλλει διαρκώς την αντιμετώπισή τους, με αποτέλεσμα αυτά να επιδεινώνονται, και το κόστος της μη έγκαιρης αντιμετώπισή τους να πολλαπλασιάζεται. Με αυτή τη συμπεριφορά, αν το κράτος ήταν επιχείρηση θα είχε σίγουρα φαλιρίσει.


Πάρτε, για παράδειγμα, το ασφαλιστικό. Το πρόβλημα είναι γνωστό εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον. Αναβάλλουμε, όμως, διαρκώς τη συστηματική αντιμετώπισή του με αποτέλεσμα να αυξάνονται τα ελλείμματα των Ταμείων, ενώ φυσικά ο πληθυσμός γερνάει και ο λόγος απασχολουμένων προς συνταξιοδοτούμενους χειροτερεύει.


Η αξιολόγηση των καθηγητών μέσης εκπαίδευσης αναγνωρίζεται από όλους ότι θα συντείνει στην αναβάθμιση της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου. Σήμερα, όσο κακός κι αν είσαι στη δουλειά σου ως εκπαιδευτικός κανείς δεν θα σου ζητήσει το λόγο, ούτε θα σου δώσει κίνητρα (πόσο μάλλον να σε υποχρεώσει) να βελτιωθείς. Εδώ και είκοσι χρόνια, καμία κυβέρνηση δεν τολμά να κάνει το αυτονόητο – να καθιερώσει την αξιολόγηση και να τη συναρτήσει με τη σταδιοδρομία των καθηγητών.


Το κυκλοφοριακό έχει απίστευτα χειροτερέψει στην Αθήνα, αλλά καμία κυβέρνηση, κανένα κόμμα και κανένας δήμαρχος δεν προτείνει κάτι ρηξικέλευθο, όπως λ.χ. τη θέσπιση διοδίων στο κέντρο της πόλης. Η κοινή εμπειρία και οι ειδικοί επισημαίνουν ότι το σύστημα «μονών-ζυγών» έχει πλέον χρεοκοπήσει ως μηχανισμός περιορισμού της κυκλοφορίας αυτοκινήτων στο κέντρο της Αθήνας, αλλά κανένας υπουργός Μεταφορών δεν τολμά να το αντικαταστήσει με κάτι άλλο.


Τα κερδοσκοπικά ιδρύματα παροχής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχουν πολλαπλασιασθεί, ιδιαίτερα την τελευταία εικοσαετία. Το πεδίο όμως παραμένει αρρύθμιστο, το κράτος δεν θέτει κριτήρια ποιότητας. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το κρατικό μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης παραμένει σε ισχύ. Προσέξτε τον τραγέλαφο: από τη μια μεριά μόνο το κράτος δικαιούται να χορηγεί πτυχία ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ, από την άλλη, το κράτος δεν ασκεί τον ρυθμιστικό του ρόλο στην παροχή ανώτατης εκπαίδευσης από μη κρατικούς φορείς. Αφήνοντας το τοπίο αρρύθμιστο, το κράτος πετυχαίνει ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που το κρατικό μονοπώλιο επιδιώκει: κάθε είδους κερδοσκοπικό ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, συμβεβλημένο με ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, θα μπορεί, μετά την πρόσφατη κοινοτική οδηγία, να χορηγεί πτυχία, οι κάτοχοι των οποίων, από την άποψη των επαγγελματικών δικαιωμάτων, δεν θα διαφέρουν σε τίποτα από αποφοίτους κρατικών πανεπιστημίων.


Πως τα καταφέρνουμε έτσι; Γιατί οι πολιτικοί μας στρουθοκαμηλίζουν; Γιατί αποστρέφουν το πρόσωπο από τα πολλά και καυτά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε; Η εξήγηση είναι απλή. Το πολιτικό μας σύστημα πάσχει από αθεράπευτο λαϊκισμό και είναι όμηρος επιμέρους προσοδοθηρικών (συντεχνιακών) συμφερόντων. Η εκάστοτε κυβέρνηση πρέπει να συγκρουστεί με συντεχνιακές αντιλήψεις, να πολεμήσει επιμέρους συμφέροντα και λαϊκιστικές νοοτροπίες, πράγμα το οποίο κοστίζει στον βραχυχρόνιο, και μιντιακώς ευαίσθητο, πολιτικό κύκλο στον οποίο κινείται. Οπότε τι κάνει; Μελετά, ανακοινώνει, υπόσχεται, προσποιείται ότι δρα – με δύο λόγια, διαρκώς αναβάλλει. Η αναβολή συνήθως λήγει όταν μας υποχρεώσουν οι Βρυξέλλες να ασχοληθούμε στα σοβαρά με τα προβλήματά μας, όπως στην προκειμένη περίπτωση με το ασφαλιστικό και με τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ελληνικών κολεγίων. Όπου ένας τρίτος δεν μας υποχρεώνει να κάνουμε κάτι, αφήνουμε τα προβλήματα να σέρνονται και, φυσικά, να επιδεινώνονται.


