Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

O στρατηγός απόκαμε…



Τον περασμένο Μάιο δήλωσε στη Βουλή: «[…] χρειάζεται συστράτευση, πανστρατιά. […] Είμαστε σε συνθήκες πολέμου. Χρειάζεται εθνική επιστράτευση, εθνική συστράτευση, ενότητα». Στη συνάντησή του με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον περασμένο Οκτώβριο, επανέλαβε μια παρόμοια δήλωση: «εδώ πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι κάνουμε έναν πόλεμο». Ο υπουργός Οικονομικών και αντιπρόεδρος δύο κυβερνήσεων κ.Βενιζέλος, τον οποίο δεν θα μπορούσε να μεμφθεί κανείς για φραστική λιτότητα, δύσκολα αντιστέκεται στον τσορτσιλικό πειρασμό - να θεωρήσει τον εαυτό του ηγέτη στρατεύματος σε καιρό πολέμου!

Δεν είναι ο μόνος. Ο κ.Παπανδρέου Γ΄ χρησιμοποίησε επανειλημμένα τη γλώσσα του πολέμου, ενώ, πρόσφατα, ο κυβερνητικό εκπρόσωπος κ.Καψής υπογράμμισε τον έκτακτο, πολεμικό χαρακτήρα της οξείας κρίσης που μαστίζει τη χώρα. Χαρακτήρισε την κυβέρνηση Παπαδήμου «πολεμική κυβέρνηση», τονίζοντας ότι «αυτό που πρέπει να καταλάβουν όλοι είναι ότι είμαστε σε πόλεμο. Αν δεν υπογράψουμε τη συμφωνία, θα βρεθούμε εκτός ευρώ».

Η γλώσσα του πολέμου είναι κατανοητή υπό τις περιστάσεις – αρκεί να συνειδητοποιούσαν οι χρήστες της τι συνεπάγεται! Μια χώρα γονατισμένη, που μάχεται για την οικονομική της επιβίωση, μοιάζει να έχει εμπλακεί σε πόλεμο. Ο εχθρός δεν είναι, βέβαια, ευδιάκριτος, δεδομένου ότι τα ελλείμματα και το χρέος δεν είναι απέναντί μας (όπως ένας εχθρός), αλλά μέσα μας, αποτελέσματα ιστορικών εθισμών και νοοτροπιών. Ίσως να ήμασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα αν παραλληλίζαμε την αγωνιώδη προσπάθεια της χώρας για οικονομική επιβίωση αντίστοιχη με τη μάχη τους ασθενούς κατά του καρκίνου. Τα ελλείμματα, όπως τα καρκινικά κύτταρα, τα παράγουμε εμείς οι ίδιοι. Συμβιώνουμε για δεκαετίες με τον εχθρό.

Το πρόβλημα όμως είναι ότι η κυβερνώσα ελίτ δεν παίρνει τα λόγια της στα σοβαρά: μιλά για πόλεμο αλλά δεν συμπεριφέρεται σα να είναι σε πόλεμο. Δεν πρόκειται μόνο για το γεγονός ότι η σχεδόν πεντηκονταμελής κυβέρνηση Παπαδήμου περιέχει, σε μεγάλο βαθμό, ό,τι πιο ανίκανο, φθαρμένο και, σε μερικές περιπτώσεις, απλώς γελοίο υλικό απαρτίζει το πολιτικό προσωπικό της χώρας. Ούτε μόνο για το γεγονός ότι (και) η κυβέρνηση Παπαδήμου έχει για αντιπρόεδρο (Α΄ ή Β΄ θα σας γελάσω…) έναν κύριο με τρυφηλή φυσιογνωμία, ο οποίος, σύμφωνα με δική του ομολογία, έχει «μόνο συμβουλευτικές, όχι νομοθετικές αρμοδιότητες» και, ο οποίος, για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του, κάνει δήθεν αυτοκριτικές δηλώσεις στα ΜΜΕ, παραχωρεί αφειδώς συνεντεύξεις και, κατά δήλωσή του, συγγράφει βιβλίο, στο οποίο θα τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του (για τον οποίο θα τον θυμούνται οι επόμενες γενιές, αφού το πολιτικό του έργο είναι σχεδόν ανύπαρκτο) «όλοι μαζί τα φάγαμε», παραμένοντας παρ’ όλα αυτά υπουργός! (Παρεμπιπτόντως, αν ήθελε η κυβέρνηση Παπαδήμου να πείσει για την αναγκαιότητα της εργασιακής εφεδρείας θα έδινε το καλό παράδειγμα: θα άρχιζε με τους ουκ ολίγους πλεονάζοντες υπουργούς της, αρχής γενομένης με τον κ.Αντιπρόεδρο (Α΄ ή Β΄, μου διαφεύγει…). Αλλά πότε οι πολιτικάντηδες έδωσαν το καλό παράδειγμα για να το κάνουν τώρα…).

Ας επανέλθω, όμως, στο θέμα της πολεμικής γλώσσας. Έλεγα ότι η κυβερνώσα τάξη μιλά για πόλεμο, αλλά δεν συμπεριφέρεται σα να είναι η χώρα σε πόλεμο. Άνθρωποι που αγνοούν την έννοια της συνέπειας (εκτός κι αν αφορά τα συμφέροντά τους), αδυνατούν να είναι συνεπείς με την ίδια τους τη γλώσσα: δεν κατανοούν τις συνεπαγωγές – τις συμπεριφορικές επιπτώσεις - της γλώσσας που χρησιμοποιούν. Δεν εκπλήσσει, λοιπόν, που η γλώσσα τους εκπίπτει σε φλύαρη κενολογία• γι αυτό δεν πείθουν, ούτε συγκινούν, ακόμα κι όταν χρησιμοποιούν δραματικά ρητορικά σχήματα.
Δείτε τις πρόσφατες δηλώσεις Βενιζέλου: «Δυστυχώς όλες οι θεμελιώδεις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές προγνώσεις του αρχικού προγράμματος - του μνημονίου - δεν επιβεβαιώθηκαν. Είμαι εξουθενωμένος, μένω εδώ από εθνικό καθήκον», είπε. Φαντάζεστε τον Τσόρτσιλ να λέει, μετά τις πρώτες ήττες των Συμμάχων στον Πόλεμο: «η στρατηγική μας απέτυχε. Είμαι εξουθενωμένος»; Φαντάζεστε τη Σαν Σου Κι, τον Νέλσον Μαντέλα, ή τον Λεχ Βαλέσα να ομολογούν ηττοπαθώς ότι νοιώθουν «εξουθενωμένοι» από τον αγώνα τους;

Όχι, δεν το φαντάζεστε. Γιατί οι ηγέτες αυτοί ήταν (και η Σαν Σου Κι εξακολουθεί να είναι) αφοσιωμένοι στον αγώνα τους, γνώριζαν ότι σε αυτούς προσβλέπουν πολλοί άλλοι που δεν έπρεπε να διαψεύσουν• ο τελικός σκοπός τους είχε συνεπάρει τόσο πολύ που υπήγαγαν σε αυτόν τη συνολική τους ύπαρξη. Τέτοιοι ηγέτες δεν μιλούν απλώς για «μάχες», «αγώνες» και «πολέμους» - ζουν μαχόμενοι, αγωνιζόμενοι, πολεμώντας. Δεν σκέπτονται την επόμενη μέρα με όρους σταδιοδρομικής επιβίωσης• το «εθνικό καθήκον» δεν είναι γι αυτούς ρητορικός πομφόλυγας αλλά κατευθυντήριος τρόπος ζωής• η ηττοπάθεια και η «εξουθένωση» είναι πολυτέλειες που δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους.

