Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Αυτο-συγκράτηση και το «κοινό αίσθημα δικαίου»

Αν δικαιούσαι κάτι, γιατί να μην το διεκδικήσεις; Διαφορετικά: Που σταματά η διεκδίκηση και που αρχίζει η αυτο-συγκράτηση;
Σύμφωνα με τη Βουλγαράκειο λογική το νόμιμο είναι και ηθικό. Ακόμη και με τη σχολική γνώση της «Αντιγόνης», γνωρίζουμε ότι αυτό δεν αληθεύει. Ο υπουργός Οικονομικών το εξέφρασε σωστά: οι διεκδικούντες αναδρομική αύξηση συνταξιούχοι βουλευτές «προσβάλλουν το κοινό αίσθημα δικαίου»: δεν δείχνουν αυτοσυγκράτηση• δεν λειτουργούν υποδειγματικά για τους πολίτες• δεν δίνουν το καλό παράδειγμα.


Η δήλωση αυτή έχει μεγαλύτερο βάθος απ΄ ότι φαίνεται. Αναγνωρίζει ότι υπάρχει όντως ένα αίσθημα δικαίου που συνέχει το «δήμο», μια κοινή σε όλους «έκτη αίσθηση» (Αρεντ). Το έργο των πολιτικών ταγών είναι, μεταξύ άλλων, να διερμηνεύουν και να διακονούν αυτό το κοινό αίσθημα δικαίου. Αλλά για να είναι πειστικοί πρέπει να είναι συνεπείς. Δυστυχώς δεν είναι.
Όταν ακόμη και τώρα, στην εποχή της χρεοκοπίας, δεν αίρουν την ασυλία από βουλευτές που κατηγορούνται για διάπραξη αδικημάτων του ποινικού δικαίου ή οι βουλευτές εξακολουθούν να αμείβονται επιπλέον για τη συμμετοχή τους σε επιτροπές της Βουλής, είναι δύσκολο να πεισθούμε για την ειλικρίνειά τους. Η ηθική συμπεριφορά δεν χρειάζεται εύκολους στόχους για να αποδειχθεί, αλλά έμπρακτη συμπεριφορά για να καταδειχθεί (και να πείσει).
Η αυτο-συγκράτηση προϋποθέτει αλλο-κεντρικούς ηγέτες – ανθρώπους που υπάγουν τη συμπεριφορά τους σε κάτι ευρύτερο από αυτούς. Να επιδιώκουν, για παράδειγμα, να αυτο-περιορίζονται, προτάσσοντας έτσι την ικανοποίηση των συλλογικών αναγκών, προκειμένου να λειτουργούν παραδειγματικά στην πολιτική κοινότητα της οποίας ηγούνται (ή έστω ηγήθηκαν). Τους σωστούς ηγέτες διακρίνει πάντοτε μια λίγο-πολύ αυτοθυσιαστική συμπεριφορά. Άτομα σαν την συνταξιούχο βουλευτή κυρία Νόρα Κατσέλη δεν φαίνεται να απέκτησαν ποτέ αυτή τη νοο-τροπία και κατά, συνέπεια, δεν εκπλήσσουν οι εγωκεντρικές αντιδράσεις της.
Αλλά και όσοι χρησιμοποιούν την ηθική γλώσσα (το «κοινό αίσθημα δικαίου») για να επικρίνουν τους διεκδικούντες συνταξιούχους βουλευτές, θα πρέπει να γνωρίζουν τις ευρύτερα αυτο-δεσμευτικές συνέπειές αυτής της γλώσσας: το «κοινό αίσθημα δικαίου» υπηρετείται μόνο όταν αναγνωρίζεται η καθολικότητά του και οι εξ αυτής απορρέουσες συνέπειες. Δεν μπορείς να επικρίνεις την Κατσέλη αλλά να προσλαμβάνεις στενογράφους στη Βουλή. Δεν μπορείς να καταδικάζεις τη διαφθορά αλλά να αποσιωπάς τις χορηγίες της Μίζενς στα κομματικά σου ταμεία. Και δεν μπορείς να ζητάς θυσίες από τους πολίτες αλλά να προάγεις τη σπατάλη και την αναποτελεσματικότητα διορίζοντας κομματανθρώπους επικεφαλής των νοσοκομείων και ανεπαρκείς πολιτικάντηδες επικεφαλής υπουργείων. Πρέπει να είσαι η αλλαγή που επαγγέλλεσαι, αν όντως σε ενδιαφέρει η αλλαγή…

Τρίτη 3 Μαΐου 2011

Οι πολιτικάντηδες να νοιώσουν τη βοή της κοινωνίας






Συνέντευξη στη Θεσσαλική εφημερίδα «Ελευθερία» (1 Μαΐου 2011)


1. Εκτιμάτε ότι ο αντιδράσεις των ελλήνων πολιτών απέναντι στους πολιτικούς είναι δικαιολογημένες; Πρέπει αυτές να γίνουν πιο έντονες; Ποια η άποψή σας;

Όταν ανατρέπονται σχέδια και όνειρα ζωής, όταν περικόπτονται μισθοί και συντάξεις, όταν κλείνουν σωρηδόν επιχειρήσεις, όταν, με λίγα λόγια, το τσουνάμι της χρεοκοπίας αγγίζει κάθε κύτταρο της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αντιδράσουμε – να εκφράσουμε ειρηνικά την οργή μας για το χάλι στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα μας. 

Οι αντιδράσεις μας στους πολιτικάντηδες που είχαν την ευθύνη του σκάφους επί τρεις δεκαετίες και το οδήγησαν στα βράχια είναι δικαιολογημένα έντονες. Βεβαίως, πρέπει να παραμένουν ανυποχώρητα μη βίαιες – το όπλο του δημοκράτη είναι ο λόγος. Οι ανεπαρκείς πολιτικάντηδες όμως χρειάζεται να νοιώσουν τη βοή της κοινωνίας - την έλλογη οργή της. Να τους πούμε κατάμουτρα πόσο ανεπαρκείς και συχνά ιδιοτελείς υπήρξαν, πόσο πρόσδωσαν την εμπιστοσύνη μας, πόσο ιδιοτελώς αμελείς υπήρξαν στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος, πόσο εκμαυλιστικοί υπήρξαν απέναντι στους εκλογείς τους και αυτο-εξυπηρετικοί απέναντι στους «δικούς» τους. Ο κάθε Αλογοσκούφης, ο κάθε Σιούφας, ο κάθε Σουφλιάς, ο κάθε Πάγκαλος, ο κάθε Κακλαμάνης, ο κάθε Σκανδαλίδης (και τόσοι αναρίθμητοι άλλοι όμοιοί τους) να νοιώσουν την οργή μας, όπως την ένοιωσε πρόσφατα στα Τρίκαλα ο κ.Χατζηγάκης, στην περιφορά του Επιταφίου.

