Σάββατο, 26 Απριλίου 2008

Φρόνηση και ελευθερία του λόγου


Ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων κ.Σ. Μπάγιας έδωσε μια ήδη επίμαχη συνέντευξη στα «Νέα» (18/3/2008) και παραπέμφθηκε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ.Γ. Σανιδά. Η εντυπωσιακή δημόσια συμπαράσταση στον κ.Μπάγια τέθηκε, κυρίως, με όρους προστασίας της ελευθερίας του λόγου: ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να εκφέρει ελεύθερα τη γνώμη του για τη Δικαιοσύνη, ακόμα κι αν αυτή δεν είναι αρεστή στους προϊσταμένους του. Ελάχιστοι, φυσικά, θα διαφωνήσουν με την άποψη αυτή. Υπάρχει, όμως, κι ένα άλλο, πιο λεπτό ερώτημα, που σπάνια τίθεται: πως (πρέπει να) χρησιμοποιείται η ελευθερία του λόγου;


Ας πάρουμε ένα ακραίο παράδειγμα. Στις πρόσφατες προεδρικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος κάλεσε τους πολίτες να ψηφίσουν τον κεντροδεξιό υποψήφιο. Όταν ξεσηκώθηκε κύμα διαμαρτυριών για την απροκάλυπτα πολιτική παρέμβαση του θρησκευτικού ηγέτη, υποστηρικτές του Αρχιεπισκόπου υπεραμύνθηκαν του δικαιώματός του να μιλά ελεύθερα, όπως κάθε πολίτης. Αναδιατυπώνω το αρχικό ερώτημα: θέτει όρια η θεσμική ιδιότητα του ομιλητή στην ελευθερία του λόγου του;


Ποια ήταν τα επίμαχα σημεία της συνέντευξης Μπάγια; Τα εξής δύο. Πρώτον, ο κ.Μπάγιας διατύπωσε τη γνώμη ότι «ειδικά για την υπόθεση [των υποκλοπών] δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη αδράνεια της Εισαγγελίας τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο. Μια προκαταρκτική έρευνα που έπρεπε να ολοκληρωθεί σε λίγες- ελάχιστες- ημέρες, διήρκεσε έντεκα ολόκληρους μήνες […]».


Με τη δήλωση αυτή ο πρόεδρος της Ένωσης Εισαγγελέων ουσιαστικά επικρίνει δημοσίως συναδέλφους του. Προσέξτε ότι δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο, μόνο κρίνει. Γιατί η «αδράνεια της Εισαγγελίας» ήταν «αδικαιολόγητη»; Είχε την απαιτούμενη ενημέρωση ο κ.Μπάγιας που του επέτρεψε να εκφραστεί απαξιωτικά για το έργο των αρμοδίων συναδέλφων του; Αν την είχε, δεν τη μοιράστηκε μαζί μας – ο λόγος του έμεινε αόριστα καταγγελτικός και, κατά τούτο, όχι ποιοτικά διαφορετικός από το λόγο πολλών ανεύθυνων τηλεσχολιαστών. Εμπίπτει στην αρμοδιότητα του προέδρου της Ένωσης Εισαγγελέων να κρίνει δημοσίως την ποιότητα του έργου δικαστικών λειτουργών; Μπορεί, βεβαίως, να έχει την (ιδιωτική) άποψή του, όπως είχε ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου για τους προεδρικούς υποψήφιους, αλλά πρέπει να τη δημοσιοποιεί; Δεν υπερβαίνει έτσι τις θεσμικές (συνδικαλιστικές) αρμοδιότητές του;


Δεύτερον, ο κ.Μπάγιας ισχυρίστηκε ότι οι δικαστές εργάζονται με «ανασφάλεια» «εξαιτίας των πολλών και σοβαρών αδικιών του Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου σε θέματα προαγωγών, μεταθέσεων, αποσπάσεων κ.λπ. με τη λήψη αποφάσεων, απρόσμενα ευμενών ή δυσμενών, για τους υπό κρίση συναδέλφους […]
». Ο ισχυρισμός αυτός, αν και εμπίπτει στα όρια του συνδικαλιστικού λόγου, είναι επίσης ατεκμηρίωτος. Ένας συνδικαλιστής εισαγγελέας δικαιούται να επισημάνει δημοσίως τυχόν κακές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων για θέματα υπηρεσιακής εξέλιξης, αλλά, αν τον ενδιαφέρει η διόρθωσή τους, πρέπει να το κάνει με σύνεση.


