Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

Οι μίζες και το οντολογικό κενό


Όταν ένας διακεκριμένος φιλόσοφος, του οποίου του έργο έχει επηρεάσει σημαντικά τη διανοητική σου συγκρότηση, εκφράζεται εγκωμιαστικά για ένα βιβλίο σου, δεν μπορεί παρά να χαίρεσαι. Όταν ο ίδιος φιλόσοφος διαλέγεται με το βιβλίο σου, αμφιβάλλοντας γόνιμα για βασικές πτυχές της συλλογιστικής σου, τότε χαίρεσαι διπλά. Τα ερωτήματα που θέτει ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς αναφορικά με προβληματισμούς που εκτίθενται στο βιβλίο μου «Έναρθρη Κραυγή» (Καστανιώτης, 2007) είναι εύστοχα και ερεθιστικά. Θα προσπαθήσω να ανασυστήσω την επιχειρηματολογία του και, στη συνέχεια, να αντιπαραθέσω την άποψή μου.

Με την ελπίδα ότι αποδίδω επαρκώς το συλλογισμό του, ο βασικός πυρήνας της κριτικής του κ.Γιανναρά έχει ως εξής. Το κοινωνικό και πολιτικό όραμα της νεωτερικότητας, της ιστορικής περιόδου, δηλαδή, που ξεκίνησε τον 17ο αιώνα με την εμφάνιση της επιστημονικής σκέψης, των τεχνολογικών εφαρμογών και της βιομηχανικής παραγωγής, των εθνικών κρατών και, κυρίως, της πεποίθησης ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργός νοήματος και φορέας κοινωνικών αλλαγών, χαρακτηρίζεται από οντολογικό κενό. Οι νεωτερικές κοινωνίες δεν συνέχονται από κοινό νόημα ζωής, εκτός από την πίστη στην ατομική διάνοια και την εργαλειακή αποτελεσματικότητα. Η απουσία κοινού νοήματος ζωής τις αποστερεί από κοινές αξίες, οι οποίες είναι απαραίτητες για την κοινωνική συνοχή. Όποιος, όμως, ενδιαφέρεται για τις κοινές αξίες που (πρέπει να) συνέχουν μια νεωτερική κοινωνία θα πρέπει να μας πει πως δημιουργούνται αυτές οι αξίες, ιδιαίτερα αν απορρίπτει την ασφάλεια των δογμάτων, τον φενακισμό των ιδεοληψιών και την ψευδαίσθηση του επιστημονισμού. Με τα λόγια του ίδιου του κ.Γιανναρά: «Κοινωνίες με λειτουργική συνοχή συγκροτούνται μόνο αν απαντηθεί το «γιατί» (το «νόημα») αυτοπεριορισμού του ατόμου: Γιατί ο έμπορος να μην κλέψει επιτήδεια, γιατί ο εφοριακός να μη λαδωθεί, ο εργολήπτης να μην παραβιάσει τη σύμβαση, ο πολιτικός να μην καταχραστεί, ο ιερέας να μην καπηλευθεί τη βιολογική θρησκευτική ανάγκη του ανθρώπου;»

Πράγματι, ο ατομισμός και ο εργαλειακός λόγος συνιστούν τις κύριες όψεις της δυσανεξίας της νεωτερικότητας. Η λύση, όμως, δεν είναι απλώς η άρνησή τους αλλά, συγχρόνως, η θετική αναγνώριση της θεμελιώδους πρωτοτυπίας του νεωτερικού πολιτισμού που είναι, κατά την έκφραση του φιλόσοφου Τσάρλς Τέηλορ, η αναζήτηση της αυθεντικότητας (το ιδεώδες του αυτοπροσδιορισμού) . Η απώλεια νοήματος, την οποία ορθά επισημαίνει ο κ.Γιανναράς ως εγγενές πρόβλημα της νεωτερικότητας, είναι αποτέλεσμα του ατομισμού - της εκφυλισμένης εκδοχής της νεωτερικής ανάγκης για αυθεντικότητα.

