Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

«Ο καθένας να δει πώς θα αλλάξει τον κόσμο του»


«Βρέχει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Άρα δεν είναι φήμη ο ουρανός
υπάρχει
και δεν είναι το χώμα λοιπόν
 η μόνη λύση
όπως ισχυρίζεται ο κάθε τεμπέλης νεκρός.»
 ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ, Άτιτλο, από τη συλλογή «Μεταφερθήκαμε Παραπλεύρως»

Η χρεοκοπία μας ενεργοποιεί. Όχι απαραίτητα αναστοχαστικά, ούτε πάντοτε δόκιμα ή νηφάλια, αλλά σίγουρα ανάβει το φυτίλι της αμφιβολίας μέσα μας. Πώς καταντήσαμε έτσι; Τι χώρα παραδίδουμε στα παιδιά μας; Σε τι μπορούμε να ελπίζουμε;
Η τελευταία ερώτηση είναι η πιο γόνιμη. Όχι ότι δεν χρειάζεται να στοχαστούμε τα αίτια της χρεοκοπίας (κάθε άλλο), αλλά, στη συγκεκριμένη συγκυρία, το όφελος προκύπτει κυρίως από την πράξη. Η ερμηνεία διαυγάζει τον κόσμο, η πράξη όμως τον αλλάζει.
Τι μπορούμε να κάνουμε; Χρειαζόμαστε πρότυπα να μας εμπνεύσουν. Πού θα τα βρούμε; Υπάρχουν γύρω μας, αρκεί να εκπαιδεύσουμε τη ματιά μας να τα αναζητήσει. Η μεμψιμοιρία είναι ανέξοδη και εκτονωτική. Η δημιουργία προϋποθέτει κόπο, φαντασία, ρίσκο. Ιδού μερικές (από πολλές) ιστορίες ανθρώπων που δεν μιλάνε για αλλαγή, αλλά την ενσαρκώνουν.
Οι Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης είναι ό,τι καλύτερο διαθέτει η Ελλάδα σε University Press. Σε μεγάλο βαθμό το χρωστούν στον εμπνευσμένο διευθυντή τους, το διακεκριμένο φυσικό Στέφανο Τραχανά. «Ανήκα σε έναν ιδεολογικό χώρο που πίστευε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο», λέει στην «Κ» (6/3/2011) ο Τραχανάς. «Με τα χρόνια κατάλαβα ότι είναι πιο δύσκολο να βάλεις ένα στόχο στα μέτρα σου: να κάνεις ένα καλό μάθημα, να γράψεις ένα καλό βιβλίο, να δημιουργήσεις έναν εκδοτικό οίκο… Γιατί αυτά τα πράγματα απαιτούν προσπάθεια και είσαι υπόλογος για το αποτέλεσμα». Σοφές κουβέντες. Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο; Ξεκίνα φιλόδοξα με μια δραστηριότητα που σε ενδιαφέρει άμεσα και κάνε την όλο και καλύτερα.
Ο αθηναϊκός αθλητικός σύλλογος «Πρωτέας» μεταμορφώθηκε από τότε που ανέλαβε την προεδρία ο 25χρονος Δημήτρης Κυριακόπουλος. Πήρε ένα σύλλογο-καφενείο συνταξιούχων, έβαλε χίλια ευρώ από την τσέπη του, κινητοποίησε τη γειτονιά για βοήθεια, και μετέτρεψε τον «Πρωτέα» σε ζωντανό κέντρο άθλησης και κοινωνικοποίησης των νέων. Γιατί το έκανε; Αίσθηση χρέους, εν μέρει. «Ο Πρωτέας μας μεγάλωσε όλους», λέει. «Ο καθένας μας πρέπει να δει πώς θα αλλάξει τον δικό του κόσμο. […] Αν εγώ φτιάξω τη γειτονιά μου, εσύ φτιάξεις τη γειτονιά σου, ο άλλος φτιάξει τη γειτονιά του, θα έχουμε φτιάξει μια πόλη, και αν φτιαχτούν όλες οι πόλεις θα έχει φτιαχτεί η χώρα» («Τα Νέα», 12/3/2011). Σε ενδιαφέρει η αλλαγή; Ξεκίνα με το μικρόκοσμό σου. Σκέψου γενικά, δράσε τοπικά. Έχεις ευθύνη, μην παραιτείσαι!
Η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη της Βέροιας κέρδισε πέρυσι, σε διεθνή διαγωνισμό, χρηματικό έπαθλο ενός εκατομμυρίου ευρώ από το Ίδρυμα Μπιλ και Μελίντα Γκέιτς, για τις πρωτοποριακές υπηρεσίες που προσφέρει. Ψυχή της Βιβλιοθήκης είναι ο οραματιστής διευθυντής της Γιάννης Τροχόπουλος. Η φιλοσοφία του είναι αναζωογονητικά απλή: όταν δημιουργείς ένα θεσμό «που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας προσφέροντας υπηρεσίες ποιότητας» («Κ», 22/8/10), ο πολίτης τον αγκαλιάζει. Αντίθετα με τους ξεδιάντροπους πολιτικάντηδες που γενικεύουν εξισωτικά τις ευθύνες για την αθλιότητα της χώρας, ο Τροχόπουλος δεν εγκλωβίζεται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες· συμπεριφέρεται ηγετικά. Αρνείται έμπρακτα τη διαπίστωση ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν· ξέρει ότι είναι πρωτίστως δική του ευθύνη να κάνει τον πολίτη να αγαπήσει τη Βιβλιοθήκη. «Όταν εμείς διευρύναμε τη βιβλιοθήκη [με ψηφιακές συλλογές, διαδραστικές υπηρεσίες, κλπ] ανακαλύψαμε ότι υπήρχαν άνθρωποι […] στους οποίους προσφέραμε μια διέξοδο» (ο.π.).
Το υποκατάστημα του ΙΚΑ στη Σαντορίνη ξεχωρίζει για την υποδειγματική λειτουργία του. Δεν συνέβη τυχαία. Εδώ και τέσσερα χρόνια, χάρη στην αφοσιωμένη διευθύντριά του, την κυρία Αθανασία Σούγια, η υπηρεσία έχει οργανωμένο αρχείο, υπαλλήλους με σαφείς αρμοδιότητες και προτεραιότητες· το κόστος λειτουργίας έχει μειωθεί, τα έσοδα έχουν σημαντικά αυξηθεί. Χρονίως ανεκτέλεστες αποφάσεις πλέον εκτελούνται, οι έλεγχοι εντατικοποιήθηκαν, οι παραγραφές προστίμων ελαχιστοποιήθηκαν. Γιατί δεν συνέβαιναν όλα αυτά πριν; Καλό ερώτημα… Η κυρία Σούγια έχει την ευσυνειδησία πρώσου δημόσιου λειτουργού. Στο πρόσωπό της ο δημόσιος οργανισμός επανασυνδέεται με τα θεμελιώδη: η δημόσια διοίκηση ξαναγίνεται δημόσια υπηρεσία, τα δημόσια αγαθά προστατευόμενο είδος, όχι αντικείμενο λεηλασίας. Ξεχασμένες έννοιες στην Ελλάδα των Φωτόπουλων και των Πεππέδων…
Τι κοινά στοιχεία έχουν οι προαναφερθέντες; Πρώτον είναι άνθρωποι με πάθος. Χωρίς πάθος δεν υπάρχει δημιουργία. Ο Τραχανάς κατήγγειλε την υπερτιμολόγηση των πανεπιστημιακών συγγραμμάτων και ταλαιπωρήθηκε με αγωγές για χρόνια. Γιατί το έκανε; «Όταν είδα ότι το Υπουργείο Παιδείας αγόραζε βιβλία σε τιμή τρεις φορές υψηλότερη από ό,τι στο εμπόριο, θύμωσα» (ο.π.), λέει. Ο Κυριακόπουλος πήγε στην τότε διοίκηση του «Πρωτέα» να προσφέρει τις αθλητικές υπηρεσίες του. Τον έδιωξαν. «Το πήρα πολύ προσωπικά» (ο.π.), λέει. Δεύτερον διαπερνώνται από αλλοκεντρική (ετερο-αναφορική) αντίληψη του ρόλου τους. Οι δημόσιοι θεσμοί υπάρχουν για να υπηρετούν την κοινωνία, όχι τα μέλη τους. Τρίτον, ηγεσία σημαίνει ευθύνη, μεράκι, ρίσκο, λογοδοσία, δυνατότητα για οραματικές πρωτοβουλίες· να προσθέτεις αξία σε ό,τι κάνεις. Για να ηγείσαι πρέπει να μάθεις να υπηρετείς ευρύτερους σκοπούς.
Δεν ξέρουμε πώς αλλάζει ο κόσμος, αλλά ξέρουμε πώς χειροτερεύει. Δεν ξέρουμε πώς αναμορφώνεται μια κοινωνία, αλλά ξέρουμε πώς μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα λίγο καλύτερα απ΄ ό,τι τα βρήκαμε. Στη μικρή ζωή μας, για τα μικρά είμαστε υπεύθυνοι και υπόλογοι ― τα μεγάλα μας ξεπερνούν. Δεν είναι το χώμα η μόνη λύση. Ο ουρανός υπάρχει και τον βλέπουμε. «Δεν υπάρχει ταβάνι. Το θέμα είναι να μη γεράσει το μυαλό μας» (ο.π.), λέει ο Κυριακόπουλος. Μπράβο παλληκάρι μου…  