Δεν περιμένω, βέβαια, να νοιώσουν ντροπή. Οι άνθρωποι του «συστήματος» έχουν εκπαιδεύσει τις συνειδήσεις τους κατάλληλα ώστε να αποφεύγουν τέτοια δυσάρεστα συναισθήματα. Αν όμως δεν είναι ικανοί να νοιώσουν τύψεις, είναι σίγουρα ικανοί να βιώσουν την απόρριψη, πιθανότατα και το φόβο. Βλέπετε πώς η οργή μας ήδη διαπερνά το λόγο τους σήμερα («θα μας πάρουν με τις πέτρες» (Παπανδρέου), «τα γιαούρτια θα γίνουν καλάσνικοφ» (Καμμένος)), ενδέχεται και τη συμπεριφορά τους αύριο. Η απαρχή μας νέας πορείας για τη χώρα περνά μέσα από τη βίωση συναισθημάτων αποστροφής, ενοχής και ελπίδας, τα οποία θέτουν τις βάσεις για μια διαφορετικού τύπου θέσμιση της «πόλεως», μια «προ-λογική βούληση», όπως παρατηρεί ο αείμνηστος Κορνήλιος Καστοριάδης.

Η οργή μας να γίνει ο φόβος τους. Η άλλη όψη του χειροκροτήματος είναι η μούντζα. Το να διαμαρτύρεσαι ειρηνικά και νόμιμα είναι θέμα αξιοπρέπειας.      


2. Ορισμένοι θα πουν ότι αυτούς τους πολιτικούς εκλέγει ο ελληνικός λαός... Επομένως η ευθύνη ίσως να είναι και μοιρασμένη, πιθανόν όμως και μεγαλύτερη που αναλογεί στους πολίτες αυτής της χώρας για τις επιλογές του. Ποιο είναι το δικό σας σχόλιο;

Όπως έχω γράψει αρκετές φορές, η δημοκρατία είναι ένα αυτο-αναφερόμενο πολίτευμα: δεν μπορούμε να μεμφθούμε έναν τρίτο για τις επιλογές μας. Σκεπτόμενοι ιδιοτελώς και δίχως την καθολική συνείδηση πολίτη, εκλέγουμε φαύλους πολιτικούς, οι οποίοι, στη συνέχεια, διοικούν με αναμενόμενη φαυλότητα τα κοινά και, κατά συνέπεια, εκφυλίζουν το δημόσιο ήθος και διαμορφώνουν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο παράγονται δημόσια αγαθά χαμηλής ποιότητας.  Η δημοκρατία προϋποθέτει ανθρώπους με συνείδηση πολίτη όχι πολιτικού πελάτη. Όσο νοιώθουμε πελάτες των πολιτικών, τόσο αυτοί θα μας προσφέρουν αυτά που τους ζητάμε. Η ηθική ευθύνη για την κατάντια του τόπου μας είναι, λοιπόν, καθολική. Ουδείς αναμάρτητος.

Προσέξετε όμως. Την κοινή σε μια δημοκρατία ηθική ευθύνη πολιτών-πολιτικών χρησιμοποιούν οι πολιτικάντηδες για να μετριάσουν τις πολιτικές ευθύνες τους.  Πρόκειται για μια ακόμη απόπειρα εξαπάτησης της κοινής γνώμης: οι φαύλοι πολιτικάντηδες συναιρούν επίτηδες τις ηθικές και πολιτικές ευθύνες για να αυτο-απαλλαγούν. Ωστόσο, η σχέση πολιτικού - πολίτη δεν είναι ισοβαρής: λαμβάνει χώρα σε ένα ήδη δομημένο περιβάλλον, τη θεσμική ευθύνη για το οποίο έχει, κατ’ αρχήν και πρωτίστως, ο πολιτικός.  Όταν ξέρω ότι ο κύριος τρόπος για να βρει δουλειά το παιδί μου είναι ο ρουσφετολογικός, πιθανότατα θα τον χρησιμοποιήσω, όπως χρησιμοποιώ το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις μου, αδιαφορώντας για τις μακροχρόνιες περιβαλλοντικές συνέπειες. Εκ μέρους μου αυτό είναι βραχυπρόθεσμα ορθολογικό. Εκ μέρους του πολιτικού εκπροσώπου μου, όμως, είναι ανορθολογικό να ενθαρρύνει αυτή τη συμπεριφορά μου, στο μέτρο που είναι επιφορτισμένος με την αποτελεσματική διαχείριση των θεσμών. Ο πολιτικός εκπρόσωπός μου είναι θεσμικά υπεύθυνος για το σχεδιασμό του πεδίου εντός του οποίου δρω. Η δική μου ορθολογικότητα αναφέρεται στις επιλογές μου από ένα μενού που οι πολιτικοί,  ex officio, διαμορφώνουν. Η δική τους ορθολογικότητα συνίσταται στο να σχεδιάζουν το μενού, με γνώμονα το μακροχρόνιο δημόσιο συμφέρον. Αυτό, άλλωστε, ορκίζονται να προστατεύουν οι πολιτικοί...


3. Έχει μέλλον το συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα με τη λειτουργική του δομή και τα πρόσωπα που κάθε φορά εκλέγονται;

Το υπάρχον πολιτικό σύστημα έχει οριστικά χρεοκοπήσει – όχι τώρα, αλλά από καιρό.  Μερικοί το διαισθανόμασταν εδώ και πολύ καιρό, αλλά τώρα πλέον το γνωρίζουμε όλοι. Η οικονομική χρεοκοπία δεν είναι ένα φυσικό φαινόμενο όπως μια σεισμική δόνηση, αλλά ένα πολιτικά παραχθέν αποτέλεσμα. Στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, τη χώρα δεν τη διοικούν οι πολλοί, αλλά οι εκλεγμένοι λίγοι. Κι αυτοί οι τελευταίοι αποδείχθηκαν τραγικά κατώτεροι των περιστάσεων – πολιτικά μικρονοϊκοί, ηθικά αμβλύνοες, διαχειριστικά ανεπαρκείς. Αν σκεφτείτε τη χαμηλή ποιότητα του πολιτικού προσωπικού που κυβέρνησε τη χώρα μας, τότε θα πάψετε να εκπλήσσεσθε με την κατάντια της. Εκλέξαμε κατά κανόνα πολιτικούς πυγμαίους, και μας κυβέρνησαν ανάλογα με το ηθικο-πολιτικό-διαχειριστικό ανάστημα που διέθεταν. Σκέφτομαι μερικές φορές ποιοι διοίκησαν υπουργεία – ποιοι, δηλαδή, διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα, δημιούργησαν νόμους, και παρήγαγαν δημόσια πολιτική – και όχι μόνο δεν εκπλήσσομαι με το κακό αποτέλεσμα, αλλά αναρωτιέμαι γιατί άργησε η χρεοκοπία τόσο πολύ.
   