Δεν μπορεί να νοιώθει ένας ηγέτης «εξουθενωμένος»; Ακόμα κι αν το νοιώσει, δεν πρέπει να το κοινολογήσει. Όπως λίγο-πολύ κι ένας γονιός. Όταν έχεις ευθύνη για άλλους, η ελπίδα είναι καθήκον σου. Δεν μπορείς να μεταφέρεις ανεπεξέργαστα την αβεβαιότητα που αντιμετωπίζεις σε αυτούς που σε ακολουθούν. Από τη θέση σου βλέπεις πολύ περισσότερα από τους υπόλοιπους. Τη γνώση σου αυτή πρέπει να τη χρησιμοποιήσεις για να εμπνεύσεις, όχι για να μοιραστείς δήθεν αυθεντικά με τους άλλους τις αγωνίες σου. Ο ρόλος σου υπαγορεύει τη συμπεριφορά σου. Έχεις υποχρέωση να μην απογοητεύσεις αυτούς που προσβλέπουν σε σένα. Ο ηγέτης καθοδηγεί, δεν καλλιεργεί ηττοπάθεια• εμψυχώνει, δεν μεταφέρει απόγνωση.

Μα δεν πρέπει ο ηγέτης να περιγράφει τις δυσκολίες; Μήπως πρέπει να εξωραΐζει την πραγματικότητα; Να καλλιεργεί φρούδες ελπίδες; Όχι, βέβαια. Οι συγκλονιστικότερες στιγμές ενός ηγέτη, οι στιγμές που σφυρηλατεί δεσμούς εμπιστοσύνης με αυτούς που τον ακολουθούν, δεν είναι όταν ωραιοποιεί τα πράγματα, αλλά, αντιθέτως, όταν ονοματίζει τις δυσκολίες: Θυμηθείτε τον Τσόρτσιλ: «δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω παρά μόνο ιδρώτα, δάκρυα, και αίμα». Η ελπίδα δεν γεννάται με ενέσεις τεχνητής αισιοδοξίας, αλλά με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας. Χρέος του ηγέτη είναι να μας πείσει ότι μπορούμε να πιστεύουμε στις δυνάμεις μας, ακόμα κι όταν τα εμπόδια φαίνονται ανυπέρβλητα και το ηθικό μας κλονίζεται. Οι ηγέτες έχουν το ψυχικό σθένος του μαχητή• οι ψευδο-ηγέτες ομολογούν την ήττα τους την ώρα του πολέμου, μη διαθέτοντας, τουλάχιστον, τη γενναιότητα της παραίτησης από το αξίωμά τους. Θέλουν να είναι στρατηγοί στα εύκολα! Μένουν δήθεν από «εθνικό καθήκον», ενώ το μυαλό τους είναι στην πολιτική τους επιβίωση.

Η χώρα εν πολλοίς κυβερνάται από ανθρώπους που δεν πίστεψαν ποτέ σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το συμφέρον τους. Χρειάζεται πολύ σοφία για να συμπεράνει κανείς ότι, με τέτοιους στρατηγούς, είναι μάλλον απίθανο να κερδηθεί ο πόλεμος;


Δευτέρα 12 Δεκεμβρίου 2011

Το νερό της Φουκουσίμα


Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011. Τα κύρια άρθρα του διεθνούς Τύπου αναφέρονται, φυσικά, στην πρωτοφανή κρίση του ευρώ. Οι πολυεθνικές εταιρίες, πάντοτε εχθρικές στις εκπλήξεις, εντάσσουν ήδη στα σχέδιά τους το σοβαρό ενδεχόμενο κατάργησης του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος. Η αβεβαιότητα και η αγωνία κυριαρχούν. Ποιο είναι το πρώτο θέμα στο ελλαδικό κανάλι με τη μεγαλύτερη τηλεθέαση ειδήσεων; Η απουσία των κκ.Αβραμόπουλου και Δήμα από το υπουργικό συμβούλιο της ημέρας, ρεπορτάζ για το σχετικό παρασκήνιο και τα επικριτικά σχόλια «πράσινων» υπουργών, και, φυσικά, έμμεσες υποδείξεις στον πρωθυπουργό! Τέτοιας ποιότητας ΜΜΕ (στην «ευπρεπή» τους μάλιστα εκδοχή!) διαμορφώνουν την κοινή γνώμη στην Ελλάδα…

Αν η αδυναμία της διάκρισης του μείζονος από το έλασσον, αποτέλεσμα μικρονοϊκής εσωστρέφειας, χαρακτηρίζει τη γλώσσα των πλείστων ελλαδικών ΜΜΕ, η ξεδιάντροπη υποκρισία διακρίνει τη γλώσσα των περισσότερων πολιτικών. Τα παραδείγματα είναι άφθονα. Ο Χρυσοχοϊδης διαπιστώνει εμβριθώς ότι «η πολιτική μας οδήγησε σε αδιέξοδο και εθνική ταπείνωση». Ο Πάγκαλος, σε μια δυσεύρετη στιγμή νηφαλιότητας, μας κοινοποιεί τη βαθυστόχαστη γνωμάτευση ότι «το Μνημόνιο απέτυχε γιατί εμείς αποτύχαμε». Η Γεννηματά, σε συζήτηση στη Βουλή για τα σκανδαλώδη δάνεια της Τράπεζας Αττικής στα δύο μεγάλα κόμματα με εγγύηση μελλοντικές κρατικές χορηγίες, δηλώνει πομπωδώς ότι η κρατική χρηματοδότηση είναι «απαραίτητη προκειμένου να θωρακίσουμε το πολιτικό σύστημα απέναντι σε φαινόμενα διαπλοκής»!