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Τα επώδυνα διλήμματα του κυβερνήτη


Κανείς δεν θάθελε να αντιμετωπίζει τέτοια διλήμματα, αλλά κανένας κυβερνήτης δεν μπορεί να τα αποφύγει. Τι προέχει; Η εφαρμογή του νόμου με όση σκληρότητα αναπόφευκτα τη συνοδεύει, ή η προστασία της ανθρώπινης ζωής έστω κι αν παραβιάζεται ο νόμος; Πως αποφασίζουμε όταν αλληλοσυγκρούονται αξίες μας; Τήρηση των νόμων ή σεβασμός οικουμενικών αξιών; Είμαστε πρωτίστως πολίτες ή προεχόντως ανθρωπιστές;
   
Δύσκολα ερωτήματα. Όχι μόνο επειδή οι απαντήσεις δεν είναι προφανείς, αλλά γιατί ο κυβερνήτης συχνά καλείται να επιλέξει όχι μεταξύ «σωστού» και «λάθους», αλλά μεταξύ δύο «σωστών» ή δύο «κακών». Στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας, τέτοια διλήμματα είναι οδυνηρά: δοκιμάζουν τη διανοητική διαύγεια και την ηθική συγκρότηση του κυβερνήτη.  

Αντιμετωπίζοντας την παρατεταμένη απεργία πείνας των τριακοσίων λαθρομεταναστών στο μέγαρο Υπατία, ο υπουργός Εσωτερικών κ.Ραγκούσης βρέθηκε στη δύσκολη θέση του Κρέοντος στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλέους: να εφαρμόσει το νόμο ή να αποφασίσει με γνώμονα ανθρωπιστικά κριτήρια;

Αντικρίζοντας το πτώμα του Πολυνείκη, ο Κρέων και η Αντιγόνη υπερασπίζονται δύο αντικρουόμενες αξίες αντιστοίχως: τους «νόμους χθονός» (τους νόμους της πόλης) και την «θεών ένορκον δίκαν» (τη δικαιοσύνη των θεών). Οι νόμοι ρυθμίζουν την έλλογη συμβίωση μιας κοινότητας, αλλά δεν αρκούν. Το ρητό ζει στη σκιά του άρρητου, ο νόμος δεν καθορίζει κατ΄ αποκλειστικότητα αυτός και μόνο το πρακτέο, ούτε εξαντλεί το απαγορευμένο. Ούτε όμως η δικαιοσύνη των θεών αρκεί· αν αρκούσε «δεν θα υπήρχε ούτε «Αντιγόνη», ούτε τραγωδία» επισημαίνει διεισδυτικά ο Κορνήλιος Καστοριάδης. Η τραγωδία προϋποθέτει την ασάφεια του ανθρώπινου βίου, την ελευθερία της επιλογής.

Ο υπέρμαχος των νόμων της πόλεως Κρέων γίνεται, παραδόξως, «άπολις», στο μέτρο που παραμένει  καθηλωμένος στο «μόνος φρονείν»  - ο λόγος του δεν διαπερνάται από τον λόγο των άλλων. Αλλά εξίσου «άπολις» γίνεται και η Αντιγόνη, στο βαθμό που παραγνωρίζει ότι πόλις χωρίς νόμους δεν μπορεί να υπάρξει. Ακόμα κι όταν έχουμε δίκιο, παρατηρεί ο Καστοριάδης, καταλήγουμε να έχουμε άδικο, αν επιμένουμε να έχουμε δίκιο μόνο εμείς («μόνος φρονείν). Όταν ακούμε τον λόγο των άλλων («ίσον φρονείν»), αποφεύγουμε την «ύβριν», συνυφαίνουμε διαφορετικές φωνές, εμπλουτίζουμε τον κοινό λόγο της πόλεως· αναπτύσσουμε τη φρόνηση, γινόμαστε «υψιπόλιδες».

Για το χριστιανό ή τον κοσμικό ανθρωπιστή, η φιλαλληλία αποτελεί  υπέρτατη αξία. Με βάση αυτή, ο υπουργός Εσωτερικών έπρεπε  να νομιμοποιήσει άνευ όρων τους λαθρομετανάστες-απεργούς πείνας. Αν εξαιρέσουμε τους ιδεοληπτικούς αριστερούς  που, σαν τα σκυλιά του Παβλόφ, υιοθετούν οποιαδήποτε διαμαρτυρία αμφισβητεί την «αστική νομιμότητα», οι περισσότεροι που συμπαραστάθηκαν  στους απεργούς πείνας της Υπατίας πιθανότατα εμφορούνταν  από ανθρωπιστικά κίνητρα.