Στην Ελλάδα το βραχυχρόνιο εκτοπίζει το μακροχρόνιο, το λαϊκιστικό αίτημα έχει αυξημένη βαρύτητα έναντι της ορθολογικής ανάλυσης, ο συντεχνιακός τσαμπουκάς κερδίζει το δημόσιο συμφέρον, και η φαντασίωση επικρατεί της ψύχραιμης αποτίμησης. Οι πολιτικοί μας δεν παίρνουν ρίσκα, η διαχείριση της επικοινωνίας έχει υποκαταστήσει τη διαχείριση των προβλημάτων, και η κύρια μέριμνα των πολιτικών εντολοδόχων μας είναι η επανεκλογή τους. Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι οι πολιτικοί δεν αισθάνονται ότι είναι υπόλογοι για τις επιδόσεις τους σε κανέναν (ούτε καν στο ίδιο τους το κόμμα) και δεν έχουν κανένα κίνητρο να γίνουν καλύεροι. Βλέποντας οι πολίτες ότι η πολιτική κυρίως υπάρχει για τους πολιτικούς, αναζητούν ιδιωτικές λύσεις σε συλλογικά προβλήματα, οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, είναι υποβέλτιστες και επιδεινώνουν τα συλλογικά προβλήματα (π.χ. κυκλοφοριακό).


Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα να αισθάνεσαι ότι δεν υπάρχει ελπίδα και, φοβάμαι, ότι αυτό ακριβώς είναι το αίσθημα όλο και περισσότερων πολιτών, ιδιαίτερα νέων, στην Ελλάδα σήμερα.

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στο Κέρδος στις 27 Οκτωβρίου 2007

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2007

Τελικά, τι είναι το πανεπιστήμιο;


Συχνά οι πολιτικοί μιλούν για την παγκοσμιοποίηση, σπάνια όμως δείχνουν ότι την κατανοούν. Σε έναν υπερεθνικό οικονομικό-κοινωνικό χώρο, όπως είναι η ΕΕ, δεν είναι μόνο το κεφάλαιο, η εργασία, και τα προϊόντα αυτά που διακινούνται ελεύθερα, αλλά και τα εκπαιδευτικά αγαθά. Στο μέτρο που μια κύρια ευρωπαϊκή γλώσσα (κυρίως η αγγλική) χρησιμοποιείται ευρύτατα, οι σύγχρονες τεχνολογίες επικοινωνίας ενώνουν τους ανθρώπους, και τα αεροπορικά ταξίδια μειώνουν σημαντικά τις αποστάσεις, έχουμε τις βασικές προϋποθέσεις για την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών οπουδήποτε στην ΕΕ. Το μοντέλο ήδη υπάρχει εδώ και αρκετές δεκαετίες με τα δημόσια Ανοιχτά Πανεπιστήμια (ΑΠ) και τις εξ αποστάσεως υπηρεσίες που παρέχουν σε φοιτητές διάσπαρτους σε όλο τον κόσμο.

Το μοντέλο αυτό διευρύνεται σημαντικά στο δικτυακό κόσμο. Όπως ένα ΑΠ λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό εξ αποστάσεως, έτσι κι ένα συμβατικό ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο μπορεί να δραστηριοποιείται σε διαφορετικές χώρες. Ένα μεγάλο μέρος των μαθημάτων μπορεί να γίνεται εξ αποστάσεως, όπως στα ΑΠ. Ένα άλλο μέρος από τους καθηγητές του, οι οποίοι μπορούν άνετα να ταξιδεύουν στις χώρες υποδοχής. Κι ένα άλλο μέρος από τοπικούς tutors, οι οποίοι αναλαμβάνουν υποστηρικτικής σημασίας διδακτικές και συμβουλευτικές δραστηριότητες.