Τι διαπερνά τη γλώσσα αυτών των πολιτικών (και αναρίθμητων άλλων); Σωστά: είναι η γλώσσα της υποκρισίας και του αυτο-εξυπηρέτησης. Είναι καινούριο αυτό; Όχι, δεν είναι, αν και η ένταση του φαινομένου είναι μεταβλητή. Οι πολιτικοί είναι υποχρεωμένοι, σε κάποιο βαθμό, να ψεύδονται, να αποκρύπτουν, και να συμπεριφέρονται καιροσκοπικά: απευθυνόμενοι σε διαφορετικά ακροατήρια, ωθούνται να λένε διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικούς ανθρώπους∙ τους ενδιαφέρει να κατισχύσουν σε ένα ανταγωνιστικό πολιτικό παιχνίδι, γι αυτό μεταχειρίζονται τη γλώσσα «στρατηγικά»∙ είναι υποχρεωμένοι να υπερασπίζονται κοινές αξίες (π.χ. δημόσιο συμφέρον), τις απαιτήσεις των οποίων δεν μπορούν με συνέπεια να υπηρετήσουν στον πραγματικό κόσμο, αλλά πρέπει, ωστόσο, να εμφανίζονται ότι υπηρετούν!

Δείτε τη γλώσσα της Γεννηματά. Πρέπει να εμφανιστεί ρητορικά κατά της «διαπλοκής», αφού η διαπλοκή παραβιάζει την αξία της ισονομίας. Το κάνει με περισσή υποκρισία. Αφενός μεν αποσιωπά ότι έχει η ίδια ωφεληθεί από τη διαπλοκή (με ειδική ρύθμιση μετατάχθηκε από την Εθνική Τράπεζα, όπου είχε προσληφθεί, εντελώς αξιοκρατικά εννοείται, το 1986, στις υπηρεσίες της Βουλής, όπου μέχρι πρότινος «εργάζονταν»…), αφετέρου δε αποκρύπτει την κραυγαλέα διαπλοκή μεταξύ του κύριου δανειστή των κομμάτων (της κρατικής Αγροτικής Τράπεζας) και των κομμάτων εξουσίας. Ποιοί διετέλεσαν επί σειρά ετών διοικητές της ΑΤΕ; Ο κ.Λάμπρου, ταμίας κάποτε του ΠΑΣΟΚ, και ο κ.Μηλιάκος, κουμπάρος του Καραμανλή Β’. Η ρητορική κατά της «διαπλοκής» αποσκοπεί να αποκρύψει το φαινόμενο της διαπλοκής! Η υποκρισία είναι η βέλτιστη στρατηγική για έναν πολιτικάντη.

Εκτός από την υποκριτική υπάρχει και η καιροσκοπικά εργαλειακή χρήση της γλώσσας. Η γλώσσα εδώ σημαίνει ό,τι εγώ κάθε φορά θέλω να σημαίνει. Η ομιλία αποσυνδέεται από τον ομιλητή: οι εκάστοτε απόψεις του συνιστούν ανεξάρτητα στιγμιότυπα λόγου, ανάλογα με τη συγκυρία και τις αυτο-εξυπηρετικές προθέσεις του, χωρίς απαιτήσεις συνοχής μεταξύ τους. Ο καιροσκόπος λέει ό,τι κάθε φορά τον συμφέρει να πει. Οι χρήστες της καιροσκοπικά εργαλειακής γλώσσας δεν δεσμεύονται από προηγούμενες θέσεις τους, δεν θεωρούν ότι η μέχρι τώρα διαδρομή τους θέτει αιτήματα αφηγηματικής συνοχής και λογικής συνέπειας, γι αυτό και αισθάνονται ότι μπορούν να ασπάζονται οποιαδήποτε άποψη συγκυριακά τους εξυπηρετεί. Στην καλύτερη περίπτωση, εκλαμβάνουν το λόγο τους ως αφηρημένο επιχείρημα, ανεξάρτητα από τη συγκεκριμένη εκφορά του.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η γλώσσα των Χρυσοχοϊδη, Πάγκαλου και Βενιζέλου. Οι δύο πρώτοι καθίστανται αίφνης επικριτικοί σχολιαστές των πεπραγμένων της κυβέρνησης Παπανδρέου, στην οποία όχι μόνο συμμετείχαν αλλά όλες τις επιλογές τη οποίας ενθουσιωδώς υποστήριζαν! Ο Βενιζέλος εκφράστηκε ενθέρμως υπέρ του παπανδρεϊκού δημοψηφίσματος («λύτρωση», το χαρακτήρισε!), για να το αποκηρύξει με την ίδια θέρμη την επομένη! Ως καλός δικηγόρος αναλαμβάνει να υπερασπίσει οποιαδήποτε υπόθεση του ανατεθεί ή τον εξυπηρετεί...

Οι χρήστες της καιροσκοπικά εργαλειακής γλώσσας ενδέχεται, ενίοτε, να λένε σωστά πράγματα, πλην όμως, υπάγοντας το λόγο τους στα καιροσκοπικά συμφέροντά τους, μειώνεται δραστικά η πειθώ τους. Γι αυτό έχουμε συχνά την αίσθηση ότι κενολογούν: ο λόγος τους είναι σκηνοθετημένος, δεν εναρμονίζεται με τις βαθύτερες πεποιθήσεις τους, αποσκοπεί σε καιροσκοπικό πλεονέκτημα.
Ο Χρυσοχοϊδης διακηρύσσει ότι «πρέπει επιτέλους να επανακτήσουμε ένα ηθικό πλεονέκτημα», δίχως να αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν αποκτάται με διακηρύξεις αλλά με πράξεις. Όποιος θέλει να πείσει για την εντιμότητά του, δεν τη διακηρύσσει - ζει έντιμα. Όποιος θέλει να αποκτήσει ηθικό πλεονέκτημα, δεν το διατρανώνει - επιβάλλει έγκαιρα στον εαυτό του αντίστοιχες συμπεριφορές, υπάγει το εγώ του σε κάτι ευρύτερο από αυτόν, και αναλαμβάνει το κόστος της μείωσης του καιροσκοπισμού του. Ο βουλευτής του κυβερνώντος κόμματος της Ιαπωνίας, θέλοντας πρόσφατα να πείσει ότι το νερό της Φουκουσίμα είναι πλέον πόσιμο, το πίνει - δεν μας λέει απλώς ότι είναι πόσιμο.

Ο λόγος πείθει όταν συντονίζεται με την κοινή εμπειρία, που θα πει: όταν σαρκώνεται σε αντίστοιχες συμπεριφορές. Οι στυλοβάτες ενός φαύλου πολιτικού συστήματος αδυνατούν βεβαίως να το κατανοήσουν – τους λείπουν οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις…

Τετάρτη 30 Νοεμβρίου 2011

Καιροσκοπισμός, αξιοπιστία, και αξιοπρέπεια


Με τη βόρεια Ευρώπη μας χωρίζει χάσμα νοοτροπίας. Αυτά που γι αυτούς είναι σημαντικά, για μας δεν είναι, και αντιστρόφως. Ο δημόσιος βίος μας διαπερνάται από νοοτροπίες που κυρίως χαρακτηρίζουν μια τριτοκοσμική ή πρώην κομμουνιστική χώρα, όχι μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Τα παραδείγματα είναι πολλά: άμετρη πόλωση και άνευ ορίων καιροσκοπισμός των κομμάτων• εθνικός κουτσαβακισμός• συχνή αδυναμία επιβολής της νόμιμης κρατικής εξουσίας και, άρα, περιορισμένη κυβερνησιμότητα της χώρας• αναξιοπιστία.. Δείτε, ενδεικτικά, το τελευταίο.