Κατανοητό αυτό, αλλά, προκειμένου να μπορεί μια κοινότητα να δεχτεί τους λαθρομετανάστες πρέπει να μπορεί να υπάρχει ως τέτοια· να μπορεί να προστατεύει συντεταγμένα τον εαυτό της, ήτοι τους «νόμους χθονός» που τη συγκροτούν ως κοινότητα. Συνεπώς, οι αποφάσεις των ηγετών μας οφείλουν να σέβονται  τους νόμους. Αλλά και η εφαρμογή των νόμων δεν μπορεί να παραγνωρίζει την ανθρώπινη οδύνη· τότε δεν θα ήμασταν τα έλλογα όντα που θέλουμε να είμαστε. Οι απεργοί πείνας της Υπατίας έθεσαν  δραματικά υπόψη μας την εξαθλιωμένη κατάσταση  συνανθρώπων που εργάζονται παράνομα στη χώρα μας. «Άμα δεν έχεις χαρτιά είσαι σαν ζώο», είπε ένας απεργός πείνας στη Μ. Μαργωμένου («Κ», 27/2/2011). Ο τρόπος του βίου που, κατ΄ αρχήν, έχουμε υιοθετήσει ως πολιτική κοινότητα προασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, δεν δέχεται να αντιμετωπίζεται ο άνθρωπος σαν ζώο. Άρα, κάτι έπρεπε  να κάνουμε.

Τι όμως; Ο φρόνιμος κυβερνήτης πασχίζει να συνυφάνει τους «νόμους χθονός» με την «θεών ένορκον δίκαν». Γνωρίζει ότι το «παίγνιο» είναι επαναλαμβανόμενο: η πολιτεία θα βρεθεί και στο μέλλον ενώπιον του ιδίου διλήμματος. Αν το αντιμετώπιζε  εφαρμόζοντας τυφλά το νόμο, θα έστελνε  μεν ένα ισχυρό μήνυμα στους επίδοξους λαθρομετανάστες, αλλά θα αδιαφορούσε  για τη ζωή των συγκεκριμένων απεργών πείνας. Αν, αντιθέτως, επέλεγε  την παραβίαση του νόμου, τότε θα καθιστούσε την Ελλάδα ευάλωτη σε κύματα λαθρομεταναστών.

Ο νόμος είναι σύνθετη κατασκευή, δεν είναι άσπρο-μαύρο. Οι απεργοί πείνας διαφοροποιούνται μεταξύ τους ως προς τις προϋποθέσεις νομιμοποίησής τους. Η απόφαση  του κ.Ραγκούση ήταν  φρόνιμη: κατ΄ εφαρμογήν του νόμου, παρέχει καθεστώς ανοχής στους λαθρομετανάστες, αναστέλλοντας για ένα εξάμηνο (με δυνατότητα ανανέωσης) την απέλασή τους, με την προοπτική επανεξέτασης των ατομικών φακέλων τους και  τροποποίησης του νόμου σε ότι αφορά τα ένσημα, χρόνο παραμονής, κλπ. Αν καθόριζε ανώτατο όριο στη δυνατότητα ανανέωσης, η απόφασή του θα έδειχνε μεγαλύτερη πυγμή.  
Ο υπουργός δεν έμεινε  ανεπηρέαστος από το δράμα των απεργών πείνας, αλλά και δεν παραβίασε  το νόμο. Υπερασπίστηκε  φρόνιμα τη νομιμότητα. Όπως η Αντιγόνη, οι απεργοί πείνας αρχικά έμειναν  καθηλωμένοι στο «μόνος φρονείν», αγνοώντας την έννομη τάξη της πόλεως. Το ότι διακινδύνευσαν  τη ζωή τους δεν κατέστησε  την «ύβριν» τους περισσότερο αποδεκτή, όπως η θυσία της Αντιγόνης δεν δικαιώνει την άμετρη εναντίωσή της στο νόμο.
Αν η υπόθεση των απεργών πείνας της Υπατίας μας δυσκόλεψε  να βρούμε στοχαστικά κριτήρια αντιμετώπισής της είναι τόσο γιατί η έννοια του νόμου έχει χρεοκοπήσει στη συνείδησή μας, όσο και γιατί έχουμε χάσει την αυτοπεποίθησή μας ως πολιτική κοινότητα. Δεν ξέρουμε πότε  να είμαστε άτεγκτοι, πότε να υποχωρούμε, πως να συνυφαίνουμε αλληλοσυγκρουόμενες αξίες.  Τουλάχιστον, εν προκειμένω, φαίνεται να διαθέτουμε έναν σοβαρό υπουργό Εσωτερικών. Κάτι είναι κι αυτό…

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Όταν κυβερνούν οι αντεξουσιαστές φιλόσοφοι…




Το ερώτημα είναι παμπάλαιο: ποιος πρέπει να κυβερνά; Η απάντηση του Πλάτωνος είναι γνωστή: οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες. Οι λαοί θα ευτυχήσουν όταν βασιλεύσουν οι φιλόσοφοι και οι βασιλιάδες φιλοσοφήσουν. Ο φιλόσοφος μοιάζει με τον κυβερνήτη ενός πλοίου. Οι ναύτες είναι αμαθείς και καβγατζήδες, δεν ξέρουν την τέχνη της ναυσιπλοΐας. Μόνο ο φιλόσοφος γνωρίζει, λέει ο Πλάτων: τους ανέμους, τον ουρανό, τα αστέρια και μπορεί, κατά συνέπεια, να διευθύνει το πλοίο. Τι καθιστά τον φιλόσοφο τον μόνο άξιο κυβερνήτη; Η αγάπη της σοφίας, η πραγματική γνώση του Αγαθού, η γνωστική πρόσβαση σε αρχετυπικές Ιδέες που παραμένουν αναλλοίωτες. Η ορθή πολιτεία διευθύνεται από «άρχοντας αληθώς επιστήμονας», από φιλό-σοφους.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Παρά τους ταυτολογικούς ορισμούς του Πλάτωνος περί της εγκράτειας και αφιλοχρηματίας των φιλοσόφων, δεν παύουν να ανήκουν στο ανθρώπινο είδος: έχουν φιλοδοξίες, προκαταλήψεις, φόβους και πάθη. Ο φιλόσοφος-βασιλιάς είναι ένα ένσαρκο όν, ριζωμένο στο χώρο και το χρόνο· η κρίση του ενδέχεται να είναι εσφαλμένη, η ηθική του συνείδηση σε καταστολή, η πολιτική του οξύνοια στομωμένη, τα συναισθήματά του ακατέργαστα. Το παράδειγμα του φιλο-ναζί Χάιντεγκερ, του μεγαλύτερου ίσως φιλόσοφου του 20ου αιώνα, δείχνει ότι η πλάνη δεν χαρακτηρίζει μόνο τους πολλούς, αλλά και την υψηλότερη αριστοκρατία του πνεύματος. 