Είναι αυτό πανεπιστήμιο; Γιατί όχι; Τι είναι ένα πανεπιστήμιο; Τα κτίρια, μήπως; Όχι βέβαια. Οι υποδομές του; Ναι, αλλά, σήμερα, μπορώ να ζω στην Αθήνα και να χρησιμοποιώ τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Γουόρικ στην Αγγλία σχεδόν σα να ήμουν εκεί. Οι καθηγητές; Φυσικά, γι αυτό και ταξιδεύουν στους χώρους διδασκαλίας, και είναι διαθέσιμοι τηλεφωνικώς και ηλεκτρονικώς. Οι φοιτητές; Βεβαίως, αν και δεν είναι απαραίτητο να είναι όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Στον βιρτουαλικό κόσμο, το πανεπιστήμιο αποκτά, εν δυνάμει, δικτυακή δομή. Σημασία έχει περισσότερο η νοοτροπία και το ήθος που καλλιεργεί, και λιγότερο η φυσική του παρουσία.

Οι εγχώριες οπισθοδρομικές συντεχνίες δεν τα αντιλαμβάνονται αυτά. Το «κλειστό» σύμπαν τους απαρτίζεται από φαντασιώσεις, όχι απεικονίσεις του πραγματικού κόσμου. Μάχονται τις συνεργασίες ξένων πανεπιστημίων με τοπικούς ιδιωτικούς φορείς, όπως οι Λουδίτες μάχονταν, στον 19ο αιώνα, τις μηχανές στα εργοστάσια. Υπερασπίζονται το κρατικό μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης με την ίδια θέρμη που, είκοσι χρόνια πριν, οι τότε οπισθοδρομικοί υπερασπίζονταν την κρατική ραδιοφωνία και τηλεόραση. Η συζήτηση για το άρθρο 16 είναι τόσο αναχρονιστική, όσο η διαμάχη για την απάλειψη του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Τι νόημα έχει το κρατικό μονοπώλιο όταν η ΕΕ αναγνωρίζει τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων ελληνικών παραρτημάτων ευρωπαϊκών ΑΕΙ; Όταν ένα μη κρατικό πανεπιστήμιο κερδίζει την αναγνώριση επίσημα από διεθνείς επιστημονικές ενώσεις και ανεπίσημα από την αγορά; Όταν στο διαδικτυακό κόσμο η γνώση είναι διάσπαρτη; Πως καταφέρνουμε να αναδεικνύουμε θέματα που καμία άλλη χώρα δεν συζητά σε θέματα μείζονος σημασίας;

Συντετμημένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 26 Οκτωβρίου 2007

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

Η «αυτοκριτική» της νομενκλατούρας


Η «αυτοκριτική» του Γ. Παπανδρέου, στην πρόσφατη συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ (6-7 Οκτωβρίου 2007), για τον τρόπο που πολιτεύθηκε ως ηγέτης του κόμματός του εξαντλήθηκε είτε στη χρήση μιας διαπιστωτικής γλώσσας (μίλησε, δηλαδή, σαν παρατηρητής για το τι έγινε και τι δεν έγινε), είτε προσποιήθηκε την αυθεντικότητα στο λόγο του στρέφοντας τα βέλη της κριτικής (και) πάνω του. Το αποτέλεσμα, όμως, δεν ήταν πειστικό γιατί το χάσμα λόγων και έργων δεν παρήγαγε αυθεντική αυτοκριτική. Τα βέλη δεν ήταν πραγματικά. Η αυτοκριτική ήταν «εικόνα», όχι ουσία.