Ο αυτοπροσδιορισμός δεν είναι μια αυστηρά ατομική αλλά μια ουσιωδώς διαλογική υπόθεση. Οι άλλοι δεν είναι απλώς άτομα με τα οποία συνάπτω εργαλειακές σχέσεις, αλλά συγκροτούν τον ορίζοντα νοήματος εντός του οποίου υπάρχω και αυτοκατανοούμαι. Όπως έχει δείξει ο ιστορικός της τέχνης Ερνστ Γκόμπριτς, απαραίτητος όρος ακόμα και της καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι η αναπόφευκτη ένταξη του καλλιτέχνη σε μια παράδοση και ο διάλογός του με τους σημαντικούς δημιουργούς της. Το άτομο αυτοπροσδιορίζεται μεν, διαλογικά δε: επιδιώκει την πληρότητα του εαυτού σε ένα συλλογικό πεδίο που διαμόρφωσαν άλλοι. Η αναζήτηση της αυθεντικότητας δεν εκφυλίζεται σε ατομισμό στο μέτρο που το άτομο αναγνωρίζει τον συλλογικά παραχθέντα νοηματικό ορίζοντα εντός του οποίου αναζητεί την αυτοπραγμάτωση. Ο ορίζοντας μετακινείται, αλλά δεν καταργείται. Ένα τέτοιο κοινωνικό άτομο και αυτοπεριορίζεται και δημιουργεί.

Η λειτουργική συνοχή σε μια κοινωνία απαιτεί πράγματι την αποδοχή κάποιων κοινών αξιών. Όλες οι κοινωνίες συνέχονται από κάποια «δι-υποκειμενικά νοήματα» γύρω από τα οποία αρθρώνεται ο συλλογικός βίος. Ακόμα και μια άκρως ατομικιστική κοινωνία, όπως η Αμερικανική, διακρίνεται από την κοινή πίστη στο «Αμερικανικό όνειρο». Το ερώτημα είναι τι αξίες συνέχουν τις κοινωνίες και πως τις αποκτούν. Ο λόγος που, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει στο Ελληνικό ΕΣΥ, ο γιατρός του Βρετανικού ΕΣΥ δεν παίρνει φακελάκι, έχει να κάνει λιγότερο με μεταφυσικές αξίες και περισσότερο με τη μακροχρόνια καλλιέργεια της αξίας του κοινωφελούς επαγγελματισμού στο Βρετανικό ΕΣΥ. Να αναζητεί κανείς την αιτία της εμφάνισης αυτής της αξίας στην Προτεσταντική ηθική δεν είναι περισσότερο χρήσιμο από το να εξηγεί το βάλς με τους νόμους της βαρύτητας. Η αξία του κοινωφελούς επαγγελματισμού αποτελεί ουσιώδες μέρος μιας οργανωσιακής κουλτούρας, η οποία καλλιεργείται από τους παλαιότερους και ιεραρχικά ανώτερους στο επάγγελμα, ενθαρρύνεται από ένα πλέγμα κινήτρων και τιμωριών σε ένα επαγγελματικό σύστημα διοίκησης, και αρθρώνεται μέσα σε μια ευρύτερη οικολογία αξιών δημόσιας προσφοράς που ιστορικά έχει εμπεδωθεί στους Βρετανικούς δημόσιους θεσμούς.

Με άλλα λόγια, οι αξίες που διαπερνούν τους δημόσιους θεσμούς είναι αξίες που διαμορφώνονται με την πάροδο του χρόνου, σε επιμέρους κοινωνικούς τομείς, στο πλαίσιο ιστορικά εξελισσόμενων κοινωνικών πρακτικών. Δεν χρειάζεται να αναχθούμε στο «οντολογικό κενό» της νεωτερικότητας για να καταλάβουμε τέτοια φαινόμενα, όπως δεν χρειαζόμαστε τη θεωρία του Μπινγκ Μπάνγκ για να καταλάβουμε τις κλιματικές αλλαγές. Το γεγονός ότι οι πολεοδομικές υπηρεσίες στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό διαφθοράς, ενώ στην Κύπρο λ.χ. αυτό δεν συμβαίνει, δεν έχει τίποτα να κάνει με τον «ατομισμό» της νεωτερικότητας, ούτε με την οντολογία του Ορθόδοξου χριστιανισμού, αλλά, πολύ πιο πεζά, με την ιστορία της δημόσιας διοίκησης στις δύο χώρες. Αντιστοίχως, η υψηλή διαφθορά που μαστίζει τον κατασκευαστικό τομέα στην Ιαπωνία δεν επιβεβαιώνει την εγγενή παθολογία κολεκτιβιστικών κοινωνιών, αλλά έχει να κάνει με τον τρόπο ανάθεσης δημοσίων έργων και την πελατειακή λειτουργία του Ιαπωνικού πολιτικού συστήματος.