Προσέξτε πως αντιλαμβάνεται το ρόλο του ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής Φιλοσοφίας, κ.Πελεγρίνης: «Ως πρύτανης προσπαθώ να δώσω μια άλλη διάσταση στον θεσμό. Πιο ανθρώπινη. Άλλωστε, σκοπός μου ήταν και είναι να υπηρετήσω το πανεπιστήμιο, όχι να το εξουσιάσω. Για μένα, η λέξη εξουσιάζω αναλύεται ως “έξω η εξουσία”». Ο Πλάτων θα έφριττε στη σκέψη ότι η ιδιότητα του φιλό-σοφου ουδόλως αποτρέπει έναν πρύτανη-κυβερνήτη να υιοθετεί μια αφελή, σχεδόν παιδαριώδη, αντίληψη της εξουσίας.

Ο κ.Πελεγρίνης, επικεφαλής ενός μεγάλου οργανισμού με χιλιάδες εργαζόμενους και προϋπολογισμό εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, φαίνεται να πιστεύει ότι η άσκηση της εξουσίας είναι απλώς θέμα προσωπικού ορισμού, όχι συστατικό μέρος κάθε θεσμού. Αν θεωρήσω λ.χ. ότι, ως δάσκαλος, διευθυντής οργανισμού, ή αστυνομικός, δεν ασκώ εξουσία, τότε, ως δια μαγείας, δεν ασκώ εξουσία! Είναι σα να ορίζει ο υπουργός Οικονομικών μόνος του το χρέος έναντι των δανειστών της χώρας! Η πραγματικότητα είναι αυτό που θεωρώ ότι είναι!

Ο συλλογισμός αυτός παραβλέπει αυτό που ο φιλόσοφος Τζον Σήρλ ονομάζει «θεσμικά γεγονότα» («institutional facts»): γεγονότα των οποίων η ύπαρξη εξαρτάται από κοινωνικούς θεσμούς. Τα δέκα ευρώ που έδωσα χθες στον ταξιτζή δεν είναι ένα απλό κομμάτι χαρτί αλλά χρήματα, η αξία των οποίων προϋποθέτει την ύπαρξη του θεσμού των εγχρήματων συναλλαγών. Η εξουσία ενός πρύτανη δεν εξοβελίζεται επειδή έτσι νομίζει ένας πρύτανης, όπως η εξουσία του πρωθυπουργού δεν καταργείται ακόμα κι όταν ο πρωθυπουργός φενακιστικά δηλώνει «αντεξουσιαστής» (βλ. δηλώσεις Παπανδρέου Γ΄).

Ως επικεφαλής ενός θεσμού ο πρύτανης εφαρμόζει κανόνες, κατευθύνει, ελέγχει - ασκεί εξουσία. Βεβαίως υπάρχουν πολλοί τρόποι να ασκήσει κανείς εξουσία, αλλά το βέβαιο είναι ότι η εξουσία του δεν εξαερώνεται. Η εξουσία δεν είναι εξωτερική ως προς τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ενυπάρχει σε αυτές, τις διαπερνά – απορρέει από τις ασυμμετρίες, την ανισότητα πρόσβασης σε υλικούς και συμβολικούς πόρους, τις θεσμικές διαφορές.

Όταν οι λαθρομετανάστες κατέλαβαν πρόσφατα τη Νομική Σχολή, από τον πρύτανη αναμέναμε υπεύθυνη δράση, αφού αυτό ορίζουν η θεσμική και έννομη τάξη. Οι ρόλοι και οι εξ αυτών ευθύνες συγκροτούνται στο εσωτερικό θεσμών, δεν τους ορίζουμε ιδιωτικώς. Η επιλογή του φιλόσοφου-πρύτανη να ορίσει το πρόβλημα της κατάληψης κυρίως ως «μεταναστευτικό», και η με κάθε κόστος «αναζήτηση ανώδυνης λύσης» εκ μέρους του συνάδει με τη σολιψιστική αντίληψη του ρόλου του: το πρόβλημα είναι όπως το ορίζω! Επανατοποθετώ το ρόλο μου σε νέα, ορισμένα από εμένα, συμφραζόμενα, προκειμένου να μη χρειαστεί να λάβω επώδυνες αποφάσεις.

Αν μερικοί ναρκισσιστικά προσποιούνται ότι θέλουν να καταργήσουν την εξουσία του ρόλου του, υπάρχουν άλλοι που περιβάλλουν με σοφιστείες τη θέλησή τους για εξουσία. «Ναι είναι γεγονός [ότι θέλω να ασκήσω εξουσία]», ομολογεί ο σκαπανεύς της μεταμοντέρνας σοφιστικής κ.Βέλτσος. «[…] Μόνο που η εξουσία δεν είναι η […] καθυπόταξη του άλλου. Είναι σχέσεις δύναμης και ο εξουσιαζόμενος ασκεί και αυτός εξουσία στον εξουσιαστή. Αφού, λοιπόν, η εξουσία ασκείται έτσι κι αλλιώς, δεν ντρέπομαι να την ασκήσω κι εγώ […]» (BHMAgazino, 6/7/2008). Προσέξτε την οργουελική χρήση της γλώσσας. Αν όλα είναι θέμα αυτο-εξυπηρετικών ορισμών, η εξουσία του φρουρού του Γκουαντάναμο δεν διαφέρει και πολύ από την εξουσία του κρατούμενου! Η εξουσία δεν απαιτεί τόσο δημόσια λογοδοσία, όσο «βελτιώνει το χαρακτήρα» του εξουσιαστή!        

Οι φιλόσοφοι-βασιλιάδες όχι μόνο δεν είναι απαραίτητα καλύτεροι κυβερνήτες, αλλά είναι εν δυνάμει επικίνδυνοι κυβερνήτες. Πρώτον γιατί η αίγλη που συνήθως τους περιβάλλει (την οποία, φυσικά, τόσο απολαμβάνουν!) είναι πολύ πιθανόν να αναδείξει τα ναρκισσιστικά στοιχεία του χαρακτήρα τους· και δεύτερον γιατί ρέπουν προς την εκλεπτυσμένη φενάκη και την περίτεχνη σοφιστεία, προκειμένου να αποφύγουν το δημοκρατικό «λόγον διδόναι».