Ο κ.Παπανδρέου δεν ανέλαβε την ευθύνη για το χειρότερο τα τελευταία είκοσι χρόνια εκλογικό αποτέλεσμα του ΠΑΣΟΚ με τον τρόπο που αναμένεται από τους φορείς έλλογης εξουσίας, δηλαδή παραιτούμενος, αλλά δήλωσε ότι και αυτός και άλλα στελέχη έχουν ευθύνες. Προσέξετε, όμως: δηλώνει ότι αναλαμβάνει ευθύνες, δεν αναλαμβάνει όντως τις ευθύνες - δεν ευθυγραμμίζει τις πράξεις του με τα λόγια του. Δηλώνει ότι δεν είναι εξουσιομανής, αλλά παραμένει επικεφαλής του κόμματός του. Δηλώνει ότι το κόμμα πρέπει να αποβάλλει τη νοοτροπία του καθεστωτισμού, αλλά ο ίδιος είναι μέρος του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ από το 1981. Δηλώνει υπέρ της αξιοκρατίας, αλλά ο ίδιος είναι μέλος πολιτικής δυναστείας. Δηλώνει γενικά ότι έχει και αυτός ευθύνες, αλλά δεν τις εντοπίζει με συγκεκριμένο τρόπο, γι αυτό και δεν μεταμελείται γι αυτές: δεν μας μιλάει λ.χ. για τις δικές του εσφαλμένες επιλογές, όπως η τοποθέτηση της υπερνομάρχου Αθηνών-Πειραιώς κυρίας Γεννηματά στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας και ο επονείδιστος χειρισμός του θέματος που ανέκυψε.


Ο ηγέτης, εξ ορισμού, δεν είναι παρατηρητής στα δρώμενα του οργανισμού, γι αυτό και δεν πρέπει να αρκείται σε διαπιστώσεις και σχόλια για τις κακές επιδόσεις. Ο ηγέτης, πρωτίστως, είναι ο κυριότερος συμμέτοχος στα δρώμενα και, άρα, με τη συμπεριφορά του - όχι απλώς με τις δηλώσεις του - επηρεάζει τα δρώμενα. Αν ο ηγέτης ενός προβληματικού οργανισμού π.χ. δηλώσει ότι «αναλαμβάνει την ευθύνη» για τις κακές επιδόσεις, αυτό δεν ισοδυναμεί με την πραγματική ανάληψη της ευθύνης. Στο μέτρο που είναι μια δήλωση και μόνον, δεν είναι τίποτα παραπάνω από λόγια, όπως ακριβώς ένας άνθρωπος που δηλώνει ότι είναι ειλικρινής δεν είναι απαραίτητα πιστευτός αν η ειλικρίνεια δεν φαίνεται στη συμπεριφορά του. Πειθόμαστε ότι ένας ηγέτης αναλαμβάνει όντως την ευθύνη όταν το δείχνει εμπράκτως, όταν δηλαδή η συμπεριφορά του ενσαρκώνει αυτά που επαγγέλλεται. Τότε ο λόγος του αποκτά αυθεντικότητα και, φυσικά, πειστικότητα.


Τη γλώσσα του παρατηρητή μετέρχονται και τα περισσότερα ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ για να κάνουν την «αυτοκριτική» τους. Δηλώνουν ότι πρέπει το κόμμα να αλλάξει ριζικά, να «αναλάβουν όλοι τις ευθύνες τους», και γενικώς εκστομίζουν διάφορες πολιτικώς ορθές κοινοτοπίες, αλλά κανείς τους δεν αναλαμβάνει εμπράκτως συγκεκριμένες ευθύνες. Μιλάνε για ευθύνες, δεν τις αναλαμβάνουν. ΄Η μάλλον, καλύτερα, μιλάνε για ευθύνες, ακριβώς για μην τις αναλάβουν!