Στο εξωτερικό, η Ελλάδα κατέστη συνώνυμο της αναξιοπιστίας. Την περασμένη δεκαετία κάναμε ένα άλμα: από γραφικοί Ζορμπάδες και πονηροί λαθρεπιβάτες αποκτήσαμε τη φήμη ξεδιάντροπου απατεώνα, μετά τη γελοία «απογραφή» Αλογοσκούφη, τις αθλιότητες με τα «Greek statistics», την απρόθυμη υλοποίηση του Μνημονίου, και, η κορύφωση όλων, το φιάσκο του δημοψηφίσματος. Στα μάτια των εταίρων μας η Ελλάδα δεν συνιστά μια περίπτωση χώρας με την οποία προβλέψιμα μπορείς να συναλλάσσεσαι, αλλά έναν καιροσκόπο που αδυνατείς να εμπιστευθείς.

Αν κυβερνάς ή φιλοδοξείς να κυβερνήσεις, αντιμετωπίζεις ένα καυτό πρόβλημα: την υψηλή αναξιοπιστία της χώρας. Αυτή η αναξιοπιστία ώθησε τους δανειστές μας να ζητούν έγγραφες δεσμεύσεις από τα κόμματα εξουσίας ότι θα εφαρμόσουν την οικονομική πολιτική που απορρέει από τις δανειακές συμβάσεις που έχουμε υπογράψει. Ο Σαμαράς μέχρι πρόσφατα ανθίστατο σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, με τον τρόπο που έχει μάθει εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια – τον εθνολαϊκιστικό λεονταρισμό. Είναι θέμα «εθνικής αξιοπρέπειας», έλεγε.

Προσέξτε πόσο ο εθνολαϊκισμός, σταθερή αξία του πολιτικού παιγνίου, εκτρέπει την ορθολογική αναζήτηση στρατηγικής για την επιβίωση της χώρας, σε ψευδο-πατριωτική προάσπιση της «αξιοπρέπειάς» της. Ο πραγματισμός υποχωρεί χάριν μιας, με εγχώρια υλικά, φαντασιακής κατασκευής. Ο ρόλος του θύματος, ο κυρίαρχος τρόπος αυτοκατανόησης που διαπερνά το νεοελληνικό φαντασιακό, μας είναι οικείος και βολικός. Λησμονείται ότι η εθνική αξιοπρέπεια δεν προκύπτει από μόνη της, αλλά κερδίζεται - υπάρχουν προαπαιτούμενα για την επίτευξή της.

Οι εθνολαϊκιστές, εν μέρει από ιδιοτέλεια, εν μέρει από ιδεοληψία, παραβλέπουν ότι οι «πατριωτικές» τους κορώνες είναι άσφαιρα πυρά. Οι υπεύθυνοι κυβερνήτες οφείλουν να ενεργούν με τρόπο που προάγεται η αξιοπιστία της χώρας, αφού η αξιοπιστία θα μας ενισχύσει διαπραγματευτικά και θα συμβάλλει στην επίτευξη ευνοϊκών αποτελεσμάτων που, βαθμιαία, θα μας καταστήσουν διεθνώς υπολογίσιμους και σεβαστούς. Με άλλα λόγια, αν σε ενδιαφέρει πράγματι η αξιοπρέπεια, τότε εσύ πρώτος αναλαμβάνεις δεσμεύσεις, αυτο-περιορίζεσαι, διότι θέλεις να μεταβάλλεις τις προσδοκίες των άλλων παικτών σχετικά με τις μελλοντικές κινήσεις σου. Αλλά για να το κάνεις αυτό πρέπει να διαθέτεις στρατηγική σκέψη, η οποία δεν αποκτάται με πλειοδοσία υποσχέσεων στο πόπολο, αλλά με το ακριβώς αντίθετό της: τη μονομερή στέρηση βαθμών ελευθερίας από τον εαυτό σου. Η οικειοθελής μείωση της καιροσκοπικής σου ικανότητας (αυτό είναι η δέσμευση), προσδίδει αξιοπιστία στις στρατηγικές κινήσεις σου: το κόστος που επωμίζεσαι με τη μονομερή μείωση των επιλογών σου, κάνει τους άλλους να πιστεύουν ότι εννοείς αυτά που λες.

Ότι ο Σαμαράς, ως μελλοντικός πιθανός πρωθυπουργός, δεσμεύτηκε με την επιστολή του μετά από πίεση των δανειστών, καθιστά την κίνησή του άνευ σημασίας στρατηγικά, αφού δεν είχε αυτός το πλεονέκτημα της πρώτης κίνησης, εντασσόμενη σε ένα σχέδιο να αλλάξει τις προσδοκίες των δανειστών. Διαπραγματευτικά ενισχύονται οι δανειστές (αφού επέβαλλαν τους όρους τους) και, φυσικά, μειώνεται η αξιοπιστία του, αφού αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την «αντιμνημονιακή» στρατηγική του. Από το «δεν συναινώ σε λάθος συνταγή» προσχώρησε στην υιοθέτηση των όρων των δανειστών, προσποιούμενος ότι «οι σταθερές θέσεις του δικαιώνονται» (!), ακριβώς όπως ο Παπανδρέου, μετά την εξευτελιστική παραίτησή του, καμώνεται ότι όλα επράχθησαν καλώς!

Η απόκρυψη και η παραπλάνηση είναι συστημικά γνωρίσματα ενός πολιτικού παιγνίου που επί δεκαετίες έχει θεμελιωθεί στην καιροσκοπική απόκτηση πλεονεκτήματος. Με αυτό τον τρόπο, φυσικά, η γλώσσα συσκοτίζει την πραγματικότητα και η αναξιοπιστία-υποκρισία των πολιτικών εντείνεται. Ωστόσο, στη μετα-οθωμανική πολιτική κουλτούρα μας, ουδείς αμφισβητεί τους αρχηγούς για την αναξιοπιστία τους, ενώ όσοι ξεφεύγουν από το μαντρί (όπως ο Μόσσιαλος, διαφοροποιούμενος από τον Παπανδρέου) εγκαλούνται για «προδοσία» και «πατροκτονία»! Οι επιμεριστικές αναφορές (π.χ. στην υποχρέωση στον ευεργέτη) υπερισχύουν των καθολικών αντιλήψεων (τι είναι καλό για τη χώρα;).