Ο Πλάτων έθεσε το λάθος ερώτημα, επεσήμανε ο Καρλ Πόπερ. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι «ποιος πρέπει να κυβερνά», αλλά «πως ελαχιστοποιούμε την κακή διακυβέρνηση». Στη δημοκρατία δεν χρειαζόμαστε «αληθώς επιστήμονας» να μας διοικήσουν, αλλά ανθρώπους με σωστό χαρακτήρα, εκλεπτυσμένη κρίση, αίσθηση καθήκοντος, και ισχυρή βούληση. Κρίνετε μόνοι σας σε ποιο βαθμό τους έχουμε.

Κυριακή 13 Φεβρουαρίου 2011

Ανυπακοή αλά ελληνικά…


Όταν στην επίσημη επίσκεψή του στην Αυστραλία, το 2003, ο πρόεδρος Μπους εκφώνησε ομιλία σε κοινή συνεδρία των δύο νομοθετικών σωμάτων της χώρας, η παράσταση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη όσο φανταζόταν. Κάποια στιγμή, ο γερουσιαστής Μπράουν, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος των Πρασίνων, σηκώθηκε από το έδρανό του και διέκοψε με έντονο ύφος τον ομιλητή, διαμαρτυρόμενος για την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ και την απάνθρωπη μεταχείριση των κρατουμένων στο Γκουαντάναμο. Ακολούθησε θόρυβος. Ο πρόεδρος της Βουλής επενέβη άμεσα. Με εντολή του, οι υπεύθυνοι ασφαλείας οδήγησαν τον θορυβοποιό βουλευτή έξω από την αίθουσα, ενώ αποβλήθηκε για εικοσιτέσσερις ώρες από τη Βουλή! Ο γερουσιαστής δεν αντιστάθηκε. Διαμαρτυρίες δεν ακούστηκαν. Η ομιλία συνεχίστηκε. Αλλά και η διαμαρτυρία καταγράφηκε...
Ήταν μια μικρή πράξη ανυπακοής: η ανάγκη της προσωπικής διαμαρτυρίας κατίσχυσε του σεβασμού των κοινοβουλευτικών κανόνων περί κόσμιας συμπεριφοράς. Ο γερουσιαστής αφενός μεν εξέφρασε με πάθος την άποψή του, αφετέρου δε υπέστη τις συνέπειες της ανορθόδοξης συμπεριφοράς του. Αποδεχόμενος τις σχετικές κυρώσεις, επιβεβαίωσε άρρητα το σεβασμό του στους κανόνες του κοινοβουλίου. Ανυπακοή και υπακοή συνυπήρξαν στο ίδιο επεισόδιο.   
Το αυτοαποκαλούμενο «κίνημα ανυπακοής» στην Ελλάδα έχει τόση σχέση με την πολιτική ανυπακοή σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα όση η θρησκόληπτη μισαλλοδοξία με τη χριστιανική αγάπη. Όσοι βανδαλίζουν τα ακυρωτικά μηχανήματα εισιτηρίων στους σταθμούς του μετρό, όσοι αρνούνται να καταβάλουν διόδια στις εθνικές οδούς, όσοι μηχανεύονται τρόπους να πληρώνονται για τις ημέρες της απεργίας τους, όσοι καταλαμβάνουν δημόσια κτίρια, ή δεν σέβονται δικαστικές αποφάσεις, εγγράφονται λιγότερο στη μακρά δημοκρατική παράδοση της πολιτικής ανυπακοής και περισσότερο στη νεοελληνική παράδοση του ωμού τσαμπουκά – την ιδιοτελή άρνηση υπαγωγής σε κανόνες καθολικής ισχύος. Ένα μακρύ ιστορικό νήμα συνδέει τη σημερινή ανομία με την «αντίσταση» των κοτζαμπάσηδων και των ληστών του 19ου αιώνα στους θεσμούς τους νεοσύστατου ελλαδικού κράτους.      
Η πολιτική ανυπακοή απαιτεί προσωπικό θάρρος και εκλεπτυσμένη πολιτική κουλτούρα. Οι πολιτικά ανυπάκουοι, όπως ο Γκάντι, ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ ή περιβαλλοντικοί ακτιβιστές, δεν παρακάμπτουν τις κυρώσεις. Αντιθέτως, τις επιζητούν. Με την αυταπάρνησή τους κερδίζουν ηθικό κύρος, προκειμένου να επιστήσουν την προσοχή της κοινωνίας σε νόμους που θεωρούν άδικους.
Η παρακμιακή αριστερά, τόσο στη σταλινική όσο και στη ριζοσπαστικά παλιμπαιδίζουσα εκδοχή της, καταγγέλλει την «ποινικοποίηση» της «οργανωμένης ανυπακοής». Δεν αντιλαμβάνεται ότι η ανυπακοή αποκτά έλλογα χαρακτηριστικά, καθίσταται κατανοητή, μόνο όταν εκδηλώνεται στο εσωτερικό μιας κατά νόμον συγκροτημένης πολιτικής κοινότητας. Χωρίς νόμους δεν υφίσταται πολιτική κοινότητα· δίχως κυρώσεις αχρηστεύονται οι νόμοι· χωρίς νόμους δεν έχει καμιά αξία η ανυπακοή.
Τον πολιτικά ανυπάκουο δεν τον ενδιαφέρει απλώς να καταγράψει ναρκισσιστικά τη διαμαρτυρία του, ούτε επιδιώκει ιδιοτελώς να ικανοποιήσει το συμφέρον του, αλλά να καταστήσει διϋποκειμενικά αναγνωρίσιμη τη μη νομιμόφρονα στάση του· τον ενδιαφέρει να επικοινωνήσει με τους συμπολίτες του, προκειμένου να επιφέρει αλλαγή στο νόμο· δεν θέλει να «ιδιάσει» αλλά να «κοινωνήσει». Όπως παρατηρεί ο Τζον Ρολς, η πολιτική ανυπακοή συνιστά πράξη πολιτική στο μέτρο που δεν υπερασπίζεται έναν επιμέρους κώδικα ηθικής, αλλά αναφέρεται στις γενικές αρχές της δικαιοσύνης που, κατ΄ αρχήν, ρυθμίζουν τους θεσμούς της δημοκρατικής κοινωνίας. Ο Μάρτιν Λούθερ Κίνγκ λ.χ. παραβίασε τους ρατσιστικούς νόμους της Αλαμπάμα στο όνομα των αρχών του Αμερικανικού Συντάγματος.
 Η πολιτική ανυπακοή είναι μια δημόσια, ενσυνείδητη, μη βίαιη πράξη. Εγγράφεται πρωτίστως στην επικράτεια του λόγου: εκδηλώνεται δημοσίως και απευθύνεται στους άλλους, πασχίζοντας να τους πείσει ότι ο ανυπάκουος ενδιαφέρεται ειλικρινώς για τις κοινές αξίες που συγκεκριμένοι νόμοι φέρονται να καταπατούν. Η πολιτική ανυπακοή συνιστά άρνηση και κατάφαση συγχρόνως: αρνείται την εφαρμογή ενός συγκεκριμένου νόμου καταφάσκοντας την έννοια του νόμου, αφού ο ανυπάκουος υφίσταται τις συνέπειες της άρνησής του. Όπως γράφει ο Ρολς, «ο νόμος παραβιάζεται, αλλά η πίστη στο νόμο εκφράζεται με τη δημόσια και μη βίαιη φύση της πράξης ανυπακοής, με την προθυμία να αποδεχθεί κανείς τις νόμιμες συνέπειες της συμπεριφοράς του».
Αναδεχόμενος τις κυρώσεις από την ανυπάκουη συμπεριφορά μου μετέχω στην πολιτική κοινότητα, δεν αποκόπτομαι από αυτή. Καταβάλλουμε ένα τίμημα για να πείσουμε τους άλλους, λέει ο Ρολς, ότι οι πράξεις μας αντλούν ηθική νομιμοποίηση από τις πολιτικές αξίες της κοινότητάς μας (ότι, δηλαδή, δεν εξυπηρετούμε απλώς τους εαυτούς μας), αλλά και για να βεβαιωθούμε εμείς οι ίδιοι για την ειλικρίνεια των κινήτρων μας. Παραμένουμε προσδεδεμένοι στον «κοινό λόγο» ακόμα κι όταν αρνούμαστε μια συγκεκριμένη εκφορά του.
Η ιδιοτελής απείθεια στο νόμο είναι ένα από τα πλέον διακριτά γνωρίσματα της νεοελληνικής κοινωνίας. Η απειθαρχία που βλέπουμε γύρω μας είναι καρικατούρα πολιτικής ανυπακοής· κυρίως συνιστά την κορύφωση της ιστορικά εμπεδωμένης παρανομίας σε γενικευμένη ανομία. Το ελλαδικό πρόβλημα είναι συστημικό, και γι αυτό δυσεπίλυτο: με κάποιες εξαιρέσεις, η ιδιοτελής-χειριστική αντίληψη του νόμου χαρακτηρίζει τόσο τους φαύλους πολιτικάντηδες που επί μακρόν κυβέρνησαν τη χώρα (με τα γνωστά αποτελέσματα…), όσο και αυτούς που τους αντιπολιτεύονται· φαύλοι κυβερνήτες και απείθαρχοι πολίτες αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
Η κατά νόμον συμβίωση αποτελεί ένα απίστευτης σημασίας ιστορικό επίτευγμα όσων κοινωνιών την πέτυχαν. Εμείς, εδώ και διακόσια περίπου χρόνια, ακόμη προσπαθούμε…      

Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2011

Η ηθική της ευθύνης


Μέσα στις αναθυμιάσεις που αναδίδει η σήψη του πολιτικού συστήματος, ευτυχώς υπάρχουν πολιτικοί που μας εκπλήσσουν ευχάριστα. Με το αναζωογονητικά τολμηρό άρθρο της στην «Καθημερινή» (16/1/2011), η βουλευτής Δράμας του ΠΑΣΟΚ κυρία Χαρά Κεφαλίδου απηύθυνε έκκληση στους συναδέλφους της να αρθούν πάνω από τις αντιλήψεις της «συντεχνίας» τους, να «περιορίσουν τα προνόμιά» τους. Θα λυθεί έτσι το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας; Όχι, βέβαια. Το ζητούμενο είναι άλλο, συμβολικό: να ανακτήσουν οι βουλευτές την αξιοπιστία τους. Πώς; Τιμώντας την ηγετική διάσταση του ρόλου τους: «Όταν ζητάμε από τους άλλους να ξεβολευτούν, πρέπει πρώτα να ξεβολευτούμε εμείς οι ίδιοι», γράφει η βουλευτής Δράμας. «Αν δεν εμπνεύσουμε τους πολίτες δεν έχουμε μέλλον. Αλλά για να εμπνεύσουμε πρέπει να ταυτιστούμε μαζί τους. Διαμορφώνουμε νοοτροπίες όχι με τα λόγια αλλά με τα έργα μας».
Συγκρίνετε το ήθος που εκπέμπει ο λόγος αυτός με τις αυτοεξυπηρετικές πρακτικές των κομματανθρώπων του πολιτικού συστήματος, και θα δείτε τη διαφορά. Ιδού μερικά, τυχαία, παραδείγματα.
Πρόσφατα, οι εθνοπατέρες μας αποφάσισαν για πολλοστή φορά να μην αρθεί η ασυλία τεσσάρων βουλευτών που κατηγορούνται για παραβάσεις του ποινικού δικαίου (π.χ. παράνομη εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, παράνομη εκχώρηση άδειας για άσκηση επαγγέλματος, κλπ)! Ο κ. Μ. Παπαϊωάννου, παμπάλαιο στέλεχος της «πράσινης» νομενκλατούρας, αντιτάχθηκε πέρυσι στη δημοσιοποίηση των βουλευτικών δηλώσεων «πόθεν έσχες» στο Διαδίκτυο, διότι «δεν βοηθάει σε τίποτα. Ίσως δώσει τροφή και σε ορισμένους που στοχοποιούν κάποιους βουλευτές»! Η αντιπρόεδρος της Παναττικής Ένωσης Καθαριστριών και Οικιακού Προσωπικού κυρία Τσούνη, ανέφερε πέρυσι στην Επιτροπή Ισότητας, Νεολαίας και Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (!) της Βουλής ότι υπουργοί και βουλευτές απασχολούν ανασφάλιστο προσωπικό για οικιακές εργασίες. Ο πρόεδρος της βαρύγδουπης επιτροπής κ. Β. Οικονόμου αντέδρασε ακαριαία: «Φτάσαμε στο σημείο», είπε οργισμένος, «ο καθένας να λέει κάτι για να κερδίσει ένα δευτερόλεπτο δημοσιότητας. Αν έχει λίγο τσίπα, ας φέρει (στοιχεία η κυρία Τσούνη)». Μάλιστα… Αντί να ρωτήσει την καταγγέλλουσα, πώς θα μπορούσε η Επιτροπή να τη βοηθήσει για να φέρει στο φως τα σχετικά στοιχεία, ο πρόεδρός της, σαν σταλινικός γραφειοκράτης σε σοβιετική δίκη, ανάγκασε τη φοβισμένη καθαρίστρια να ζητήσει «συγγνώμη»! Απλή λεπτομέρεια: ο «σοσιαλιστής» κ. Β. Οικονόμου κέρδισε τον περασμένο Μάιο τη δημοσιότητα που δικαιούται, αντιτιθέμενος σθεναρά στο «κατοχικό» Μνημόνιο! Το «λαό» αξίζει να τον υπερασπίζεσαι μόνο όταν είναι αφηρημένη έννοια… 
Ο λόγος οποιουδήποτε ασκεί δημόσια εξουσία αποκτά ηγετική αξιοπιστία όταν αποσπά την εμπιστοσύνη μας. Πώς γίνεται αυτό; Όταν αυτός που τον εκφέρει αίρεται πάνω από τον ορίζοντα των ιδιοτελών συμφερόντων - είτε δικών του, είτε της συλλογικής οντότητας στην οποία μετέχει· όταν, δηλαδή, αντιμετωπίζει συμβάντα που δοκιμάζουν τις καταστατικές αξίες της συλλογικότητας όχι  καιροσκοπικά, ούτε συντεχνιακά, αλλά αυτοκριτικά, αναγόμενος σε αυτές τις αξίες. Η στρατηγική αυτή κερδίζει την εμπιστοσύνη μας στο μέτρο που ο ενεργών ηγετικά ακολουθεί το δύσκολο δρόμο: διακινδυνεύει κάτι πολύτιμο (π.χ. το βραχυπρόθεσμο κύρος της συλλογικότητας)· υπάγει τη συμπεριφορά του σε γενικές αρχές, αυτοπεριορίζεται. Βουλευτές-statesmen δείχνουν να το κατανοούν αυτό· βουλευτές-κομματάνθρωποι είναι παντελώς ανυποψίαστοι: αγωνιούν πρωτίστως για τις προϋποθέσεις αναπαραγωγής της εξουσίας τους.