4. Το πρόβλημα είναι κατά την άποψή σας διακομματικό και στηρίζεται στην αδίστακτη κομματοκρατία που χαρακτηρίζει τη χώρα μας;

Σαφέστατα. Το πολιτικό μοντέλο της Μεταπολίτευσης είναι αυτό της κομματοκρατικής ολιγαρχίας.  Δεν λησμονώ ότι τα κόμματα είναι οι θεμελιώδεις θεσμοί της δημοκρατίας, αυτό δεν το αμφισβητώ. Το πρόβλημά μας όμως είναι η στρεβλή λειτουργία των κομμάτων εξουσίας, η οποία παράγει το δυσλειτουργικό φαινόμενο της κομματοκρατίας. Γιατί η κομματοκρατία συνιστά δυσλειτουργία της δημοκρατίας; Για το λόγο ότι διαστρέφει τη λειτουργία των θεσμών και, στο μέτρο που αυτό συμβαίνει, εκφυλίζει το ήθος της δημόσιας σφαίρας, παράγοντας δημόσια αγαθά χαμηλής ποιότητας. Η σχετική αυτονομία και εσωτερική λογική επιμέρους θεσμών, όπως η Δικαιοσύνη, οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Παιδεία και η Υγεία, για να περιοριστώ στους πιο θεμελιώδεις, υπάγεται στην υπέρτερη κομματοκρατική λογική. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι θεσμοί χειραγωγούνται και, κατά συνέπεια, υπηρετούν κομματικούς, όχι αμιγώς επαγγελματικούς, σκοπούς.  Η θεσμική συνείδηση υποχωρεί και εξωυπηρεσιακά κριτήρια επαγγελματικής συμπεριφοράς εμπεδώνονται. Η ασθενής θεσμική συνείδηση διαμορφώνει δικαστικούς ηγέτες, πρυτάνεις, συνδικαλιστές, διοικητές νοσοκομείων, κοκ, οι οποίοι δευτερευόντως ενεργούν με γνώμονα την αυστηρή λογική του θεσμού που υπηρετούν και πρωτευόντως νοιάζονται να ικανοποιήσουν είτε προσωπικές-φατριαστικές επιδιώξεις είτε τα κομματικά αφεντικά που εν πολλοίς τους επέλεξαν (είτε και τα δύο).  Τα αποτελέσματα είναι ορατά γύρω μας.


5. Ποια είναι η ευθύνη των ΜΜΕ για όλη αυτή την κατάσταση; Πιστεύετε πώς κάποια εκτελούν συγκεκριμένες υπηρεσίες, οι οποίες στοχεύουν στη διατήρηση αυτού του συστήματος;

Τα ΜΜΕ συνιστούν ένα θεμελιώδες μέρος του προβλήματος. Από τη μια μεριά, έχουμε μια κατ’ ευφημισμόν δημόσια ραδιοτηλεόραση, η οποία υπακούει στα πολιτικά κελεύσματα των κομματικών αφεντικών της, ενώ από την άλλη, έχουμε μια εν πολλοίς χαμηλής ποιότητας ιδιωτική ραδιοτηλεόραση, η οποία, όταν δεν υπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα των πολλαπλών επιχειρηματικών ενδιαφερόντων ιδιοκτητών της, υιοθετεί το λαϊκιστικό-χυδαία αγοραίο τρόπο λειτουργίας.

Πολλοί λένε ότι το ΕΡΣ δεν είναι όσο πρέπει σκληρό απέναντι στα ραδιοτηλεοπτικά ΜΜΕ. Πιθανόν, αλλά η ρύθμιση σε μια δημοκρατία δεν είναι μόνο αποτέλεσμα εξωτερικών ελέγχων αλλά και εσωτερικών αυτο-ελέγχων. Η αποτελεσματική ρύθμιση προϋποθέτει ένα δημοσιογραφικό σώμα με υψηλή αυτο-αντίληψη και απαιτητικά κριτήρια επαγγελματικής λειτουργίας. Δείτε πόσο αυτο-ελεγχόμενο είναι το σινάφι των δημοσιογράφων, πως αντέδρασαν οι εκπρόσωποί τους σε περιπτώσεις σκανδάλων (π.χ. υπόθεση Ζαχόπουλου-Αναστασιάδη), πως αντιδρούν τα συνδικαλιστικά όργανά τους σε αποκαλύψεις εξοργιστικών αργομισθιών δημοσιογράφων, πόσο εφαρμόζουν οι ιθύνοντες τον κώδικα δεοντολογίας, και θα καταλάβετε. Το μιντιακό σύστημα είναι το δίδυμο αδελφάκι του πολιτικού συστήματος.   


6. Υπάρχει φως στον ορίζοντα;

Αν υπάρχει, δυσκολεύομαι για την ώρα να το δω.  Ο έσχατος εξευτελισμός που βιώνουμε είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας διάβρωσης των δημόσιων θεσμών. Δεν καταρρέει απλώς μια οικονομία, αλλά μια ολόκληρη αντίληψη για το δημόσιο βίο, μια νοοτροπία ζωής. Θυμηθείτε τους στίχους του Σαββόπουλου (ήδη από το 1989):

«Πίσω απ' τ' αυτάρεσκα τραγούδια μας η σήψη προχωρούσε/
Τις μπερδεμένες μας ζωές φαουστικά σκηνοθετούσε».

Φως θα υπάρξει όταν συνειδητοποιήσουμε πλήρως τη συλλογική παρακμή μας και πως αυτή παρήχθη. Χρειάζεται γενναία αυτοεξέταση για κάτι τέτοιο. Χωρίς μετατόπιση της συνείδησης, δίχως τη βίωση της υπαρξιακής αγωνίας που παράγει η αποτυχία, η ουσιαστική μετα-στροφή δεν είναι εφικτή. Όπως τραγουδά ο Σαββόπουλος πάλι: «Κι εγώ που είμαι ο πιο φριχτός πώς να βγω και να ξαναρχίσω/αν δε θερίσω ότι έσπειρα κι αν δεν μετανοήσω;»

Η υπαρξιακή αγωνία είναι μια εμπειρία σύγχυσης και συγχρόνως απο-κάλυψης: αισθάνεσαι αποξενωμένος και, συγχρόνως, αποκτάς επίγνωση της υπαρκτικότητάς σου, την οποία θεωρούσες δεδομένη, απορροφημένος καθώς ήσουν στις ρουτινώδεις δραστηριότητές σου. Η αγωνία που επιφέρει μια κρίση, όταν αφεθούμε να τη βιώσουμε ως τέτοια, απο-καλύπτει τις επιλογές που έχουμε ήδη κάνει και μας θυμίζει την ενδεχομενική φύση αυτών των επιλογών – άρα των διαφορετικών επιλογών που θα μπορούσαμε εφεξής να κάνουμε.

Η βιωματική γλώσσα της προσωπικής ευθύνης είναι μια χαμένη γλώσσα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αναζητούμε διαρκώς προσχήματα προκειμένου να απωθούμε τα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτουν οι αστοχίες μας· πασχίζουμε να μη βιώσουμε την αγωνία. Όταν ο φοροφυγάς, ο αυθαίρετος οικιστής, ο διεφθαρμένος επιχειρηματίας, ο διαπλεκόμενος συνδικαλιστής, κι ο φαύλος πολιτικάντης αποποιούνται τις επιμέρους ηθικές ευθύνες τους, απωθούν τη δυνατότητα να ξαναδούν το ρόλο τους διαφορετικά, να σχετιστούν με τον εαυτό τους και τους άλλους πιο αυθεντικά. Αρνούνται να βιώσουν την αγωνία, για να μη χρειαστεί να αλλάξουν.

Η ελπίδα θα προκύψει όταν απελπιστούμε αρκετά. Όταν αγανακτήσουμε τόσο πολύ (και με τον εαυτό μας) ώστε να πούμε: ‘Ως εδώ, δεν πάει άλλο’. Τότε το ρήγμα στη συνείδησή μας θα επιφέρει και αλλαγή πολιτικού «παραδείγματος». Όπως κάθε αυθεντική μεταβολή, είναι, φυσικά, απρόβλεπτη. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει ούτε πότε, ούτε τι μορφή θα πάρει, ούτε ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της ρήξης. Ο ενεργός πολίτης γνωρίζει να ζει με την αβεβαιότητα πασχίζοντας συγχρόνως να τη μορφοποιήσει. Δεν είναι εύκολο, αλλά μήπως να ζεις μέσα στην αθλιότητα είναι;  

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Ένα κόμμα, μια παρέα, μια χρεοκοπία…


Με τους ναρκισσιστές τσαρλατάνους της πολιτικής σπάνια αξίζει να ασχολείσαι· φροντίζουν οι ίδιοι να αυτο-εξευτελίζονται… Αξίζουν όμως προσοχής οι αντιδράσεις στα καμώματά τους. Πολιτικά ενδιαφέρων δεν είναι ο θόρυβος των τενεκέδων, αλλά οι αντιδράσεις που προκαλεί. 