Το περίφημο «conflict of loyalties» του Σερ Τζεφρι Χάου, στην κλασική ομιλία παραίτησής του από τη θέση αναπληρωτή πρωθυπουργού της Βρετανίας το 1990, στην Ελλάδα επιλύεται με το γνωστό τρόπο: την υποταγή στον αρχηγό-πασά. Έχει ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον ότι αυτοί που κυρίως ρητορεύουν για αξιοπρέπεια δεν διστάζουν να εξευτελίζονται με τις παλινωδίες τους! Ο Βενιζέλος θα μπορούσε να κάνει κάποια διάλεξη και επ΄ αυτού, έχοντας μάθει καλά την τέχνη - τόσο του καιροσκοπισμού, όσο και της παραπλάνησης.

Άνθρωποι που το μόνο που έμαθαν στη ζωή τους είναι να προάγουν καιροσκοπικά τα συμφέροντά τους (κομματικά, φατριαστικά, προσωπικά) δεν μπορούν ξαφνικά να αποκτήσουν την ικανότητα του εθνικά σκεπτόμενου στρατηγικού παίκτη. Ο καιροσκόπος ναρκισσιστής δεν έχει μάθει να επιλέγει, ενοχλείται όταν δεσμεύεται, τα θέλει όλα δικά του. Αλλάζει θέσεις με την ίδια ευκολία που κάνει ρουσφέτια, πιστεύοντας, ο πονηρός, ότι δεν γίνεται αντιληπτός. Φυσικά, έχει λόγο που το κάνει – στη γραφική μας χώρα υπάρχει πάντοτε μια κρίσιμη μάζα ιδιοτελών, αφελών, και ιδεοληπτικών…

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Ο ψευτόμαγκας


Είχε μάθει να τρομοκρατεί τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της ΔΕΗ με λεκτική βία και προπηλακισμούς, γεγονός που σε οποιαδήποτε ευνομούμενη χώρα θα τον είχε στείλει στη φυλακή. Το ανήμπορο κράτος μας, επιτέλους, συνειδητοποίησε, μετά από πέντε μέρες, ότι η κατάληψη του Κέντρου Έκδοσης Εντολών Διακοπής Ηλεκτροδότησης της ΔΕΗ ήταν παράνομη και χρησιμοποίησε νόμιμη βία για τον τερματισμό της.

Τη σύλληψή του ο κ.Φωτόπουλος θα την καταχωρίσει αναμφίβολα στο βιογραφικό του. Στην Ελλάδα μετράνε οι ψευτομαγκιές – εκλαμβάνονται ως ηρωισμοί από τη λαϊκιστική αριστερά που συνήθως δίνει τον τόνο στην πεζοδρομιακή αναταραχή και, άρα, στα ΜΜΕ. Ο νόμος είναι καλός μόνο όταν δικαιώνει τις αντιλήψεις τους, διαφορετικά είναι «αντιλαϊκός» και «ταξικός». Ο κ. Φωτόπουλος ξέρει καλά ότι δεν θα τιμωρηθεί, όπως δεν τιμωρήθηκε ποτέ κανένας καταληψίας.

Φαντασιώνεται ο κακόμοιρος ότι είναι ένας Λεχ Βαλέσα, ενώ δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια σύγχρονη έκδοση του Χατζηχρήστου που θυμώνει, κορδώνεται για τον προσέξουν, και φωνάζει στους παριστάμενους: «κρατάτε με ρε»! Ένας κρατικοδίαιτος ψευτόμαγκας, που του λείπει η καλλιέργεια αλλά του περισσεύει το θράσος, συνάντησε για πρώτη φορά το χέρι του νόμου. Υποθέτω ότι φίλοι του υπουργοί όπως ο Χρυσοχοϊδης και ο Λοβέρδος θα κάνουν παραστάσεις στον άλλο κοινό τους φίλο υπουργό Παπουτσή, για να τύχει της αβρής μεταχείρισης που αρμόζει στην εμπροσθοφυλακή της εργατικής αριστοκρατίας.

Αν ήταν παλικάρι με αρχές (διαβάστε το όπως θέλετε…), κι όχι απλώς ένας ισχυρός βραχίονας της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, θα επιζητούσε τη σύλληψή του και την τιμωρία του. Θα ενεργούσε δηλαδή με βάση τους κανόνες της πολιτικής ανυπακοής, προκειμένου, με την προσωπική του περιπέτεια, να επισύρει την προσοχή της κοινωνίας σε άδικους κατ΄ αυτόν νόμους. Αυτό όμως προϋποθέτει τη διάθεση να αναλάβει το κόστος των πράξεών του, να ταλαιπωρηθεί, να υποστεί τις δυσάρεστες συνέπειες του νόμου. Ο κ.Φωτόπουλος όμως έχει μάθει να παίρνει, όχι να δίνει, να επιβάλλεται, όχι να ταλαιπωρείται.

Σε ανακοίνωσή της η ΓΣΕΕ ζητά - τι έκπληξη! - «ν΄ αφεθούν ελεύθεροι οι συλληφθέντες». Στην Ελλάδα της παρακμής έχουν εκφυλιστεί και οι διαμαρτυρίες: όπως είπε και ο Φωτόπουλος πριν από λίγες μέρες, υποδυόμενος τον Ρομπέν των Δασών, «δεν μας πειράζει να είμαστε χίλιες φορές παράνομοι». Εκ του ασφαλούς φυσικά, δίχως κυρώσεις. Σε ένα εκφυλισμένο κράτος αντιπαρατίθεται μια εκφυλισμένη εργατική αριστοκρατία, η οποία, όπως η συντεχνία των πολιτικάντηδων, θέλει να είναι πάνω από το νόμο. Δεν δεσμεύονται από υπερκείμενες αρχές της έννομης τάξης, την οποία βλέπουν μόνο χρησιμοθηρικά. Γι αυτούς, νόμος είναι ότι λένε οι ίδιοι. Οι Μαυρομιχαλαίοι θα ήταν περήφανοι…

Πέμπτη 24 Νοεμβρίου 2011

Κράτος για φτύσιμο!

Πόσο δύσκολο είναι να πάρεις αυτό το κράτος στα σοβαρά! Λεφτά δεν έχει αλλά αφήνει πάνω από μισό εκατομμύριο εκκαθαριστικά ανεξέλεγκτα, ενώ ακόμη δεν έχει εισπράξει τους φόρους ακίνητης περιουσίας για το 2009, το 2010 και το 2011! Ανακοινώνει μέτρα, αλλά τα εφαρμόζει λάθος. Επιβάλλει τέλη, αλλά κάνει εξαιρέσεις την τελευταία στιγμή. Λέει και ξελέει. Η αναξιοπιστία που χαρακτηρίζει τη χώρα στο εξωτερικό έχει ρίζες στη βαθιά αναξιοπιστία που διακρίνει τη συμπεριφορά του ελλαδικού κράτους στο εσωτερικό. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά – η χώρα είναι μία!