Εν ολίγοις, οι αξίες που συνέχουν τους δημόσιους θεσμούς δεν είναι μεταφυσικές, αλλά κοινωνικά κατασκευασμένες, κι αυτό είναι κάτι που ο νεωτερικός άνθρωπος, σε αντίθεση με τον παραδοσιακό, το γνωρίζει. Οι βαθύτερες πολιτισμικές (οντολογικές) αξίες ευνοούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, συγκεκριμένες θεσμικές αξίες, αλλά η σχέση μεταξύ τους δεν είναι μονοσήμαντη, ούτε γραμμική – παρεμβάλλονται ιστορικά εξελισσόμενες κοινωνικές πρακτικές. Πολύ απλά, αν σου ζητάνε μίζα στην Εφορία μην κατηγορείς το οντολογικό κενό της νεωτερικότητας· κοίταξε καλύτερα πως ιστορικά διοικούνται οι δημόσιες υπηρεσίες, τι πειθαρχικοί μηχανισμοί υπάρχουν, πως αμείβονται οι υπάλληλοι και ποια είναι η κυρίαρχη οργανωσιακή-διοικητική κουλτούρα. Πεζό μεν, πλην διαφωτιστικό.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή, 12 Αυγούστου 2007

2 σχόλια:

Ι.Μ.Σ. είπε...

Η μεγάλη δυστυχία έγκειται στο ότι οι περισσότεροι από όλους εμάς που έχουμε το δικαίωμα του "εκλέγειν", αντιλαμβανόμαστε τον "κατασκευαστικό" ρόλο της κοινωνίας κατά τη διαμόρφωση των θεσμών-αξιών που τη συγκροτούν, δεν παύουμε,ωστόσο,να τον χρησιμοποιούμε ως άλλοθι για την "δικαιολογημένη" αδυναμία μας να παρέμβουμε εξυγιαντικά,για τον απλούστατο λόγο ότι η οποιαδήποτε εξυγίανση αυτού μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας,αφενός, ενώ, αφετέρου, μας "εξαναγκάζει"να παίξουμε το ρόλο του ενεργού πολίτη. Όταν η επανάπαυση δώσει τη θέση της στη δραστήρια συμμετοχή στα κοινά, με την αποφασιστική διάθεση της αλλαγής και προοόδου, τότε μπορούμε να ελπίζουμε σε μια αναπροσαρμογή των κοινωνικών πρακτικών, που θα εγγυώνται πια μία κοινωνία που θα συμπυκνώνει τόσο το νόημα της ατομικής διάνοιας και της εργαλειακής αποτελεσματικότητας, όσο και το βαθύ περιεχόμενο της κοινωνικής συνοχής.

Γεώργιος Ιακ. Γεωργάνας είπε...

Τρεις αδυναμίες έχει το άρθρο :
Πρώτον, η πρακτική λύση που προσφέρει θέλει πολύ χρόνο να υλοποιηθεί, οπότε ούτε ο συγγραφέας, ούτε οι αναγνώστες θα είμαστε στην ζωή για να δούμε αν πέτυχε. Η πρότασή σας, κύριε Τσούκα, είναι μη διαψεύσιμη, συνεπώς μη επιστημονική. Σκεφθείτε να βάλει κανείς τους κανόνες για να μη ζητά μίζα ο γιατρός σήμερα, να εφαρμοσθούν από πέντε - έξι γενεές γιατρών με προοδευτικά όλο και καλύτερη επίδοση και μετά να γίνουμε όλοι μια ωραία ατμόσφαιρα.
Αλλά και άν έλθει ποτέ αυτή η ορθολογική αυταπάρνηση (ωραίος όρος !), και πάλι μας λείπει το πρώτον κινούν. Πώς ξεκινάμε προς τα εκεί απ' εδώ που βρισκόμαστε ; Αυτή είναι η δευτέρα αδυναμία.
Τρίτο και φαρμακερό. Γιατί η βρεταννική κοινωνία, αφού έχει τέτοιο τεράστιο καφάλαιο αμοιβαίας εμπιστοσύνης, έχει και τις περισσότερες κάμερες ; Προφανώς για να ελέγχει τους ξένους, τους μη ενσωματωμένους, ώστε να νικήσει στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ώστε η απάντησή της στον οντολογικό κενό δεν είναι η καλύτερη οργάνωση, αλλά η παραίτηση από την ιδιωτικότητα για το καλό του έθνους, μ' άλλα λόγια ο εθνικισμός. Νομίζω όλοι συμφωνούμε ότι η προτεσταντική ηθική θα ήταν ασφαλεστέρα επιλογή από τον εθνικισμό για να οργανωθεί μια κοινωνία. Το βέβαιον είναι ότι η καλή οργάνωση καλή είναι, αλλά αγία δεν μπορεί να είναι. Αναγκαία είναι, αλλά όχι και επαρκής συνθήκη για την ευημερία.