Ως γνωστόν, ο περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας Π. Ψωμιάδης καταδικάστηκε σε δωδεκάμηνη φυλάκιση με αναστολή για παράβαση καθήκοντος. Για την απόφαση που έλαβε ως νομάρχης, το 2005, να  μειώσει στις 5000 ευρώ πρόστιμα αξίας 89000 ευρώ, τα οποία είχαν επιβληθεί σε πρατηριούχο για συστηματική νόθευση καυσίμων, κρίθηκε ένοχος σε δύο δικαστικούς βαθμούς. Πως σχολίασε την καταδίκη του ο κ.Ψωμιάδης δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, ή τουλάχιστον όχι μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ ότι οι απόψεις του κ.Αυτιά για την ποιότητα των ΜΜΕ, του κ.Τσοχατζόπουλου για την «αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου», και του κ.Αλογοσκούφη για την οικονομία. Το ενδιαφέρον είναι αλλού.

Που; Στις πολιτικές αντιδράσεις. Ο κ.Καρατζαφέρης και ο κ.Καμμένος χαρακτήρισαν τη δικαστική απόφαση «πραξικοπηματική» και μίλησαν για «πολιτική δίωξη». Ο κ.Αδ. Γεωργιάδης υποστήριξε ότι υπερτερεί η βούληση του εκλογικού σώματος, όχι η κρίση των δικαστών. Κατ’ αναλογία, αν ο δημοφιλής Αλ Καπόνε εκλεγόταν δήμαρχος Σικάγου, η λαϊκή ετυμηγορία θα υπερίσχυε της εφαρμογής του νόμου. Θυμίζω ότι ο κ.Γεωργιάδης έχει πτυχίο νομικής! Η κυρία Μπακογιάννη σιώπησε. Η όψιμη αντιπαλότητά της με το «πολιτικό σύστημα» μάλλον την έχει εξαντλήσει…

Αυτό είναι όλο; Μακάρι να ήταν! Ο εκπρόσωπος της ΝΔ κ.Μιχελάκης εξέφρασε το «σεβασμό» του στην απόφαση του Δικαστηρίου (πόσο συγκινητικό…) και παρατήρησε οξυδερκώς ότι ο κ.Ψωμιάδης «δεν κινήθηκε με ταπεινά κριτήρια», και δεν θα πρέπει να τεθεί σε αργία, καθώς «η ποινή στηρίζεται στο νόμο του «Καλλικράτη», που ισχύει μετά τα όσα φέρεται να έχει κάνει ο κ.Ψωμιάδης».

Ο εκπρόσωπος της ΝΔ περιέπεσε σε σύγχυση ρόλων: από κομματικός εκπρόσωπος αυτοδιορίστηκε σε άτυπο δικαστή, αναζητώντας ελαφρυντικά στον περιφερειάρχη! Ο κ.Ψωμιάδης κινήθηκε φιλάνθρωπα, υπονοεί ο κ.Μιχελάκης. Μπορεί, αλλά η αντίληψή του περί φιλανθρωπίας είναι τόσο ιδιόρρυθμη που καταντά ακατανόητη. Ο πρατηριούχος, μακαρίτης πλέον, ήταν στέλεχος της ΝΔ, υποστηρικτής του κ.Ψωμιάδη, και κατ’ εξακολούθηση νοθευτής καυσίμων στον οποίο είχε επιβληθεί σωρεία προστίμων. Είναι γνωστό, βεβαίως ότι, ο κ.Ψωμιάδης δεν απαρνείται τους δικούς του ανθρώπους. Εξέφρασε εμπράκτως το ενδιαφέρον του για τον απατεώνα πρατηριούχο, όπως το 2006 υπερασπίστηκε τον προφυλακισθέντα (και μετέπειτα καταδικασθέντα) «φίλο» και στενό συνεργάτη του Π. Αναγνωστόπουλο, κατηγορούμενο στην υπόθεση εκβίασης της ΜΕΒΓΑΛ. Για τους «ημέτερους» ο κ.Ψωμιάδης κάνει τα πάντα!

Θαυμάστε τη Βουλγραράκειο συλλογιστική της δήθεν «νέας» ΝΔ: ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι, για νομοτυπικούς λόγους, ο κ.Ψωμιάδης δεν μπορεί να εκπέσει του αξιώματός του, το ηθικό κύρος του έχει καταρρακωθεί με τη δικαστική καταδίκη του. Μήπως άραγε η ΝΔ διέγραψε τον κ.Ψωμιάδη ή του υπέδειξε, έστω, να παραιτηθεί; Όχι περισσότερο απ’ ότι το έπραξε στην περίπτωση του κ.Κεφαλογιάννη (καταδικασθέντος για ψευδορκία και υπόθαλψη εγκληματία το 2008) ή του κ.Μαγγίνα (στον οποίο επεβλήθησαν πρόστιμα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ για πολεοδομικές παρανομίες το 2007).

 Το ρητορικό κερασάκι στην τούρτα ήρθε από τον κ.Σαμαρά. Σε συνάντησή του με τον κ.Ψωμιάδη, μίλησε για τον «περιφερειάρχη μας», τονίζοντας «την αγάπη που έχει όλη η ΝΔ γι αυτόν»! Νάτο πάλι το «κολλητιλίκι»! Η πολιτική γλώσσα υποκαθίσταται από την ψευδο-συναισθηματική. Τα δημόσια πρόσωπα δεν κρίνονται με βάση τα απρόσωπα κριτήρια του δημόσιου βίου, αλλά με αυτά του ιδιωτικού - πόσο τα «αγαπάμε»! Η γλώσσα της παρέας και της οικογένειας μεταφέρεται φενακιστικά στο δημόσιο βίο. Απορείτε που κυριαρχούν η οικογενειοκρατία και η παρεοκρατία στη χώρα;

Για νάχετε ένα μέτρο σύγκρισης: σχολιάζοντας την πρόσφατη καταδίκη σε επταετή φυλάκιση του πρώην προέδρου του Ισραήλ Μοσέ Κατσάβ, ο νυν πρόεδρος Σιμόν Πέρες δήλωσε: «είμαστε όλοι ίσοι ενώπιον του νόμου». Όταν ο πρώην υπουργός των Βρετανών Εργατικών Φιλ Γούλας καταδικάστηκε πέρυσι για ψευδολογία σε βάρος πολιτικού αντιπάλου του, εξέπεσε από το βουλευτικό αξίωμα. Η αντιπρόεδρος του Εργατικού Κόμματος Χάριετ Χάρμαν δήλωσε ότι, όχι μόνο δεν θα υποστήριζε τυχόν έφεση του καταδικασθέντος, αλλά ότι «δεν αποτελεί μέρος της πολιτικής του Εργατικού Κόμματος να κερδίζει εκλογές με ψευδολογίες». Ο κ.Γούλας διεγράφη από το κόμμα του. Η δικαστική απόφαση έγινε αυτονόητα σεβαστή· είχε συνέπειες.