Η περίπτωση του τέλους ακινήτων είναι χαρακτηριστική. Ας αφήσουμε προς στιγμήν έξω από τη συζήτηση πόσο βλαπτικό είναι ένα τέτοιο τέλος για μια οικονομία που βρίσκεται για τρίτη συνεχή χρονιά σε ύφεση. Ας μη σχολιάσουμε την ανορθόδοξο μέθοδο ένας κοινωφελής ημικρατικός οργανισμός να εισπράττει τέλη ακινήτων για λογαριασμό του κράτους. Έστω κι έτσι, δεν μπορεί να υπάρξει λίγη σοβαρότητα στην υλοποίηση; Άνθρωποι που έχουν εξαιρεθεί από την καταβολή του τέλους καλούνται να το πληρώσουν πρώτα, και να απαιτήσουν την επιστροφή του αργότερα! Η ΔΕΗ έχει κάνει πληθώρα λαθών στον υπολογισμό του τέλους, βασιζόμενη σε στοιχεία που της έχουν δώσει οι δήμοι. Οι εφορίες δεν μπορούν, λένε, να κάνουν τίποτε και παραπέμπουν τους πολίτες στους δήμους, οι οποίοι με τη σειρά τους τους στέλνουν στις εφορίες και τη ΔΕΗ! Και η ΔΕΗ ανακοινώνει ότι, μετά από αίτημα του υπουργείου Οικονομικών, δεν θα διακόπτει την παροχή ηλεκτροδότησης σε όσους δεν πληρώσουν το τέλος ακινήτων!

Γιατί τότε να πληρώσουμε το τέλος ακινήτων, αφού δεν θα υπάρχουν κυρώσεις; Δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εκφυλισθεί το μέτρο; Κι αν το μέτρο είναι τόσο σημαντικό για την αύξηση των δημόσιων εσόδων, δεν θάπρεπε αξιόπιστα να επιδιωχθεί η είσπραξη του τέλους; Κι όσοι πλήρωσαν το τέλος δεν αδικούνται έναντι αυτών που δεν θα το πληρώσουν, δίχως κυρώσεις;

Βλέπετε τη μεγάλη εικόνα; Ένα κωμικής αναποτελεσματικότητας κράτος που δεν μπορεί να εισπράξει ούτε φόρους και τέλη, ούτε να μαζέψει σκουπίδια, ούτε να επιβάλλει το νόμο για την απαγόρευση του καπνίσματος! Αυτό το κράτος τυραννά τους πολίτες με κάθε τρόπο: τους στέλνει στις ουρές των ταμείων του να σπαταλούν χρόνο για σφάλματα δικά του, ζητά διαρκώς από τους συνεπείς να πληρώνουν για τα σπασμένα των ασυνεπών, αναιρεί τον εαυτό του κάθε φορά που αυξάνεται το πολιτικό κόστος, αδυνατεί να επιβάλλει τη νόμιμη εξουσία του, υποκείμενο στους εκβιασμούς του κάθε Φωτόπουλου, του κάθε Μπαλασόπουλου, του κάθε Κορτσίδη, του κάθε ιδιοτελούς επιχειρηματία.

Είναι ένα κράτος που όχι μόνο συμπεριφέρεται σατραπικά αλλά πάσχει από σύμπλεγμα κατωτερότητας: γνωρίζει την ανικανότητά του, ξέρει ότι του λείπει η πρώτη ύλη της διακυβέρνησης (οι αξιόπιστες πληροφορίες), δεν πιστεύει στην επιβολή της νόμιμης εξουσίας του, και, πανικόβλητο μπροστά στα δύσκολα, ενεργεί σπασμωδικά, δίχως στρατηγική, χωρίς ικανότητα υλοποίησης των αποφάσεών του. Προσποιείται ότι κυβερνά εκδίδοντας φετβάδες, ενώ κλείνει το μάτι σε οποιοδήποτε οργανωμένο συμφέρον ανεβάζει το πολιτικό κόστος. Είναι ένα κράτος για φτύσιμο, σε μια κοινωνία-χυλό που η κύρια μέριμνά της μέχρι τώρα ήταν να βολευτεί με τη μικροαπάτη, το μικροσρουσφετάκι, και τη μικροαυθαιρεσία.

Σε μια κοινωνία ηγεμονικών μικροσυμφερόντων, δεν πρέπει να εκπλήσσει που κυριαρχούν οι «συναλλασσόμενοι» πολιτικάντηδες, οι βλαχοδήμαρχοι, και οι κρατικοδίαιτοι συνδικαληστές. Ούτε πρέπει να εκπλήσσει που το κράτος αδυνατεί να χαράξει μια πολιτική και να εμμείνει σε αυτή. Ένα κράτος που είναι για φτύσιμο, δεν λειτουργεί ως αυθύπαρκτη οντότητα, άγεται και φέρεται από ομάδες πίεσης.

Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι ούτε τα Μνημόνια, ούτε η κρίση του ευρώ, ούτε καν οι διεφθαρμένοι πολιτικοί της. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο: η μη κυβερνησιμότητα της χώρας. Η αδυναμία της κοινωνίας να συσταθεί ως κοινωνία, ως κάτι δηλαδή πέρα και πάνω από κερματισμένα συμφέροντα και η αδυναμία του κράτους να εκφράσει και να καθοδηγήσει αυτή την κοινωνία. Δεν ξέρω πως η χώρα μπορεί να καταστεί κυβερνήσιμη, ξέρω όμως με σιγουριά πως όσο το κράτος μας είναι για φτύσιμο, τόσο περισσότερο θα απαξιώνεται και τόσο περισσότερο θα ηγεμονεύουν τα οργανωμένα συμφέροντα, επιτείνοντας έτσι τον κερματισμό της κοινωνίας και εντείνοντας την μη κυβερνησιμότητα. Ο κύκλος είναι φαύλος - γι αυτό και η χώρα, σταθερά και βαθμιαία, καταστρέφεται.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Μπορούμε να κάνουμε την οργή μας δύναμη δημιουργίας;



Συνέντευξη του Χαρίδημου Κ. Τσούκα στην εφημερίδα της Λάρισας «Ελευθερία» (Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011)