Η κυρία Παπανδρέου παρατηρεί ότι κάποιοι «έφτιαξαν περιουσίες» στο καθεστωτικό ΠΑΣΟΚ, αλλά η ίδια δεν αντέδρασε ποτέ δημοσίως όταν αυτό συνέβαινε, ούτε αρνείται τώρα να συνυπάρχει στο ίδιο κόμμα με τους διεφθαρμένους συντρόφους της. Δεν αναγνωρίζει, δηλαδή, ότι η ανοχή της συνιστά τη δική της ευθύνη. Ο κ.Παπουτσής δηλώνει ότι δεν πρέπει «να αποφύγουμε την αυτοκριτική» αλλά, φυσικά, αυτή η αυτοκριτική αφορά τους άλλους, όχι τον ίδιο – τον επί μακρόν συνωστιζόμενο στην πολυάριθμη αυλή του Ανδρέα Παπανδρέου. Ο κ.Χρυσοχοϊδης ορθά διαπιστώνει ότι το ΠΑΣΟΚ διακρίνεται από «αδυναμία σκέψης, αμήχανη πολιτική, άτολμη δράση», αλλά παρακάμπτει τη δική του ατολμία να εμμείνει στη δημοσίως εκπεφρασμένη άποψή του για την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 16. (Σε πρόσφατη συνέντευξή του δήλωσε ότι θεωρεί την αναθεώρηση του άρθρου 16 «πλέον ανεπίκαιρη»!). Προσέξτε το γενικότερο μοτίβο: κάποιοι άλλοι έχουν ευθύνες και πρέπει να αλλάξουν, εμείς όχι. Γενικεύστε αυτή τη συμπεριφορά και έχετε τη σημαντικότερη, ίσως, όψη της κρίσης στο ΠΑΣΟΚ. Το μόνο που δεν μας είπαν είναι ότι, τελικά, την κύρια ευθύνη την έχει το εκλογικό σώμα που με την ανωριμότητά του δεν επέστρεψε το ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση!


Η δήθεν αυτοκριτική γλώσσα της ηγετικής ομάδας του ΠΑΣΟΚ είναι η ξύλινη γλώσσα μιας παρακμιακής κομματικής γραφειοκρατίας που δεν αντιλαμβάνεται (και, φυσικά, δεν αναδέχεται) την ηθική της ευθύνης. Στο δοκίμιό του «Πολιτική και Συνείδηση», ο Βάτσλαβ Χάβελ, τονίζει εμφατικά ότι πρέπει «να τοποθετούμε την ηθική πάνω από την πολιτική και την ευθύνη πάνω από τις επιθυμίες μας», προκειμένου να «δώσουμε περιεχόμενο στην ομιλία μας» και νόημα στην πολιτική μας κοινότητα. Η πολιτική, λέει ο Χάβελ, δεν εκπίπτει στην «πολιτική του Μηχανισμού» - δηλαδή, σε τεχνολογία χειραγώγησης – όταν καθίσταται η «πολιτική της πρακτικής ηθικής», της αλήθειας και της ευθύνης. Η «πράσινη» νομενκλατούρα, μη διαθέτοντας το λεξιλόγιο της ευθύνης, ομφαλοσκοπεί σχολιάζοντας την κρίση της. Θα έχει άφθονο χρόνο μπροστά της να το κάνει με άνεση.


Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 14 Οκτωβρίου 2007

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Πρέπει να στραφεί το ΠΑΣΟΚ αριστερά;


Η αντίδραση αρκετών αρθρογράφων και στελεχών του ΠΑΣΟΚ στην πρόσφατη οδυνηρή εκλογική ήττα του ήταν ότι το ΠΑΣΟΚ πρέπει να «στραφεί αριστερά». Η άποψη που τείνει να κυριαρχήσει είναι η εξής: Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της ηγεσίας από τον Κ. Σημίτη το 1996, το ΠΑΣΟΚ άρχισε να αλλοιώνει τη φυσιογνωμία του και να υιοθετεί μια όλο και πιο δεξιόστροφη πολιτική. Μετακινήθηκε, ως εκ τούτου, προς τα δεξιά και άφησε ζωτικό χώρο ακάλυπτο στα αριστερά του, τον οποίο κάλυψαν τα δύο μικρά αριστερά κόμματα. Για να αποκτήσει ξανά ηγεμονική παρουσία στην πολιτική ζωή και να επανέλθει στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ πρέπει να μετακινηθεί προς τα αριστερά.

Τι εννοούν όσοι διακινούν αυτό τον ισχυρισμό; Τι σημαίνει η περιλάλητη «στροφή στα αριστερά»; Τι πολιτικές θα περιελάμβανε; Καθότι η «αριστερά» δεν είναι μια άχρονη και αναλλοίωτη μεταφυσική έννοια, αλλά αντλεί το νόημά της από την ιστορική παράδοση του οικείου πολιτικού χώρου στα πολιτικά συμφραζόμενα μιας χώρας, τι θα συνιστούσε την «αριστερή στροφή» για το ΠΑΣΟΚ σήμερα; Να το πω διαφορετικά: ποια ήταν η προγενέστερη «αριστερή» φυσιογνωμία του κόμματος αυτού από την οποία υποτίθεται ότι άρχισε να απομακρύνεται;