Το πρόβλημά μας μόνο επιφανειακά είναι οι Ψωμιάδηδες – τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν σε όλες τις χώρες. Το πραγματικό μας πρόβλημα είναι οι Μιχελάκηδες – αυτοί που επισήμως εκφράζουν το ήθος του φορέα που εκπροσωπούν· που αντιμετωπίζουν με χυδαία ιδιοτέλεια το νόμο και απαλλάσσουν επιλεκτικά τα δημόσια πρόσωπα από τις ευθύνες τους· αυτοί που δεν σέβονται τους θεσμούς, δεν στιγματίζουν παρανομίες, δεν απαξιώνουν ιδιοτελείς συμπεριφορές. Η στάση αυτή αποτυπώνει τη βαθιά ανορθολογική πολιτική κουλτούρα μας. Το φαινόμενο δεν έχει πολιτικό πρόσημο, είναι διακομματικό: νόμος είναι ό, τι ορίζει η ξεδιάντροπη κομματοκρατία.

Δεν θα κουραστώ να το γράφω: το ελλαδικό πρόβλημα είναι ένα μετα-πρόβλημα, που μας διαφοροποιεί καθοριστικά από την ανεπτυγμένη Ευρώπη – ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τα προβλήματά μας συνιστά το πραγματικό μας πρόβλημα. Η πολιτική χειραγώγηση της δημόσιας σφαίρας, η απαξίωση των θεσμών από την αδίστακτη κομματοκρατία,  η αναγωγή του κομματικού συμφέροντος σε υπέρτατη αξία, αυτές είναι οι καταστατικές αξίες του πολιτικού μας συστήματος. Αυτό το είδος προβλήματος δεν λύνεται με Μνημόνια – δυστυχώς…          

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ο Τσόρτσιλ, οι στρατηγοί και οι κατσαπλιάδες



«Εσύ νομίζεις ότι, κατά βάθος, υφαίνεις ένα κομμάτι πανί: διότι κάθεσαι μπροστά σε έναν αργαλειό – κι ας είναι άδειος – και κάνεις τις κινήσεις του υφαντή»

ΛΟΥΝΤΒΙΧ ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΙΝ


Αν είδατε την τηλεοπτική συνέντευξη του Αλέκου Παπαδόπουλου στον Αλέξη Παπαχελά («Σκαϊ», 28/3/2011), είχατε την ευκαιρία να απολαύσετε έναν ευθύβολο, τολμηρό, σχεδόν τσορτσιλικό, πολιτικό λόγο. Βέβαια, ο κ.Παπαδόπουλος δεν κυβερνά τη χώρα για να μας πει, όπως ο Τσόρτσιλ στη Βουλή των Κοινοτήτων, τον Μάιο 1940, «δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω παρά μόνο αίμα, μόχθο, δάκρυα και ιδρώτα», αλλά μας προειδοποίησε (όχι για πρώτη φορά) ευθέως: αν συνεχίσουμε όπως πάμε, θα γκρεμοτσακιστούμε. Πολλές και εύστοχες οι επισημάνσεις του, ξεχωρίζω (και επεκτείνω) τρεις.

Πρώτον, ακόμα και σε συνθήκες χρεοκοπίας «δεν έχουν διαμορφωθεί όροι εθνικής αυτογνωσίας» (ο.π.). Κυβερνώντες και κυβερνώμενοι έχουμε εθιστεί στην αυταπάτη· επειδή καθόμαστε μπροστά στον αργαλειό νομίζουμε ότι υφαίνουμε. «Μαλακώνουμε τις λέξεις» (ο.π.), προκειμένου να αποφύγουμε την οδυνηρή αυτοεξέταση. Μιλάμε λ.χ. για «μνημόνιο» όταν τελούμε υπό «διεθνή οικονομικό έλεγχο»· θεωρούμε ότι είμαστε υπό «επιτήρηση», όταν βρισκόμαστε «υπό χρεοστάσιο»· αναρωτιόμαστε αν θα «χρεοκοπήσουμε», ενώ το πραγματικό ερώτημα είναι αν θα «καταρρεύσουμε». Βαφτίζουμε «μεταρρυθμίσεις» διάφορες «διευθετήσεις». Τα δανεικά και οι κοινοτικές εισροές μας έκαναν να μπερδέψουμε την «ανάπτυξη» με τη «μεγέθυνση». Ζούμε στη σύγχυση και την άρνηση: νοιώθουμε ότι το παιχνίδι τελειώνει, αλλά δεν έχουμε μάθει κάποιο άλλο, γι αυτό και γαντζωνόμαστε στο παλιό.

Δεύτερο, ακόμη και σήμερα, η δύναμη του λαϊκισμού είναι κυρίαρχη. Έχουμε μάθει να κατανοούμε τον εαυτό μας κυρίως υπό το πρίσμα του θυματοποιητικού λαϊκισμού (πασπαλισμένο, συνήθως, με εθνικό κουτσαβακισμό). Η ανατολικόστροφη (προνεοτερική) πλευρά μας δεν επιτρέπει στη δυτικόστροφη (νεοτερική) να πάρει τα ηνία.  Δεν πρόκειται μόνο για το πελατειακό κράτος, την κατάχρηση εξουσίας, και τη διαφθορά. Αυτά είναι τα συμπτώματα. Οι αιτίες της παθογένειας πρέπει να αναζητηθούν στην ιστορικά διαμορφωμένη πολιτική νοο-τροπία μας. Ο λαϊκισμός, στο μέτρο που εκφράζει το κυρίαρχο φαντασιακό στην κοινωνία, τροφοδοτεί τη διαρκή θυματοποίηση του «λαού» (μειώνοντας σημαντικά την ικανότητα αυτογνωσίας), θραύει τη σχέση πράξεων και συνεπειών (καλλιεργώντας την ανευθυνότητα και την απληστία), και ενισχύει στο λαό-πελάτη τη νηπιακή επιθυμία να ικανοποιούνται όλες οι επιθυμίες του. Ενώ η θεσμική λογική κανοναρχεί, ελέγχει, και ιεραρχεί προτεραιότητες, η λαϊκιστική λογική είναι παρορμητική, ισοπεδώνει,  και χυλοποιεί.

Τρίτο, και πιο μελαγχολικό,  «οι δυνάμεις που διαχειρίζονται [τη χώρα] είναι οι δυνάμεις που την έφεραν στη χρεοκοπία. Και είναι αντίνομο να λέμε, κάποιος ο οποίος οδήγησε μία χώρα στη χρεοκοπία θα τη σώσει. Δε γίνεται αυτό το πράγμα» (ο.π.). Γιατί; Για τρεις λόγους – νοητικούς, συμβολικούς και ψυχολογικούς. Οι λαϊκιστές και φαύλοι κομματάνθρωποι που έσπρωξαν τη χώρα στη χρεοκοπία δεν διαθέτουν εναλλακτική γλώσσα περιγραφής των προβλημάτων (άρα δεν μπορούν να φανταστούν νέες λύσεις), δεν συμβολίζουν το καινούριο (άρα αδυνατούν να μας εμπνεύσουν), ούτε έχουν τα «ψυχικά κουράγια» (ο.π.) (άρα δεν μπορούν να επιμείνουν και να συγκρουσθούν). Είναι δύσκολο έως αδύνατο να ξεφύγουν από τον πολιτικό «Κυνόδοντα» όσοι γαλουχήθηκαν, σταδιοδρόμησαν, και πλούτισαν στην πολιτική σχολή του Ανδρέα Παπανδρέου.