1. Πώς κρίνετε τις πολιτικές εξελίξεις της περασμένης εβδομάδας; Μπορούμε πλέον να μιλάμε για πολιτικό προσωπικό χαμηλού επιπέδου με ότι αυτό συνεπάγεται για το μέλλον της χώρας;
Την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού την ξέραμε. Όσοι έχουμε την ατυχία να είμαστε Έλληνες πολίτες γνωρίζουμε από πρώτο χέρι με τι ανθρώπους έχουμε να κάνουμε. Τα όσα συνέβησαν την εβδομάδα αυτή επιβεβαιώνουν απλώς το κοινό αίσθημα: ότι δηλαδή την τύχη της χώρας διαχειρίζονται θλιβεροί πολιτικάντηδες, οι οποίοι το μόνο που σκέφτονται είναι η πολιτική επιβίωση. Το φαινόμενο είναι ευεξήγητο. Μια κάστα ανθρώπων λειτουργούν ως ένα κλειστό σύστημα εξουσίας. Έχουν συνταγματικά θεσπισμένο το ακαταδίωκτο, δεν τιμωρούνται για τις παρανομίες τους, μεταχειρίζονται το κράτος σας να είναι οικογενειακό μαγαζί τους. Τα κλειστά συστήματα εξουσίας αποκόπτονται από την πραγματικότητα, οι επιλογές τους τείνουν να είναι εντός ενός προδιαγεγραμμένου πλαισίου σκέψης, λειτουργούν με γνώμονα την με κάθε κόστος επιβίωσή τους. Μια ισχυρή όψη της κομματοκρατίας είναι ο πολιτικός αυτισμός. Οι κομματικές γραφειοκρατίες δεν έχουν κοινωνικά σημεία αναφοράς, αλλά κυρίως την τάση της αυτο-αναφοράς. Μπορεί ο κόσμος να ανησυχεί για το μέλλον της χώρας, να αγωνιά για τη ζωή του, να προσδοκά κάτι διαφορετικό στη νέα κυβέρνηση δήθεν συνεργασίας, αλλά η πρώτη έγνοια του Παπανδρέου Γ’ δεν ήταν να απαλύνει την αγωνία και να δώσει προοπτική, αλλά να προστατεύσει το υφιστάμενο σύστημα εξουσίας του. Γι αυτό και προώθησε αρχικά τον Πετσάλνικο – τον «κολλητό» του - στη θέση του πρωθυπουργού. Οι πρώτες επιλογές είναι και οι πιο αυθεντικές: μας αποκαλύπτουν πως σκέπτονται οι ηγέτες, ποιες είναι οι έγνοιες τους. Για μια ακόμα φορά ο Παπανδρέου Γ’ φάνηκε κατώτερος των περιστάσεων.

2.Θα έχει τελειωμό ο διεθνής διασυρμός της χώρας στο εξωτερικό; Η χώρα μας και ο Έλληνας έχει γίνει το «μαύρο πρόβατο της Ευρώπης».

Από τον 2004 και μετά η Ελλάδα έχει ένα τεράστιο πρόβλημα αξιοπιστίας στην ΕΕ. Η αρχή έγινε το 2004 με τον Αλογοσκούφη που κατήγγειλε την αξιοπιστία των δημοσιονομικών στοιχείων με τα οποία η Ελλάδα έγινε μέλος της ευρωζώνης. Ακολούθησαν τα διαβόητα “Greek statistics”, τα οποία κατέστησαν τη χώρα συνώνυμο της απάτης. Το κακό τρίτωσε με τον Παπανδρέου Γ΄, ο οποίος είχε τη φαεινή ιδέα του δημοψηφίσματος, αιφνιδιάζοντας τους δανειστές μας και σπέρνοντας την αβεβαιότητα στις παγκόσμιες αγορές. 
Να το πω απλά: μας θεωρούν αναξιόπιστους και ανίκανους, με ιστορικό συμπεριφοράς απατεώνα. Η χώρα έχει διεθνώς ξεφτιλιστεί. Όσοι συναλλάσσονται ή επικοινωνούν με ανθρώπους στο εξωτερικό το γνωρίζουν καλά. Ο διασυρμός αυτός δεν νομίζω ότι θα τελειώσει σύντομα. Μπορεί ο κ.Παπαδήμος να είναι ένας ευυπόληπτος πρωθυπουργός, δεν θάλεγα το ίδιο όμως για όλους τους υπουργούς του. Η χώρα θα αποκτήσει καλό όνομα όταν ανακτήσει την αξιοπιστία της και την αξιοπρέπειά της. Οσο στο πολιτικό προσκήνιο κυριαρχούν οι πολιτικάντηδες (όπως συμβαίνει και τώρα με τη νέα κυβέρνηση), η Ελλάδα δεν πρόκειται να ανακάμψει. Οσο θα είμαστε ο επαίτης της Ευρώπης, ένας επαίτης μάλιστα που του αρέσουν οι κουτσαβακισμοί, η χώρα θα διασύρεται. 

3.Εκτιμάτε πώς οι εκλογές θα δώσουν μια λύση ή θα πάμε σε μια παρατεταμένη ακυβερνησία με ότι αυτό συνεπάγεται για το δημοκρατικό μέλλον της Ελλάδας; Η κυβέρνηση σωτηρίας θα δώσει, πιστεύετε λύσεις; Η νέα κυβέρνηση δεν είναι «κυβέρνηση σωτηρίας» αλλά μεταβατική κυβέρνηση. Θα ήταν κυβέρνηση σωτηρίας αν τα κόμματα εξουσίας την υποστήριζαν ενθέρμως και αν είχε ευρεία εντολή. Η νέα κυβέρνηση, πρώτον, είναι η δεύτερη καλύτερη επιλογή (second best) για τα δύο κόμματα εξουσίας• αναγκάστηκαν να την υποστούν, στην ουσία δεν την επιθυμούν (ιδιαίτερα ο Σαμαράς, του οποίου ανατρέπει την «αντιμνημονιακή» στρατηγική). Και δεύτερον, έχει περιορισμένη εντολή – να διαπραγματευθεί τις λεπτομέρειες και να υπογράψει τη δανειακή σύμβαση της 26ης Οκτωβρίου, και να διεξάγει εντολές το συντομότερο δυνατόν. Η νέα κυβέρνηση είναι προϊόν συμβιβασμών: δεν σχεδιάστηκε να κυβερνήσει αλλά να διεκπεραιώσει. Φαίνεται άλλωστε και στη σύνθεσή της. Συνιστά ένα ετερόκλητο μείγμα ανθρώπων, τα οποίο μαγειρεύτηκε στις κομματικές κουζίνες (εξού και η διόγκωσή του στα 48 μέλη!), με κριτήρια όχι την αξιοσύνη και την αποτελεσματικότητα αλλά τις εσωκομματικές και ενδοκυβερνητικές ισορροπίες. Εγνωσμένης ανικανότητας ή φαιδρότητας πολιτικάντηδες παραμένουν, επανήλθαν ή προστέθηκαν. Ευτυχήσαμε να δούμε ξανά τον κ.Τίποτα υπουργό, ο «αντιμνημονιακός» υφυπουργός Οικονομικών θα εξακολουθεί να απολαμβάνει την αφροδισιακή προσφώνηση «κύριε υπουργέ», η κυρία που σταδιοδρόμησε πολιτικά με κύριο προσόν το οικογενειακό επώνυμο συνεχίζει να διατηρεί την ιδιότητα του αναπληρωτή υπουργού, ενώ θα διασκεδάσουμε την πίκρα μας με διάφορους λαϊκιστές και τσαρλατάνους οι οποίοι όταν δεν θυμίζουν τον Χατζηχρήστο μας παραπέμπουν στον Διονύση Παπαγιαννόπουλο!  Δεν γνωρίζω αν οι εκλογές δώσουν λύση. Ξέρω όμως ότι είναι απαραίτητες. Οι πολίτες πρέπει να επιλέξουν αυτούς που θα διαχειριστούν τις μεγαλύτερες αλλαγές που γνώρισε μεταπολεμικά η Ελλάδα. Η κυβέρνηση Παπανδρέου είχε εξαντλήσει το πολιτικό κεφάλαιό της. Η νέα κυβέρνηση θα λειτουργεί περισσότερο ως υπηρεσιακή κυβέρνηση – στην ουσία θα κυβερνά ελάχιστα. Στις εκλογές θα κληθούμε να αναλάβουμε όλοι τις ευθύνες μας. Εκτιμώ ότι δεν θα προκύψει αυτοδύναμη κυβέρνηση και θα υπάρξουν κατ΄ ανάγκην συνεργασίες. Μόνο κυβερνήσεις συνεργασίας μπορούν να αντιμετωπίσουν την κρίση. Κανένα κόμμα μόνο του δεν μπορεί να φέρει εις πέρας τις κολοσσιαίες αλλαγές που απαιτούνται. Η όποια κυβέρνηση συνεργασίας, όμως, θα πρέπει να είναι ουσιαστική και να την επιζητούν στ’ αλήθεια τα συμπράττοντα μέρη. Πρέπει να βασίζεται σε προγραμματικές συγκλίσεις και να έχει συζητηθεί προεκλογικά το ενδεχόμενο σχηματισμού της με την ανάληψη σχετικών δημοσίων δεσμεύσεων. Ευελπιστώ ότι στις επερχόμενες εκλογές θα προκύψουν νέα πολιτικά σχήματα που θα εκφράσουν την αποστροφή των πολιτών στους πολιτικάντηδες που κατέστρεψαν τη χώρα και θα δίνουν συγχρόνως προοπτική για γενναίες μεταρρυθμίσεις προκειμένου η Ελλάδα να γίνει μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ. Ελπίζω ακόμα ότι οι μεταρρυθμιστές θα επικρατήσουν στα δύο κόμματα εξουσίας. Τίποτα από αυτά δεν είναι εύκολο. 