Μια ματιά στην πρώτη κυβερνητική οκταετία του ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1980, την «αριστερή» περίοδό του, δείχνει ότι το συνολικό προφίλ των πολιτικών του περιελάμβανε από τη μια μεριά την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους και τη δημιουργία ενός πιο ανεκτικού και περιεκτικού δημόσιου χώρου (τα σημαντικότερα επιτεύγματά του), αφετέρου δε τον κρατισμό, το λαϊκισμό, την κομματικοποίηση του κράτους, και την αντιδυτική ρητορική. Αυτές τις «παιδικές ασθένειες» άρχισε να ξεπερνά το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ στη δεκαετία του 1990, αποκτώντας μια φιλευρωπαϊκή συνείδηση, συνειδητοποιώντας (έστω και διστακτικά) τις βλαπτικές συνέπειες του κρατισμού και του λαϊκισμού στην οικονομία, και διαπιστώνοντας (αν και ανόρεχτα) ότι η κομματικοποίηση του κράτους υπονομεύει τα συλλογικά αγαθά τα οποία το κράτος υποτίθεται ότι υπηρετεί. Ο «λαός» άρχισε βαθμιαία να μετασχηματίζεται σε «πολίτες», η κοινωνία να μην ταυτίζεται με επιμέρους προσοδοθηρικά συμφέροντα, το δημόσιο συμφέρον να διαφοροποιείται τόσο από το συντεχνιακό συμφέρον των συνδικάτων του δημόσιου τομέα όσο και από αυτό κρατικών επιχειρήσεων, και να διαπιστώνεται η αξία των υγιών δημοσίων οικονομικών.

Όσοι σήμερα προτρέπουν το ΠΑΣΟΚ να «στραφεί αριστερά», τι ακριβώς του συνιστούν; Να επιστρέψει στον κρατισμό, να ενισχύσει τον λαϊκιστικό εαυτό του (από τον οποίο ουδέποτε αποκόπηκε), και να αναβαπτισθεί στο εθνοκεντρικό παρελθόν του; Να στραφεί σε αυτό που εξέφρασε ο Λαλιώτης, ο Τσοχατζόπουλος και ο Αρσένης; Να μιμηθεί τη βαθιά συντηρητική διαμαρτυρία του Αλαβάνου που αντιστρατεύεται κάθε αλλαγή που δεν εγκρίνουν τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα;

Ένα κεντροαριστερό κόμμα είναι αξιακά κοινωνιστικό: μεριμνά για την ενίσχυση του δημόσιου χώρου. Η κοινωνία δεν θεωρείται απλώς ένα άθροισμα συναλλασσομένων ατόμων αλλά μια δυναμικά εξελισσόμενη πολιτική κοινότητα από την οποία τα άτομα αντλούν νόημα και, συγχρόνως, στη θέσμιση της οποίας ενεργά συμβάλλουν, προσπαθώντας να πραγματώσουν τον εαυτό τους. Οι ανισότητες ενοχλούν τους κεντροαριστερούς γιατί περιορίζουν την αυτοπραγμάτωση των ατόμων. Η κοινωνική αλληλεγγύη ενισχύεται με δημόσιες πολιτικές, γιατί χωρίς αυτή δεν μπορεί να υπάρξει στιβαρή δημόσια σφαίρα. Οι πόροι όμως για τις δημόσιες πολιτικές θα προέλθουν από μια ακμαία οικονομία της αγοράς, την ιστορικά μοναδική οικονομική οργάνωση που παράγει ευημερία.