Γιατί μας εντυπωσιάζει ο λόγος του κ.Παπαδόπουλου; Κατ΄ αρχάς νοιώθεις ότι δεν κάνει δημόσιες σχέσεις: το ύφος του είναι βλοσυρό, οι λέξεις του συχνά κοφτερές. Διαισθάνεσαι ότι πιστεύει αυτά που λέει, ξέρεις ότι τα έλεγε πάντα. Ως υπουργός διακρίθηκε για τη μεταρρυθμιστική επιμονή του. Ήταν ένας σύγχρονος σοσιαλδημοκράτης σε ένα κόμμα που θύμιζε περισσότερο βαλκανικού τύπου οικογενειακή επιχείρηση, με συγκολλητική ιδεολογία τον αριστερόστροφο λαϊκισμό.

Συγκρίνετε τον «βαρύ» λόγο του κ.Παπαδόπουλου με την κενολογία των πολιτικάντηδων, και δείτε τη διαφορά. Η κυρία με το χαμόγελο-μάσκα, υπόδειγμα αυτοεξυπηρετικής φιλοδοξίας και ρουσφετολογικής φαυλότητας, ανακάλυψε πρόσφατα το εθνικό συμφέρον! «Εάν το πολιτικό σύστημα δεν αντιληφθεί ότι πρέπει να βάλει το συμφέρον της πατρίδας, πάνω από τα κομματικά συμφέροντα τότε η χώρα θα πάρει τον κάτω δρόμο», ανακοίνωσε η κυρία Μπακογιάννη. Ο πρωθυπουργός και ο υπουργός Οικονομικών νομίζουν ότι θα μας κάνουν αισιόδοξους με την προσποιητά θετική ρητορική τους («το 2012 έτος ανάπτυξης»), όχι με την ωμή ειλικρίνεια και την αταλάντευτη αποφασιστικότητά τους. Αφού δεν διαθέτουν το τσορτσιλικό έρμα για να υποσχεθούν ενοχλητικές θυσίες, προσφεύγουν προπαγανδιστικά σε ασκήσεις θετικής ψυχολογίας!

Όταν άκουγες τον Τσόρτσιλ τον καιρό του Πολέμου είχες την αίσθηση ότι σε κυβερνάει κάποιος που έζησε όλη του τη ζωή γι αυτή τη στιγμή. Δεν σου υποσχόταν βέβαιη νίκη, αλλά «ιδρώτα, δάκρυα και αίμα». Ένοιωθες ότι μπορείς να τον εμπιστευθείς· οι θυσίες σου θα έπιαναν τόπο.  Όταν ακούς τον Παπανδρέου Γ΄ νοιώθεις ότι σε κυβερνά ο γιός του ιδρυτή της επιχείρησης που, βαθιά μέσα του, δεν θέλει (και δεν μπορεί) να κάνει αυτή τη δουλειά. Όταν ακούς τα παιδιά της πράσινης νομενκλατούρας - το Μαγκριώτη και τη Γεννηματά,  το Σκανδαλίδη και τον Παπουτσή, τον Κουσελά και την Αποστολάκη – να μπουρδολογούν στα ΜΜΕ, αντιλαμβάνεσαι  πόσο εύκολο είναι να πέσει η χώρα στο γκρεμό που χάσκει μπροστά της· συνειδητοποιείς ότι οι θυσίες σου μάλλον θα πάνε στο βρόντο. Κοιτάζεις από την άλλη μεριά τα παιδιά της γαλάζιας νομενκλατούρας και μελαγχολείς βαθιά· σε πνίγει η απελπισία – κι ο θυμός.
   
Εξοστρακίσαμε τους ικανούς στρατηγούς από την πόλη. Ας μην απορούμε που μας απέμειναν οι κατσαπλιάδες. 

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

«Ο καθένας να δει πώς θα αλλάξει τον κόσμο του»


«Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός
υπάρχει
και δεν είναι το χώμα λοιπόν
 η μόνη λύση
όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.»
 ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Άτιτλο, από τη συλλογή «Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως»