4.Ποιες είναι οι ευθύνες των πολιτών σε όλο αυτό το αδιέξοδο; Εκτιμάτε πως ο Έλληνας σήμερα έχει κατανοήσει πως ζει με δανεικά για δεκαετίες; Έχει κατανοήσει πως μια χώρα όταν δεν παράγει τίποτα δεν μπορεί να έχει πλούσιους πολίτες; Ο Έλληνας έχει πλέον καταλάβει ότι όλα αυτά τα χρόνια ζούσε με δανεικά. Ικανοποιούσε το «ελληνικό όνειρο» σε ένα περιβάλλον πλαστής ευημερίας. Βαθιά μέσα του γνωρίζει ότι συνέβαλλε και αυτός στην κατρακύλα. Αφέθηκε να σαγηνευτεί από τους δημαγωγούς. Στάθηκε συχνά απέναντι στη νομιμότητα. Είδε το κράτος ως έναν ξένο μηχανισμό, ο οποίος αξίζει εκμετάλλευση, όχι υποστήριξη. Λεηλάτησε τα «κοινά» όσο του έδιναν οι πολιτικάντηδες την ευκαιρία. Οι διεφθαρμένοι πολιτικοί από πάνω ανέχονταν τη μικρο-διαφθορά των από κάτω, και αντιστρόφως. Ο βρόχος που πνίγει τη χώρα είναι φαύλος. Την ίδια στιγμή, ο πολίτης τελεί σε σύγχυση. Βλέπει τη ζωή του να αναποδογυρίζεται, τον φοβίζει η αβεβαιότητα, αγωνιά σε τι είδους χώρα θα ζήσουν τα παιδιά του. Σε ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας είναι ευεπίφορος στους λαϊκιστές και τους συνωμοσιολόγους. Έχει την τάση να κλείνεται στον εαυτό του και να υιοθετεί μια αμυντική στάση. Από αυτή την άποψη η κοινωνία βρίσκεται σε μια «κρίσιμη κατάσταση». Είναι εξόχως σημαντικό ποια αφήγηση θα επικρατήσει. Ποτέ η Πολιτική, νοούμενη ως διεργασίες για τη συλλογική αυτοκατανόηση και δράση, δεν είχε σημαντικότερο ρόλο. Χρειαζόμαστε ηγέτες να μας εμπνεύσουν, έχουμε ανάγκη από πρότυπα που θα μας συγκινήσουν. Κυρίως, πρέπει να κρατήσουμε την ελπίδα ζωντανή. Με το λόγο μας, την έλλογη δράση μας, την αλληλεγγύη μας. 

5.Ποιο πολιτικό προσωπικό από αυτό που σήμερα υπάρχει μπορεί να δώσει λύσεις; Μπορεί να φέρει πίσω τη χαμένη αξιοπιστία της ελληνικής πολιτικής; Όπως διδάσκει η ιστορία της καινοτομίας, το καινούριο θα προκύψει απροσδόκητα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η πλειονότητα του σημερινού πολιτικού προσωπικού είναι χρεοκοπημένη στη συνείδησή μας. Πρέπει να αναζητήσουμε νέους πολιτικούς ηγέτες, να δούμε με συμπάθεια νέες πολιτικές πρωτοβουλίες, να προβληματιστούμε, γνωρίζοντας ότι αυτή είναι μια ανοιχτή, εν πολλοίς απρόβλεπτη, διαδικασία. Σε περιόδους μεγάλων αλλαγών βιώνουμε υψηλή αβεβαιότητα, ακόμα και υπαρξιακή αγωνία. Ξαναβλέπουμε τον εαυτό μας, τη ζωή μας, τον τρόπο οργάνωσης του συλλογικού βίου μας διαφορετικά. Η αβεβαιότητα μπορεί να αποβεί παραλυτική. Μπορεί όμως να καταστεί αναζωογονητική - η μήτρα νέων εξελίξεων. Όπως έλεγε ο αείμνηστος φιλόσοφος Καρλ Πόπερ, το αυθεντικά νέο δεν περιγράφεται στον ενεστώτα χρόνο – δημιουργείται. Έχουμε το πάθος της δημιουργίας; Νοιώθουμε την ανάγκη να κάνουμε την οργή μας δύναμη αλλαγής; Μπορούμε να κάνουμε τον πόνο μας ελπίδα; Κανείς δεν θα το κάνει για μας. Οι υπεύθυνοι πολίτες πασχίζουν να ορίσουν τη μοίρα τους.