Δεν είναι πολλά και ίσως εξαερώνονται στην εμετική οσμή που αναδίδει ο βόρβορος της διαφθοράς, αλλά παραδείγματα αναζωογονητικών ηγετικών πρωτοβουλιών συναντούμε και σε άλλους χώρους, εκτός της πολιτικής. Πέρυσι, λ.χ., οι γιατροί του ΕΣΥ Λακωνίας, με ομόφωνη απόφαση του συλλόγου τους, ανάρτησαν αφίσες στο νοσοκομείο της Σπάρτης με κεντρικό μήνυμα: «Εάν σου ζητήσουν φακελάκι, δώσε ένα άδειο! Βοήθησε να απαλλαγούμε από τη διαφθορά. Μη συμμετέχεις».
Τι εύστοχη πρωτοβουλία! Κάποιοι επαγγελματίες είναι υπερήφανοι για τη δουλειά τους και θέλουν να την προστατεύσουν. Υπερασπίζοντας την υπόληψή τους, υπερασπίζονται τις αξίες του επαγγέλματός τους. Δεν κάνουν εθιμοτυπικές εκκλήσεις στην πολιτεία να θεσπιστούν νόμοι, να επέμβει δηλαδή κάποιος άλλος· αναλαμβάνουν οι ίδιοι την πρωτοβουλία να αυτοαστυνομευθούν, να χωρίσει η ήρα από το στάρι.. Οι μακροχρόνιες αξίες που διέπουν το επάγγελμά τους είναι σημαντικότερες από το είδωλο της «καλής εικόνας» που κοινωνικά τους αποδίδεται. Η εικόνα είναι πραγματικά καλή όταν, όπως παρατηρεί ο Ανταμ Σμιθ, ο επαγγελματίας διεκπεραιώνει με «ευπρέπεια» το ρόλο του, όταν δηλαδή το «πάθος» του συμπίπτει με το «πάθος» που θα είχε ένας «αμερόληπτος θεατής» αν ήταν στη θέση του.  Τότε, ο ορίζοντας ενός επαγγελματία δεν εξαντλείται στον ορίζοντα των ιδιοτελών συμφερόντων του, αλλά συναντά το ευρύτερο «κοινό αίσθημα». Όσο ο επαγγελματίας παγιδεύεται στο κοινωνικώς κατασκευασμένο είδωλο του ρόλου του, τόσο συρρικνώνεται ο ηθικός του ορίζοντας.
Η ηθική της ευθύνης απελευθερώνει. Ενισχύει την αυτοεκτίμηση των εμπλεκομένων («κερδίζουμε πρόσωπο», λέει η κυρία Κεφαλίδου), προστατεύει εμπράκτως τις αξίες της συλλογικής οντότητας, προσδίδει αξιοπιστία στα μέλη της. Η ηθική της ευθύνης είναι αλλοκεντρική, μάχεται την αδιαφορία και το ναρκισσισμό, διατηρεί σε ετοιμότητα τα ηθικά ανακλαστικά του φορέα της. Φυσικά, κοστίζει – σε ανέσεις, ισχύ, ησυχία. Αν σας προβληματίζει γιατί δεν βλέπουμε περισσότερα δείγματα αυτής της ηθικής στο δημόσιο βίο, σκεφτείτε ότι η «ευπρέπεια» απαιτεί ενέργεια για την καλλιέργειά της – αίσθηση κοινότητας, υποδειγματικές ηγετικές πρωτοβουλίες, κίνητρα και κυρώσεις, εγρήγορση· το ιδιοτελές συμφέρον, αντιθέτως, είναι αυτοφυές! 

Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011

Οι «κοπρίτες» χρειάζονται «κοπρίτες»!


Η αμετροεπής ελευθεροστομία του ενδέχεται να εκληφθεί ως παρρησία. Δεν είναι. Ο παρρησιαστής λέει τα πάντα (παν-ρήμα) και αντιπαρατίθεται σε κυρίαρχες αντιλήψεις, διακινδυνεύοντας κάτι πολύτιμο με τον τολμηρό λόγο του· όχι απαραίτητα τη ζωή του, ή την ελευθερία του, αλλά τη σταδιοδρομία του, τις ανέσεις του. Είναι αμφίβολο τι από όλα αυτά χαρακτηρίζει τον Θ. Πάγκαλο.

Διακεκριμένο μέλος του παρακμιακού κατεστημένου που χρεοκόπησε τη χώρα, εκφράζει επιλεκτικώς καυστικά αυτά που πολλοί συζητούν ιδιωτικά. Διανθίζοντας τον πολιτικό του λόγο με χολερικούς χαρακτηρισμούς, ο κ.Πάγκαλος συνδέει τον θεσμικό (και γι αυτό αναγκαστικά αφηρημένο)  λόγο των πολιτικών με τον βιόκοσμο του νεοέλληνα, για τον οποίο η πολιτική δεν είναι τόσο γενικές αρχές, όσο εμπρόσωπες συμπεριφορές. Η γλώσσα του συνήθως διαθέτει τη ζωντάνια του ανθρώπου των καφενείων, επιλεκτικά στηλιτεύοντας στρεβλώσεις, ταμπού και πολιτικές ασημαντότητες του δημόσιου βίου,  αλλά διαπερνάται και από τον αφοριστικό ισοπεδωτισμό, την έλλειψη αναλυτικότητας, και, κυρίως, την απουσία αναστοχαστικότητας που διακρίνει τον καφενειακό λόγο.