Η δημόσια κριτική της λειτουργίας των θεσμών από τους ίδιους τους λειτουργούς τους είναι μια χειρουργικής ακρίβειας άσκηση: από τη μια μεριά πρέπει να επισημανθούν τεκμηριωμένα τα κακώς κείμενα, ενώ, από την άλλη, δεν πρέπει να κλονισθεί η δημόσια εμπιστοσύνη στο θεσμό. Αντιλαμβάνεστε τη λεπτότητα λόγου που πρέπει να διαθέτει κάποιος για να συγκεράσει αυτές τις δύο αντικρουόμενες απαιτήσεις. Ομολογουμένως δύσκολα επιτυγχάνεται αυτό στη σημερινή Ελλάδα, όπου η εντυπωσιοθηρικά καταγγελτική ρητορική των συνδικαλιστών των ΔΕΚΟ και των ΜΜΕ παρέχουν το κυρίαρχο πρότυπο δημόσιου λόγου.


Προσέξτε πως η συνέντευξη του κ.Μπάγια εγγράφηκε στο πολιτικό λογοπλαίσιο (
discourse) της φιλοξενούσας εφημερίδας· τιτλοφορήθηκε «Κουκούλωσαν τις υποκλοπές» - το κατ’ εξοχήν αντικυβερνητικό σύνθημα της αντιπολίτευσης. Ο αόριστα, και γι αυτό απλοϊκά, καταγγελτικός λόγος ενός συνδικαλιστή δικαστικού λειτουργού αμέσως πολιτικοποιήθηκε· η Δικαιοσύνη βρέθηκε, για μια ακόμη φορά, στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης. Η ασύνετη πειθαρχική δίωξη του κ.Μπάγια επέτεινε την πολιτική σύγκρουση γύρω από τη Δικαιοσύνη. Σε ένα ιστορικά υπερπολιτικοποιημένο θεσμικό σύστημα, όπως το ελλαδικό, η εσωτερική «διαμάχη» ενός θεσμού προβλέψιμα διογκώθηκε και απέκτησε πολιτικό χαρακτήρα. Για την (εκάστοτε) αντιπολίτευση είναι μια ακόμα ευκαιρία να πληγεί η (εκάστοτε) κυβέρνηση. Το διαχρονικό μοτίβο (pattern) της πολιτικοποίησης των θεσμών – η χρόνια μάστιγα του δημόσιου βίου - ενεργοποιήθηκε ξανά.


Το βαθύτερο πρόβλημα, βέβαια, παραμένει και επιτείνεται: ένα λαϊκιστικό πολιτικό σύστημα συστηματικά μεταφέρει τα δικά του προβλήματα στους ώμους της Δικαιοσύνης. Η εμπλοκή της σε μείζονα πολιτικά θέματα από τους λαϊκιστές πολιτικούς, υπερπολιτικοποιεί τη λειτουργία της και της αποστερεί τον θεσμικά αυτόνομο και αυτονόητα δεδομένο χαρακτήρα της – την άρρητη εμπιστοσύνη που πρέπει να περιβάλλει κάθε θεσμό που λειτουργεί καλά. Τόσο η συνέντευξη, όσο και η συνακόλουθη δίωξη του κ.Μπάγια, ανεξαρτήτως προθέσεων, εμπλέκουν ακόμη περισσότερο τη Δικαιοσύνη στα ιδιοτελή σχέδια των λαϊκιστών πολιτικών. Η Δικαιοσύνη ζημιώνεται, η κοινωνία χάνει.


Αν ο αυτοπεριορισμός είναι το κατ’ εξοχήν πρόβλημα της Δημοκρατίας, όπως τόνιζε ο Κορνήλιος Καστοριάδης, στην Ελλάδα είναι είδος εν ανεπαρκεία. Ο αυτοπεριορισμός απαιτεί δημόσιους λειτουργούς με αίσθηση του μέτρου και αντίληψη συν-ευθύνης για τη λειτουργία των θεσμών. Όποιος επιμένει ότι μόνο αυτός ορθοφρονεί («μόνος φρονείν»), λέει ο Καστοριάδης, δεν βρίσκεται μέσα στην οργανωμένη συλλογικότητα (στο «ίσον φρονείν») - δεν συνυφαίνει την ιδιότητα του ελεύθερου πολίτη με τις θεσμικές υποχρεώσεις του λειτουργήματός του. Θέλει φρόνηση η ελευθερία του λόγου, όχι μόνο τόλμη.


Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή 26-27 Απριλίου 2008

6 σχόλια:

Βασιλική Σιάπκα είπε...

"αν τον ενδιαφέρει η διόρθωσή τους, πρέπει να το κάνει με σύνεση"
Νομίζω πως αυτή η επισήμανση είναι ο πυρήνας του συγκεκριμένου άρθρου και για να κυριολεκτήσω το συγκεκριμένο "αν". Δεν τον ενδιαφέρει η διόρθωσή του, μόνον αυτό δεν τον ενδιαφέρει, όπως και όσοι παρεμβαίνουν κατ΄ αυτόν τον τρόπο και ήθος δεν τους ενδιαφέρει η διόρθωση, είναι προφανές. Όταν σ΄ ενδιαφέρει η βελτίωση και το κοινό όφελος λειτουργείς διαφορετικά, συνδιαλέγεσαι και συνθέτεις, δεν συνδικαλίζεσαι νεολληνικώς.
Όπως και τον Κύπριο αρχιεπίσκοπο δεν τον ενδιέφερε η βελτίωση και το κοινό όφελος, μόνον που σ΄ αυτήν την περίπτωση δεν είναι τόσο εμφανές και είναι αρκετά περίπλοκο και δεν μου βγαίνει ετούτη τη στιγμή να το "κατακερματίσω", :). Χαίρομαι πάντως για την αναφορά του συγκεκριμένου παραδείγματος, μ΄ αρέσει και μου ταιριάζει η αισθητική της μνήμης σας, άλλωστε με είχε ενοχλήσει πολύ αλλά και με είχε θλίψει για την αφέλεια του εγχειρήματος, ήταν σα να του έδινε του Κασουλίδη μια σμπρωξιά να βγει έξω από το παιχνίδι...
Χαρίδημε Τσούκα, καλή Ανάσταση με την οικογένειά σου!

Meropi είπε...

Χαρίδημε μου,
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ κατ' αρχάς.
Πιστεύω ότι ο Σ. Μπάγιας έχει στοιχεία για τον καταγγελτικό λόγο του, αλλά δεν έχει νόημα να τα παραθέσει σε μια συνέντευξη. Ως προς την προκαταρκτική έρευνα αυτή πράγματι πρέπει να διαρκεί πολύ μικρό χρονικό διάστημα και να γίνεται σε εντατικό ρυθμό. Όσο για το άλλο θέμα με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορούσε να αναφέρει συγκεκριμένα παραδείγματα, γιατί θα προσέκρουε στα προσωπικά δεδομένα των συναδέλφων του. Σε κάθε περίπτωση είναι προτιμότερη μια γενικόλογη (έστω και ατεκμηρίωτη) καταγγελία (χωρίς βέβαια να θίγονται συγκεκριμένα άτομα), παρά η δίωξη ενός συνδικαλιστή Εισαγγελέα. Όταν μάλιστα αυτή η δίωξη είναι φανερό ότι γίνεται για λόγους προληπτικού σωφρονισμού των συναδέλφων του.

Ελένη Τροβά είπε...