Η χρεοκοπία μας ενεργοποιεί. Όχι απαραίτητα αναστοχαστικά, ούτε πάντοτε δόκιμα ή νηφάλια, αλλά σίγουρα ανάβει το φυτίλι της αμφιβολίας μέσα μας. Πώς καταντήσαμε έτσι; Τι χώρα παραδίδουμε στα παιδιά μας; Σε τι μπορούμε να ελπίζουμε;
Η τελευταία ερώτηση είναι η πιο γόνιμη. Όχι ότι δεν χρειάζεται να στοχαστούμε τα αίτια της χρεοκοπίας (κάθε άλλο), αλλά, στη συγκεκριμένη συγκυρία, το όφελος προκύπτει κυρίως από την πράξη. Η ερμηνεία διαυγάζει τον κόσμο, η πράξη όμως τον αλλάζει.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Χρειαζόμαστε πρότυπα να μας εμπνεύσουν. Πού θα τα βρούμε; Υπάρχουν γύρω μας, αρκεί να εκπαιδεύσουμε τη ματιά μας να τα αναζητήσει. Η μεμψιμοιρία είναι ανέξοδη και εκτονωτική. Η δημιουργία προϋποθέτει κόπο, φαντασία, ρίσκο. Ιδού μερικές (από πολλές) ιστορίες ανθρώπων που δεν μιλάνε για αλλαγή, αλλά την ενσαρκώνουν.
Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει η Ελλάδα σε University Press. Σε μεγάλο βαθμό το χρωστούν στον εμπνευσμένο διευθυντή τους, το διακεκριμένο φυσικό Στέφανο Τραχανά. «Ανήκα σε έναν ιδεολογικό χώρο που πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο», λέει στην «Κ» (6/3/2011) ο Τραχανάς. «Με τα χρόνια κατάλαβα ότι είναι πιο δύσκολο να βάλεις ένα στόχο στα μέτρα σου: να κάνεις ένα καλό μάθημα, να γράψεις ένα καλό βιβλίο, να δημιουργήσεις έναν εκδοτικό οίκο… Γιατί αυτά τα πράγματα απαιτούν προσπάθεια και είσαι υπόλογος για το αποτέλεσμα». Σοφές κουβέντες. Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο; Ξεκίνα φιλόδοξα με μια δραστηριότητα που σε ενδιαφέρει άμεσα και κάνε την όλο και καλύτερα.
Ο αθηναϊκός αθλητικός σύλλογος «Πρωτέας» μεταμορφώθηκε από τότε που ανέλαβε την προεδρία ο 25χρονος Δημήτρης Κυριακόπουλος. Πήρε ένα σύλλογο-καφενείο συνταξιούχων, έβαλε χίλια ευρώ από την τσέπη του, κινητοποίησε τη γειτονιά για βοήθεια, και μετέτρεψε τον «Πρωτέα» σε ζωντανό κέντρο άθλησης και κοινωνικοποίησης των νέων. Γιατί το έκανε; Αίσθηση χρέους, εν μέρει. «Ο Πρωτέας μας μεγάλωσε όλους», λέει. «Ο καθένας μας πρέπει να δει πώς θα αλλάξει τον δικό του κόσμο. […] Αν εγώ φτιάξω τη γειτονιά μου, εσύ φτιάξεις τη γειτονιά σου, ο άλλος φτιάξει τη γειτονιά του, θα έχουμε φτιάξει μια πόλη, και αν φτιαχτούν όλες οι πόλεις θα έχει φτιαχτεί η χώρα» («Τα Νέα», 12/3/2011). Σε ενδιαφέρει η αλλαγή; Ξεκίνα με το μικρόκοσμό σου. Σκέψου γενικά, δράσε τοπικά. Έχεις ευθύνη, μην παραιτείσαι!
Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας κέρδισε πέρυσι, σε διεθνή διαγωνισμό, χρηματικό έπαθλο ενός εκατομμυρίου ευρώ από το Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς, για τις πρωτοποριακές υπηρεσίες που προσφέρει. Ψυχή της Βιβλιοθήκης είναι ο οραματιστής διευθυντής της Γιάννης Τροχόπουλος. Η φιλοσοφία του είναι αναζωογονητικά απλή: όταν δημιουργείς ένα θεσμό «που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας προσφέροντας υπηρεσίες ποιότητας» («Κ», 22/8/10), ο πολίτης τον αγκαλιάζει. Αντίθετα με τους ξεδιάντροπους πολιτικάντηδες που γενικεύουν εξισωτικά τις ευθύνες για την αθλιότητα της χώρας, ο Τροχόπουλος δεν εγκλωβίζεται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες· συμπεριφέρεται ηγετικά. Αρνείται έμπρακτα τη διαπίστωση ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν· ξέρει ότι είναι πρωτίστως δική του ευθύνη να κάνει τον πολίτη να αγαπήσει τη Βιβλιοθήκη. «Όταν εμείς διευρύναμε τη βιβλιοθήκη [με ψηφιακές συλλογές, διαδραστικές υπηρεσίες, κλπ] ανακαλύψαμε ότι υπήρχαν άνθρωποι […] στους οποίους προσφέραμε μια διέξοδο» (ο.π.).
Το υποκατάστημα του ΙΚΑ στη Σαντορίνη ξεχωρίζει για την υποδειγματική λειτουργία του. Δεν συνέβη τυχαία. Εδώ και τέσσερα χρόνια, χάρη στην αφοσιωμένη διευθύντριά του, την κυρία Αθανασία Σούγια, η υπηρεσία έχει οργανωμένο αρχείο, υπαλλήλους με σαφείς αρμοδιότητες και προτεραιότητες· το κόστος λειτουργίας έχει μειωθεί, τα έσοδα έχουν σημαντικά αυξηθεί. Χρονίως ανεκτέλεστες αποφάσεις πλέον εκτελούνται, οι έλεγχοι εντατικοποιήθηκαν, οι παραγραφές προστίμων ελαχιστοποιήθηκαν. Γιατί δεν συνέβαιναν όλα αυτά πριν; Καλό ερώτημα… Η κυρία Σούγια έχει την ευσυνειδησία πρώσου δημόσιου λειτουργού. Στο πρόσωπό της ο δημόσιος οργανισμός επανασυνδέεται με τα θεμελιώδη: η δημόσια διοίκηση ξαναγίνεται δημόσια υπηρεσία, τα δημόσια αγαθά προστατευόμενο είδος, όχι αντικείμενο λεηλασίας. Ξεχασμένες έννοιες στην Ελλάδα των Φωτόπουλων και των Πεππέδων…
Τι κοινά στοιχεία έχουν οι προαναφερθέντες; Πρώτον είναι άνθρωποι με πάθος. Χωρίς πάθος δεν υπάρχει δημιουργία. Ο Τραχανάς κατήγγειλε την υπερτιμολόγηση των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων και ταλαιπωρήθηκε με αγωγές για χρόνια. Γιατί το έκανε; «Όταν είδα ότι το Υπουργείο Παιδείας αγόραζε βιβλία σε τιμή τρεις φορές υψηλότερη από ό,τι στο εμπόριο, θύμωσα» (ο.π.), λέει. Ο Κυριακόπουλος πήγε στην τότε διοίκηση του «Πρωτέα» να προσφέρει τις αθλητικές υπηρεσίες του. Τον έδιωξαν. «Το πήρα πολύ προσωπικά» (ο.π.), λέει. Δεύτερον διαπερνώνται από αλλοκεντρική (ετερο-αναφορική) αντίληψη του ρόλου τους. Οι δημόσιοι θεσμοί υπάρχουν για να υπηρετούν την κοινωνία, όχι τα μέλη τους. Τρίτον, ηγεσία σημαίνει ευθύνη, μεράκι, ρίσκο, λογοδοσία, δυνατότητα για οραματικές πρωτοβουλίες· να προσθέτεις αξία σε ό,τι κάνεις. Για να ηγείσαι πρέπει να μάθεις να υπηρετείς ευρύτερους σκοπούς.
Δεν ξέρουμε πώς αλλάζει ο κόσμος, αλλά ξέρουμε πώς χειροτερεύει. Δεν ξέρουμε πώς αναμορφώνεται μια κοινωνία, αλλά ξέρουμε πώς μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα λίγο καλύτερα απ΄ ό,τι τα βρήκαμε. Στη μικρή ζωή μας, για τα μικρά είμαστε υπεύθυνοι και υπόλογοι ― τα μεγάλα μας ξεπερνούν. Δεν είναι το χώμα η μόνη λύση. Ο ουρανός υπάρχει και τον βλέπουμε. «Δεν υπάρχει ταβάνι. Το θέμα είναι να μη γεράσει το μυαλό μας» (ο.π.), λέει ο Κυριακόπουλος. Μπράβο παλληκάρι μου…  

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Τα επώδυνα διλήμματα του κυβερνήτη


Κανείς δεν θάθελε να αντιμετωπίζει τέτοια διλήμματα, αλλά κανένας κυβερνήτης δεν μπορεί να τα αποφύγει. Τι προέχει; Η εφαρμογή του νόμου με όση σκληρότητα αναπόφευκτα τη συνοδεύει, ή η προστασία της ανθρώπινης ζωής έστω κι αν παραβιάζεται ο νόμος; Πως αποφασίζουμε όταν αλληλοσυγκρούονται αξίες μας; Τήρηση των νόμων ή σεβασμός οικουμενικών αξιών; Είμαστε πρωτίστως πολίτες ή προεχόντως ανθρωπιστές;
   
Δύσκολα ερωτήματα. Όχι μόνο επειδή οι απαντήσεις δεν είναι προφανείς, αλλά γιατί ο κυβερνήτης συχνά καλείται να επιλέξει όχι μεταξύ «σωστού» και «λάθους», αλλά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «κακών». Στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τέτοια διλήμματα είναι οδυνηρά: δοκιμάζουν τη διανοητική διαύγεια και την ηθική συγκρότηση του κυβερνήτη.  