Αυτό που ο κ.Πάγκαλος δείχνει να απολαμβάνει περισσότερο δεν είναι τόσο η ικανοποίηση που παρέχει η αποτελεσματικότητα του κυβερνήτη, όσο η προσοχή που προσελκύει ο ναρκισσιστής θορυβοποιός. Είναι υπουργός, αλλά συμπεριφέρεται κυρίως σαν αυτάρεσκος τηλεσχολιαστής. Η πείρα που η βιολογική γήρανση επισωρεύει, του προσέδωσε λιγότερο φρόνηση και αυτογνωσία και περισσότερο γεροντική έλλειψη ανεκτικότητας και επηρμένη αυταρέσκεια. Σίγουρα γνωρίζει ότι η διακυβέρνηση, για να είναι αποτελεσματική, απαιτεί στρατηγική και αθόρυβη μεθοδικότητα, αλλά αυτή η εγκεφαλική γνώση σπάνια μετατρέπεται σε βιωμένη πράξη. Ο κ.Πάγκαλος ζει για το θόρυβο (χειροκρότημα ή αποδοκιμασία αδιάφορο), το θυμικό ξέσπασμα, όχι την πλήξη της προσήλωσης στο στόχο που διακρίνει το συνετό κυβερνήτη.

Δεν είναι γνωστό από πού αντλεί την έπαρση που αποπνέει ο λόγος του και η σωματική του παρουσία. Μήπως από τον εθνικά επωφελή χειρισμό κρίσιμων θεμάτων, όπως οι S300, η κρίση στα Ίμια ή το φιάσκο Οτσαλάν; Για ποιες σημαντικές πολιτικές επιτυχίες μπορεί να υπερηφανεύεται; Στη δημιουργία ποιών θεσμών που έκαναν το δημόσιο βίο καλύτερο καθοριστικά συνέβαλε; Στο πρόσφατο βιβλίο του ομολογεί ότι το πρόγραμμα εξυγίανσης της Ολυμπιακής που διαπραγματεύτηκε με την ΕΕ ως υπουργός Μεταφορών δεν εφαρμόστηκε ποτέ!  

Ο ναρκισσισμός του δεν του επιτρέπει να δει ότι, σε τελική ανάλυση, είναι κι αυτός ένα ακόμη δείγμα του θλιβερού ελλαδικού πολιτικαντισμού: πολλά λόγια και λίγα έργα· ο υπουργός που αστόχαστα θορυβεί αλλά δεν επιλύει προβλήματα· ο πολιτικός που σχολιάζει τα πολιτικά δρώμενα ως παρατηρητής, αντί να τα συν-διαμορφώνει αναστοχαστικά ως συμμέτοχος. Αυτό που, τελικά, προσδίδει συνοχή στις ανερμάτιστες εκρήξεις, τις ηχηρές σιωπές ή τις κυνικές σοφιστείες του κ.Πάγκαλου, είναι κάτι πολύ πεζό: η ναρκισσιστική απόλαυση της δημοσιότητας και η επιθυμία του να έχει διηνεκώς πρωταγωνιστικό ρόλο στον κομματικό-κυβερνητικό «πράσινο» θίασο.       
Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου, στη δεκαετία του 1980, κομματικοποιούσε ασύστολα το κράτος, ανεχόταν την κλεπτοκρατία, και εξαγόραζε πολιτική πελατεία με δανεικά, δεν καταγράφηκε ο αντιρρητικός λόγος του κ.Πάγκαλου. Το 2001 αντιτάχθηκε καιροσκοπικά στην τολμηρή μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού από την κυβέρνηση Σημίτη, για να καταπιεί αδιαμαρτύρητα τις πολύ αγριότερες σχετικές αλλαγές της κυβέρνησης Παπανδρέου, κατ’ επιταγή των δανειστών μας. Πριν το 2004 διακήρυσσε ότι ο Παπανδρέου Γ’ δεν ήταν κατάλληλος για αρχηγός του κόμματός του και απειλούσε με αποχώρηση σε περίπτωση που εκλεγόταν. Σήμερα είναι αντιπρόεδρος της κυβέρνησής του! Όταν ο  Τσοχατζόπουλος και οι όμοιοί του στο ΠΑΣΟΚ πλούτιζαν την εποχή της παντοδυναμίας τους, ο λαλίστατος κ.Πάγκαλος είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Όταν ο Τσουκάτος ομολόγησε ότι πήρε 1 εκ. μάρκα από τη  Siemens και τα μετέφερε στο ΠΑΣΟΚ, ο σοφιστής κ.Πάγκαλος απεφάνθη ότι αυτή η πράξη «δεν ήταν παράνομη» και, σαν Πόντιος Πιλάτος, εξέφρασε την αδυναμία του ποιόν να πιστέψει – τον Τσουκάτο ή τον ταμία του κόμματός του! Τις πολιτικές «χορηγίες» της Siemens από τα μαύρα ταμεία της τις απενοχοποίησε κυνικά ως «έξοδα παραστάσεως» μιας ανώνυμης εταιρίας!       
Το τελευταίο πυροτέχνημα του κ.Πάγκαλου είναι οι «κοπρίτες», που πολιτικοί σαν κι αυτόν συστηματικά διόριζαν στο Δημόσιο! Ομολογεί τη συμμετοχή του σε ένα διεφθαρμένο σύστημα εξουσίας και, ενώ η αναμενόμενη συνέπεια της παραδοχής του θα ήταν η παραίτηση από το δημόσιο αξίωμά του, μέμφεται αυτοαπαλλακτικά τους «διεφθαρμένους πολίτες»! Δεν βλέπει ότι η «κόπρος» που η κυβέρνησή του σήμερα πασχίζει να καθαρίσει παρήχθη και από το ίδιο του το κόμμα. Οι «κοπρίτες» διορίζονταν στο Δημόσιο από ένα φαύλο πολιτικό σύστημα, του οποίου κύριο έργο ήταν να λειτουργεί ως κοπρομηχανή: να κατασκευάζει «κοπρίτες» με την, μέσω κομματικοποίησης και συνδικαλιστικής παραδιοίκησης, παράκαμψη επαγγελματικών κριτηρίων και την αλλοίωση κινήτρων και κυρώσεων. Οι «κοπρίτες» χρειάζονται «κοπρίτες»!
Ως ευφυής άνθρωπος ο κ.Πάγκαλος είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι, σε μια πρακτική τέχνη όπως η πολιτική, η αλήθεια ενός ισχυρισμού δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενό του αλλά και από την «πίστη» που απολαμβάνει ο ομιλητής. Όπως δεν θα εμπιστευόμασταν τον Αλ Καπόνε αν επέκρινε την αστυνομία του Σικάγο για υπαρκτή διαφθορά, έτσι δυσπιστούμε σε έναν πρωταγωνιστή του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που εγκαλεί τώρα τους «πελάτες» του για φαυλότητα! Η αλήθεια τσαλακώνεται όταν εκφέρεται από λάθος χείλη. Αν η «α-λήθεια» είναι η απουσία της λήθης, δυστυχώς για το ναρκισσιστή θορυβοποιό ακόμη θυμόμαστε…