Χρόνια Πολλά και από εμένα κύριε Τσούκα. Διαβάζω με ενδιαφέρον τα άρθρα σας πάντα ιδίως όταν διαφωνώ! Θα σας έλεγα όμως ότι οι προσεγγίσεις σας στα ζητήματα που άπτονται της δικαιοσύνης δεν είναι οι επιτυχέστερες. Θα συμφωνήσω με τον τίτλο απολύτως. Παρόλα αυτά η ελευθερία του λόγου μου αρέσει απόλυτη. Οχι λελογισμένη.
Παρόλα αυτά νομίζω ότι τα κίνητρα του συνεντευξιαζομένου είναι ανάλογα με αυτά που οδήγησαν στην επίκαιρη απαξίωση της ελληνικής δικαιοσύνης ως συστήματος (εξ ου και όλο νομοθετούμε τη βελτίωσή της). Ηρωες σήμερα αναμένουν την ανταμοιβή τους αύριο με κάποιες καλές θέσεις και μεθαύριο με κάποιες ακόμη καλύτερες διαιτησίες. Επισκευθείτε την περιοχή Δικαστικά... να δείτε βίλες με τις αποδοχές των δικαστών! Ας αναρωτηθούμε τι έγιναν οι δημοκρατικοί δικαστές της δίκης του Παπανδρέου... ας αναρωτηθούμε για την ένδοξη 11ετία Μποτόπουλου, για τους πάσης φύσεως αντιστασιακούς κατά υπόθεση... Εκπαιδεύτηκε μια γενιά ανθρώπων να παριστάνει προσωρινά τον ήρωα και να αναμένει αποκατάσταση, χρήμα και τιμές όπου νάναι. Δεν μπορεί κανείς να τους αδικεί. Μιμούνται όπως οι πάσης φύσεως μετριότητες. Κάποιος δικαστής που είχε το σθένος να παραιτηθεί εγκαίρως μου έλεγε προχθές το εξής : "το Εφετείο Αθηνών είναι σαπιστήριο ηλιθίων. Οσοι δεν προάγονται και αναπαύονται περιμένοντας να εκδικηθούν με την ώρα τους". Προσωπικά δεν πιστεύω στις γενικεύσεις.
Δεν μπορώ να πω πολλά για την περίπτωση Μπάγια. Δεν την γνωρίζω σε βάθος και κάθε σχόλιο θα ήταν περιττό. Αλλά συμβολικά νομίζω ότι ένας συνδικαλιστής δικαστής που τόσο πολύ πάσχει το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να παραιτηθεί αιτιολογημένα. Επίσης δεν πολυκαταλαβαίνω το συνδικαλισμό των δικαστών εν γένει. Φοβάμαι συνήθως ότι βασικός του στόχος είναι να διεκδικεί περισσότερες αποδοχές και να ασκεί πολιτική. Αλλά όπως σας είπα και άλλοτε υπάρχουν εξαιρέσεις . Σπάνιες αλλά φωτεινές.

περιούσιος είπε...

Κύριε Τσούκα, χρόνια πολλά, Χριστός Ανέστη! Το παράδειγμα με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου είναι ανεπιτυχές, διότι από τη μια πλευρά έχουμε ένα συνδικαλιζόμενο δικαστικό, ο οποίος εξέφρασε μια άποψη για τον επαγγελματικό του χώρο και δη για κάποια από τα κακώς κείμενα αυτού, ενώ από την άλλη ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου εξέφρασε μια άποψη, η οποία θα ήταν σεβαστή, αν την κρατούσε για τον περίγυρό του. Αυτός, όμως, προτίμησε να την εκφράσει δημοσίως, προκειμένου να επηρεάσει το αποτέλεσμα των εκλογών στη Κύπρο. Επί του θέματός μας, θεωρώ ότι ο Κύπρου δεν είχε κανένα δικαίωμα να εκφραστεί έτσι δημόσια για ένα θέμα, το οποίο είναι πέρα από τα καθήκοντά του.
Αναφορικά με τον κ. Μπάγια, θα μπορούσε να αναφέρει τα ονόματα των παραλειφθέντων στις προαγωγές συναδέλφων του, αν δεν προσέκρουε σε προσωπικά δεδομένα. Άρα ορθώς δεν τα ανέφερε. Αναφορικά με την κρίση του για την καθυστέρηση της προκαταρκτικής εξέτασης για τις υποκλοπές, η παρατήρησή του ήταν πολύ σωστή, καθόσον μια προκαταρκτική εξέταση διαρκεί, συνήθως, από τη στιγμή, που θα τη χρεωθεί κάποιος εισαγγελέας, τρεις έως πέντε μήνες. Πρόκειται για μια καθ' όλα επιτρεπτή αξιολογική κρίση, την οποία ένα συνδικαλιζόμενος δικαστικός μπορεί να κάνει προς συμμόρφωση όσων συναδέλφων του καθυστερούν στο έργο τους. Πού, είναι ,λοιπόν, το αξιόμεμπτο της κριτικής του;

LEFT LIBERAL SYNTHESIS είπε...