Ο δημόσιος χώρος ενδυναμώνεται στο μέτρο που μπορεί να προσαρμόζεται στα εκάστοτε νέα δεδομένα. Η κεντροαριστερά είναι, λογικά, η κατ΄ εξοχήν παράταξη της μεταρρύθμισης, αφού αφενός μεν θεωρεί την κοινωνία ως την τελική πηγή νοήματος, το οποίο αναθεωρείται αενάως στον ιστορικό χρόνο· αφετέρου δε, πιο πραγματιστικά, χωρίς αλλαγές οι δημόσιοι θεσμοί αδυνατούν να αντεπεξέλθουν σε διαρκώς εξελισσόμενα προβλήματα. Ο σύγχρονος κεντροαριστερός γνωρίζει ότι, στην εποχή του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, το δημόσιο συμφέρον προάγεται όχι με τη συντήρηση του παλαιού, αλλά με τη δεκτικότητα στην αλλαγή. Όχι με την άρνηση της αγοράς, αλλά με την αποδοχή της και τη άοκνη προσπάθεια για την λειτουργία της με βάση τις συλλογικές αξίες της πολιτικής κοινότητας. Όχι με το συμβιβασμό με τη λαϊκιστική μετριότητα, αλλά με την ενεργό επιδίωξη της αριστείας που ζωογονεί τους δημόσιους θεσμούς, παράγει ποιοτικά συλλογικά αγαθά και καλλιεργεί εκλεπτυσμένη δημόσια κουλτούρα για την οποία οι πολίτες είναι υπερήφανοι. Το δημόσιο συμφέρον προάγεται με την προσαρμοστικότητα, τη διορατικότητα και την τόλμη, όχι με την ανέξοδη (και αδιέξοδη) λαϊκιστική ρητορεία.

Αν το ΠΑΣΟΚ «στραφεί αριστερά», το πιθανότερο είναι ότι θα επανασυνδεθεί με τον κακό του εαυτό και θα είναι μια ακόμη απόδειξη του φόβου της αλλαγής, ο οποίος – τι ειρωνεία! - διακατέχει το κόμμα της «αλλαγής». Στη δεκαετία του 1990, επί Σημίτη, κέρδιζε τις εκλογές στο μέτρο που κατόρθωσε να εκφράσει τα εκσυγχρονιστικά αιτήματα των μεσαίων στρωμάτων και του πιο εκπαιδευμένου, δυναμικού και εξωστρεφούς μέρους του εκλογικού σώματος. Αυτή η μερίδα ψηφοφόρων, άλλωστε, είναι και η πλέον κυμαινόμενη μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων. Όποιος την πάρει με το μέρος του κερδίζει. Αυτούς τους ψηφοφόρους έχασε στις εκλογές του 2004, όταν το ΠΑΣΟΚ περισσότερο εξέπεμπε την οσμή της παρακμιακής και αλληλοσπαρασσόμενης νομενκλατούρας παρά την ελπιδοφόρα φιλοδοξία των ρηξικέλευθων μεταρρυθμιστών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκλογές του 2004, τα 2/3 των διαρροών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ κατευθύνθηκαν στη «Νέα Δημοκρατία». Ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι ότι, σε σχέση με το 2000, το 2004 η ΝΔ είχε σημαντικό προβάδισμα στους ελεύθερους επαγγελματίες (κατά 13%), στα ανώτερα στρώματα μισθωτών του ιδιωτικού τομέα (κατά 12%) και στους ψηφοφόρους ανώτερης και ανώτατης μόρφωσης (κατά 10%). Αυτό το εκλογικό σώμα δεν το ανέκτησε το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2007 με την ανεπαρκή ηγεσία του, τον φθαρμένο λόγο του, και την αδυναμία του να πείσει ότι έμαθε από τα λάθη του και άλλαξε. Οι διαρροές στη λαϊκιστική αριστερά στις πρόσφατες εκλογές είναι κυρίως συγκυριακές και, σε κάθε περίπτωση, σχεδόν ισοσταθμίζονται από τις διαρροές προς την κεντροδεξιά. Τις εκλογές τις κερδίζει όποια παράταξη αποφεύγει να παγιδεύεται σε ιδεολογήματα, οικοδομεί ευρύτερες συμμαχίες και, συγχρόνως, βάζει τη δική της πολιτική σφραγίδα σε μια διάχυτη κοινωνική επιθυμία. Όπως στην τέχνη, το κλειδί στην πολιτική είναι να μορφοποιήσεις με τον δικό σου τρόπο αυτό που επιθυμούν οι πολλοί αλλά δυσκολεύονται να το εκφράσουν.

Το δίλημμα για την κεντροαριστερά δεν είναι «δεξιά» ή «αριστερά» - αυτή είναι η συζήτηση του 1980. Το δίλημμα ήταν, είναι και παραμένει: εκσυγχρονισμός ή συντήρηση; Εξωστρέφεια ή πτωχοπροδρομισμός; Άνοιγμα στο καινούριο ή κλείσιμο στο παλιό;


Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 30 Σεπτεμβρίου 2007