Αντιμετωπίζοντας την παρατεταμένη απεργία πείνας των τριακοσίων λαθρομεταναστών στο μέγαρο Υπατία, ο υπουργός Εσωτερικών κ.Ραγκούσης βρέθηκε στη δύσκολη θέση του Κρέοντος στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους: να εφαρμόσει το νόμο ή να αποφασίσει με γνώμονα ανθρωπιστικά κριτήρια;

Αντικρίζοντας το πτώμα του Πολυνείκη, ο Κρέων και η Αντιγόνη υπερασπίζονται δύο αντικρουόμενες αξίες αντιστοίχως: τους «νόμους χθονός» (τους νόμους της πόλης) και την «θεών ένορκον δίκαν» (τη δικαιοσύνη των θεών). Οι νόμοι ρυθμίζουν την έλλογη συμβίωση μιας κοινότητας, αλλά δεν αρκούν. Το ρητό ζει στη σκιά του άρρητου, ο νόμος δεν καθορίζει κατ΄ αποκλειστικότητα αυτός και μόνο το πρακτέο, ούτε εξαντλεί το απαγορευμένο. Ούτε όμως η δικαιοσύνη των θεών αρκεί· αν αρκούσε «δεν θα υπήρχε ούτε «Αντιγόνη», ούτε τραγωδία» επισημαίνει διεισδυτικά ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Η τραγωδία προϋποθέτει την ασάφεια του ανθρώπινου βίου, την ελευθερία της επιλογής.

Ο υπέρμαχος των νόμων της πόλεως Κρέων γίνεται, παραδόξως, «άπολις», στο μέτρο που παραμένει  καθηλωμένος στο «μόνος φρονείν»  - ο λόγος του δεν διαπερνάται από τον λόγο των άλλων. Αλλά εξίσου «άπολις» γίνεται και η Αντιγόνη, στο βαθμό που παραγνωρίζει ότι πόλις χωρίς νόμους δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα κι όταν έχουμε δίκιο, παρατηρεί ο Καστοριάδης, καταλήγουμε να έχουμε άδικο, αν επιμένουμε να έχουμε δίκιο μόνο εμείς («μόνος φρονείν). Όταν ακούμε τον λόγο των άλλων («ίσον φρονείν»), αποφεύγουμε την «ύβριν», συνυφαίνουμε διαφορετικές φωνές, εμπλουτίζουμε τον κοινό λόγο της πόλεως· αναπτύσσουμε τη φρόνηση, γινόμαστε «υψιπόλιδες».

Για το χριστιανό ή τον κοσμικό ανθρωπιστή, η φιλαλληλία αποτελεί  υπέρτατη αξία. Με βάση αυτή, ο υπουργός Εσωτερικών έπρεπε  να νομιμοποιήσει άνευ όρων τους λαθρομετανάστες-απεργούς πείνας. Αν εξαιρέσουμε τους ιδεοληπτικούς αριστερούς  που, σαν τα σκυλιά του Παβλόφ, υιοθετούν οποιαδήποτε διαμαρτυρία αμφισβητεί την «αστική νομιμότητα», οι περισσότεροι που συμπαραστάθηκαν  στους απεργούς πείνας της Υπατίας πιθανότατα εμφορούνταν  από ανθρωπιστικά κίνητρα.

Κατανοητό αυτό, αλλά, προκειμένου να μπορεί μια κοινότητα να δεχτεί τους λαθρομετανάστες πρέπει να μπορεί να υπάρχει ως τέτοια· να μπορεί να προστατεύει συντεταγμένα τον εαυτό της, ήτοι τους «νόμους χθονός» που τη συγκροτούν ως κοινότητα. Συνεπώς, οι αποφάσεις των ηγετών μας οφείλουν να σέβονται  τους νόμους. Αλλά και η εφαρμογή των νόμων δεν μπορεί να παραγνωρίζει την ανθρώπινη οδύνη· τότε δεν θα ήμασταν τα έλλογα όντα που θέλουμε να είμαστε. Οι απεργοί πείνας της Υπατίας έθεσαν  δραματικά υπόψη μας την εξαθλιωμένη κατάσταση  συνανθρώπων που εργάζονται παράνομα στη χώρα μας. «Άμα δεν έχεις χαρτιά είσαι σαν ζώο», είπε ένας απεργός πείνας στη Μ. Μαργωμένου («Κ», 27/2/2011). Ο τρόπος του βίου που, κατ΄ αρχήν, έχουμε υιοθετήσει ως πολιτική κοινότητα προασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεν δέχεται να αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος σαν ζώο. Άρα, κάτι έπρεπε  να κάνουμε.

Τι όμως; Ο φρόνιμος κυβερνήτης πασχίζει να συνυφάνει τους «νόμους χθονός» με την «θεών ένορκον δίκαν». Γνωρίζει ότι το «παίγνιο» είναι επαναλαμβανόμενο: η πολιτεία θα βρεθεί και στο μέλλον ενώπιον του ιδίου διλήμματος. Αν το αντιμετώπιζε  εφαρμόζοντας τυφλά το νόμο, θα έστελνε  μεν ένα ισχυρό μήνυμα στους επίδοξους λαθρομετανάστες, αλλά θα αδιαφορούσε  για τη ζωή των συγκεκριμένων απεργών πείνας. Αν, αντιθέτως, επέλεγε  την παραβίαση του νόμου, τότε θα καθιστούσε την Ελλάδα ευάλωτη σε κύματα λαθρομεταναστών.

Ο νόμος είναι σύνθετη κατασκευή, δεν είναι άσπρο-μαύρο. Οι απεργοί πείνας διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τις προϋποθέσεις νομιμοποίησής τους. Η απόφαση  του κ.Ραγκούση ήταν  φρόνιμη: κατ΄ εφαρμογήν του νόμου, παρέχει καθεστώς ανοχής στους λαθρομετανάστες, αναστέλλοντας για ένα εξάμηνο (με δυνατότητα ανανέωσης) την απέλασή τους, με την προοπτική επανεξέτασης των ατομικών φακέλων τους και  τροποποίησης του νόμου σε ότι αφορά τα ένσημα, χρόνο παραμονής, κλπ. Αν καθόριζε ανώτατο όριο στη δυνατότητα ανανέωσης, η απόφασή του θα έδειχνε μεγαλύτερη πυγμή.  
Ο υπουργός δεν έμεινε  ανεπηρέαστος από το δράμα των απεργών πείνας, αλλά και δεν παραβίασε  το νόμο. Υπερασπίστηκε  φρόνιμα τη νομιμότητα. Όπως η Αντιγόνη, οι απεργοί πείνας αρχικά έμειναν  καθηλωμένοι στο «μόνος φρονείν», αγνοώντας την έννομη τάξη της πόλεως. Το ότι διακινδύνευσαν  τη ζωή τους δεν κατέστησε  την «ύβριν» τους περισσότερο αποδεκτή, όπως η θυσία της Αντιγόνης δεν δικαιώνει την άμετρη εναντίωσή της στο νόμο.
Αν η υπόθεση των απεργών πείνας της Υπατίας μας δυσκόλεψε  να βρούμε στοχαστικά κριτήρια αντιμετώπισής της είναι τόσο γιατί η έννοια του νόμου έχει χρεοκοπήσει στη συνείδησή μας, όσο και γιατί έχουμε χάσει την αυτοπεποίθησή μας ως πολιτική κοινότητα. Δεν ξέρουμε πότε  να είμαστε άτεγκτοι, πότε να υποχωρούμε, πως να συνυφαίνουμε αλληλοσυγκρουόμενες αξίες.  Τουλάχιστον, εν προκειμένω, φαίνεται να διαθέτουμε έναν σοβαρό υπουργό Εσωτερικών. Κάτι είναι κι αυτό…