Είναι δεδομένο πια (τουλάχιστον σε μένα) ότι μονο η αναπτυγμένη δημοκρατία ,που αναπτύσσεται σε μια ακμάζουσα οικονομία,μπορεί να προσφέρει εκείνη την απαιτούμενη αφαίρεση ,για να συλλογιστούμε και να δράσουμε ελεύθερα.
Η χρήση των ορίων,των λεπτών διαχωρισμών ,προυποθέτει ένα περιρρέον ανάλογο πλέγμα θεσμών,συλλογικοτήτων και πολιτών .
Ειλικρινά μου είναι δύσκολο να αποτιμήσω την παρέμβαση Μπάγια,στο σύνολο της.
Είναι σίγουρο όμως,(και αυτό μας προσφέρει η μοναδική στην οπτική της, παρέμβαση του ΧΤ)ότι και ο κ.Μπάγιας κολυμπάει με άνεση στον ωκεανό της λαικιστικής Ελλάδας.

Χαρίδημος Τσούκας είπε...

Ευχαριστώ για τις ευχές, τις οποίες, με καθυστέρηση δυστυχώς, ανταποδίδω.

Φοβούμαι πως δεν πείθομαι από τα αντεπιχειρήματα. Στο άρθρο μου δεν υπεισήλθα στην ουσία των σχολίων του Κ.Μπάγια, αφού πρόκειται για θέματα που δεν γνωρίζω. Επικεντρώθηκα στον τύπο του λόγου που υιοθέτησε ο πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων, ο οποίος, δυστυχώς, είναι παρόμοιος με το κυρίαρχο πρότυπο λόγου των ΜΜΕ και των συνδικαλιστών της ΓΕΝΟΠ (σε πιο κόσμιο ύφος φυσικά).

Δεν σας κρύβω ότι κι εμένα με προβληματίζει ο ασυνήθιστα μακρύς χρόνος της προανάκρισης για τις υποκλοπές, και η υποψία μου είναι ότι κάτι πιθανόν να είχε να κάνει με πολιτικές πιέσεις στη Δικαιοσύνη. Δεν εμπίπτει όμως στην αρμοδιότητα του προέδρου της Ενωσης Εισαγγελέων να εγκαλεί συναδέλφους του σε μια περιστασιακή συνέντευξη. Δεν είναι οι συνδικαλιστές αρμόδιοι να εκφέρουν κρίσεις για να "συμμορφώνονται" οι συνάδελφοί τους. Αυτή είναι δουλειά των αρμοδίων οργάνων. Αν η Ενωση Εισαγγελέων είχε στοιχεία για πολιτικές πιέσεις, θα μπορούσε να οργανώσει επίσημη συνέντευξη Τύπου και να καταγγείλει τις ενδεχόμενες πολιτικές πιέσεις, ή να αναφερθεί θεσμικά στο θέμα σε συνέδριό της. Το θέμα, γενικότερα, είναι πως μιλας κριτικά για το θεσμό τον οποίο διακονείς, δίχως να κλονίσεις την εμπιστοσύνη των πολιτών σε αυτόν. Γι αυτό ακριβώς χρειάζεται αυτο-περιορισμός, και γι αυτό η ελευθερία του λόγου δεν είναι απόλυτη, αλλά περιορίζεται από το θεσμικό ρόλο του ομιλητή.

Το μείζον στην υπόθεση Μπάγια δεν είναι η ασύνετη πειθαρχική δίωξή του, αλλά ότι τόσο η συνέντευξή του όσο και η αντίδραση Σανιδά σε αυτή, κάνουν κακό στη Δικαιοσύνη, αφού ενεργοποιούν το μόνιμο ελλαδικό μοτίβο της πολιτικοποίησης των θεσμών - αυτό είναι το μείζον πρόβλημα, και γι αυτό ένας συνετός συνδικαλιστής δικαστικός λειτουργός θα ενεργούσε διαφορετικά. Δεν του ζητώ να υποστείλει το κριτικό του πνεύμα. Του ζητώ φρονηση στη διαχείριση του λόγου του. Μεγαλύτερη σημασία κι από τα γεγονότα, έχει ο τρόπος με τον οποίο μιλάμε γι αυτά. Αυτή είναι μια λεπτή διάκριση που δυστυχώς δεν γίνεται συχνά στη χώρα μας.

Κάτι μου λέει όμως ότι δεν θα σας πείσω...